Η στάση ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο για νηφαλιότητα, θεσμική συνέπεια και προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας
Η κλιμακούμενη ένταση στη Μέση Ανατολή και οι πιέσεις για στρατιωτική εμπλοκή επαναφέρουν ένα κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική: θα κινηθεί η χώρα με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα ή θα ακολουθήσει επιλογές που εξυπηρετούν τρίτους;
Σε μια περίοδο που οι ισορροπίες δοκιμάζονται και οι αποφάσεις έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες, η στάση ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο για νηφαλιότητα, θεσμική συνέπεια και προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας.
Η Ελλάδα καλείται να αποφύγει βεβιασμένες κινήσεις που θα μπορούσαν να την εμπλέξουν σε επικίνδυνες στρατιωτικές ή γεωπολιτικές περιπέτειες.
Η επιλογή της «σωστής πλευράς» δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την άκριτη ευθυγράμμιση, αλλά με την υπεύθυνη στάθμιση των κινδύνων, τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και την προστασία της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, το παράδειγμα της Ιταλίας και της Ισπανίας αναδεικνύεται ως μια εναλλακτική προσέγγιση που αξίζει προσεκτικής μελέτης.
Πώς πάρθηκε η απόφαση στην Ιταλία
Μετά την Ισπανία, που επέβαλε απαγόρευση πτήσεων στα αεροπλάνα τα οποία επιχειρούν κατά του Ιράν, ήρθε η σειρά της Ιταλίας να διατρανώσει τη βούλησή της απέναντι στον παράλογο και παράνομο πόλεμο των ΗΠΑ και Ισραήλ κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ειδικότερα, η Ιταλία αρνήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες την πρόσβαση στη βάση Sigonella.

Το περιστατικό συνέβη πριν από λίγα βράδια, αλλά η είδηση κρατήθηκε εμπιστευτική.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Lucciano Portolano, ήταν εκείνος που τηλεφώνησε στον υπουργό Άμυνας, Guido Crosseto, για να τον ενημερώσει για όσα είχαν μόλις συμβεί και να λάβει μια απόφαση που αναπόφευκτα θα επηρεάσει τις σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η Ιταλία ενεργεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες και τις κατευθυντήριες γραμμές της κυβέρνησης, όπως αυτές εκφράζονται στο Κοινοβούλιο», διευκρινίζει το Palazzo Chigi σε ανακοίνωσή του.
«Η θέση της κυβέρνησης είναι σαφής, συνεπής και έχει ήδη κοινοποιηθεί πλήρως στο Κοινοβούλιο, χωρίς τροποποιήσεις. Κάθε αίτημα εξετάζεται προσεκτικά κατά περίπτωση».
Η θέση παραμένει, επομένως, αμετάβλητη, «σύμφωνα με τη διεθνή αξιοπιστία και την πλήρη προστασία των εθνικών συμφερόντων».
Όσον αφορά τις πιθανές διπλωματικές επιπτώσεις, το Palazzo Chigi δηλώνει ότι «δεν υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα ή τριβές με τους διεθνείς εταίρους.
Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικότερα, είναι σταθερές και χαρακτηρίζονται από πλήρη και πιστή συνεργασία».
«Κάποιοι προσπαθούν να περάσουν το μήνυμα ότι η Ιταλία αποφάσισε να αναστείλει τη χρήση των βάσεων από αμερικανικά μέσα.
Αυτό είναι απολύτως ψευδές, διότι οι βάσεις είναι ενεργές, χρησιμοποιούνται κανονικά και τίποτα δεν έχει αλλάξει», πρόσθεσε ο Crosseto με ανάρτησή του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης X. Και συνέχισε: «Θέλω να επαναλάβω ότι δεν υπάρχει καμία ψύχρανση ή ένταση με τις ΗΠΑ, διότι γνωρίζουν τους κανόνες που ρυθμίζουν την παρουσία τους στην Ιταλία από το 1954, όπως ακριβώς τους γνωρίζουμε κι εμείς».
Ο υπουργός Άμυνας μπαίνει στην ουσία: «Οι διεθνείς συμφωνίες ρυθμίζουν και διακρίνουν με σαφήνεια τι απαιτεί ειδική άδεια της κυβέρνησης, για την οποία έχει αποφασιστεί να εμπλέκεται πάντοτε το Κοινοβούλιο, ελλείψει της οποίας δεν μπορεί να δοθεί καμία έγκριση — και τι θεωρείται τεχνικά εγκεκριμένο, επειδή περιλαμβάνεται ήδη στις συμφωνίες.
Ένας υπουργός οφείλει απλώς να τις εφαρμόζει. Τρίτη επιλογή δεν υπάρχει».
Οι αντιδράσεις
Η άρνηση της ιταλικής κυβέρνησης να επιτρέψει την προσγείωση αμερικανικών βομβαρδιστικών στη Sigonella προκάλεσε άμεσες πολιτικές αντιδράσεις.
Η απόφαση του υπουργού Crosetto «είναι σημαντική και σωστή», αλλά «το πλαίσιο παραμένει εξαιρετικά ασαφές και ανησυχητικό».
Για τον λόγο αυτό «είναι αναγκαίο και επείγον η κυβέρνηση να ενημερώσει το Κοινοβούλιο», δήλωσε ο βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος, Anthony Barbagallo.
Για «αναγκαία ενέργεια που επιβάλλεται από το Σύνταγμα» μίλησε ο Giuseppe Conte, ηγέτης του Κινήματος Πέντε Αστέρων, προσθέτοντας: «Τώρα η κυβέρνηση πρέπει να κάνει ένα βήμα παραπέρα: να αρνηθεί και την παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης από τις βάσεις μας».
Ο Angelo Bonelli ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Χρειάζεται μια σαφής και ξεκάθαρη στάση, που να σηματοδοτεί απόσταση από τις πολιτικές αυτού του “νταή” του πλανήτη, όπως ο Donald Trump, ο οποίος πιστεύει ότι μπορεί να κυβερνά τον κόσμο μέσω της στρατιωτικής υπεροχής», δήλωσε.
«Η Meloni πλήρωσε την υπερβολική εγγύτητά της με τον Trump, και ελπίζω», πρόσθεσε ο Carlo Calenda, «ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα οδηγήσει σε μια στροφή προς την οικοδόμηση μιας ολοένα ισχυρότερης Ευρώπης».
«Κατά τη γνώμη μου, έπραξε σωστά», σχολίασε ο Roberto Vannacci. «Υπάρχει συνθήκη με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη χρήση των βάσεων, η οποία καθορίζει σαφείς κανόνες: μεταξύ αυτών δεν προβλέπεται η προσγείωση ή απογείωση βομβαρδιστικών», διευκρίνισε ο Raffaele Nevi, εκπρόσωπος της Forza Italia.
«Όταν λαμβάνονται αποφάσεις τέτοιου βεληνεκούς, αναλαμβάνεται ευθύνη, αλλά αποδεικνύεται και η ικανότητα διατήρησης μιας συνεπούς γραμμής», πρόσθεσε.
«Η Ιταλία δεν βρίσκεται σε πόλεμο με το Ιράν και δεν επιθυμεί να εμπλακεί.
Είναι σωστό κάθε απόφαση που παρεκκλίνει από τις ισχύουσες συνθήκες να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο», κατέληξε ο Maurizio Lupi.
Η στάση της Γαλλίας
«Η Γαλλία δεν επέτρεψε σε αεροσκάφη με προορισμό το Ισραήλ, φορτωμένα με στρατιωτικό υλικό, να πετάξουν πάνω από το γαλλικό έδαφος.
Η Γαλλία ήταν ΠΟΛΥ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ όσον αφορά τον Χασάπη του Ιράν, ο οποίος εξοντώθηκε με επιτυχία!
Οι ΗΠΑ θα το ΘΥΜΗΘΟΥΝ!!!», έγραψε ο Trump στο Truth Social.
Η γαλλική προεδρία απάντησε λέγοντας ότι εξεπλάγη από την ανάρτηση του αμερικανού προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ανέφερε ότι η απόφασή της ήταν σύμφωνη με την πολιτική της Γαλλίας από την αρχή της σύγκρουσης.
Ένας δυτικός διπλωμάτης και δύο πηγές που είναι εξοικειωμένες με το θέμα δήλωσαν νωρίτερα στο Reuters ότι η άρνηση, η οποία πραγματοποιήθηκε το Σαββατοκύριακο, ήταν η πρώτη φορά που η Γαλλία έκανε κάτι τέτοιο από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου.
Οι πηγές ανέφεραν ότι το Ισραήλ ήθελε να χρησιμοποιήσει τον εναέριο χώρο της Γαλλίας για να μεταφέρει αμερικανικά όπλα που θα χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Μπορούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να νικήσουν;
Εν προκειμένω αξίζει να διερωτηθούμε για το εξής: Μπορούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να κερδίσουν έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν υπό τις παρούσες συνθήκες; Η απάντηση είναι αρνητική.
Το Ιράν φαίνεται να διαθέτει σαφές ψυχολογικό πλεονέκτημα.
Ανεξαρτήτως της στάσης που τηρούν οι κυβερνήσεις της περιοχής, ευρύτερα τμήματα των κοινωνιών εκφράζουν ηθική στήριξη προς το Ιράν, απέναντι σε δύο χώρες που εκλαμβάνονται ως ανοιχτά επιθετικές τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Θα μπορούσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να επικρατήσουν σε έναν χερσαίο πόλεμο κατά του Ιράν; Θα ήταν εφικτή μια εισβολή, είτε συνολική είτε μερική; Και σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση είναι όχι.
Η εμπειρία του Ιράκ είναι ενδεικτική: δεκάδες χώρες συμμετείχαν στην εισβολή, προηγήθηκε σχεδόν ένας χρόνος στρατιωτικής προετοιμασίας και υπήρξε πλήρης υποστήριξη από κράτη της περιοχής. Μόνο υπό αυτές τις συνθήκες κατέστη δυνατή η έναρξη των επιχειρήσεων.
Σήμερα, η συγκρότηση μιας αντίστοιχης στρατιωτικής συμμαχίας μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη. Δεν φαίνεται να υπάρχει η δυνατότητα συγκέντρωσης ανάλογων δυνάμεων, ούτε και η πολιτική βούληση από τις χώρες της περιοχής για συμμετοχή σε έναν τέτοιο πόλεμο.
Πολλά κράτη δεν επιθυμούν να εμπλακούν στρατιωτικά υπέρ του Ισραήλ, ούτε να ταυτιστούν μαζί του σε μια ευρείας κλίμακας σύγκρουση. Παράλληλα, το Ιράν παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ισχυρή χώρα, κάτι που –κατά την άποψη αυτή– αποτυπώνεται και στην έως τώρα εξέλιξη των εντάσεων.
Την ίδια στιγμή, εκφράζεται η εκτίμηση ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης ενέχει τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Υπάρχουν φόβοι ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να συμπαρασύρει χώρες του Κόλπου και να οδηγήσει σε βαθύτερες διαιρέσεις, ενδεχομένως και σε συγκρούσεις με θρησκευτικά ή εθνοτικά χαρακτηριστικά, με μακροχρόνιες συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή.
Επισημαίνεται επίσης ότι, παρά το μέγεθος ορισμένων κρατών, οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν δραματικά πολύ ευρύτερες περιοχές. Μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας θα μπορούσε να έχει καταστροφικές επιπτώσεις, οδηγώντας σε εκτεταμένες καταστροφές υποδομών και επιβαρύνοντας το μέλλον εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Δεν είναι πόλεμος της Ελλάδας
Από την άλλη, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις οικονομικές προκλήσεις να διασταυρώνονται με τρόπο που απαιτεί ψυχραιμία, στρατηγική σκέψη και πάνω απ’ όλα προσήλωση στην εθνική ανεξαρτησία.
Σε μια περίοδο έντασης στη Μέση Ανατολή, με σενάρια, φήμες και ανησυχίες να κυκλοφορούν, η χώρα οφείλει να ξεκαθαρίσει τη θέση της: δεν έχει τίποτα να χωρίσει με το Ιράν και δεν έχει κανέναν λόγο να εμπλακεί σε συγκρούσεις που δεν την αφορούν άμεσα.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να ρίξει τους τόνους, αποφεύγοντας να σχολιάσει στρατιωτικές διαβουλεύσεις και διαβεβαιώνοντας ότι τα σενάρια περί επίθεσης στη Σούδα, όπου ελλιμενίζονται αμερικανικά πλοία, είναι αβάσιμα.

Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις διαψεύσεις, αλλά στη συνολική κατεύθυνση της χώρας.
Η Ελλάδα είναι ένα κυρίαρχο κράτος, με δική του εξωτερική πολιτική, και οφείλει να λειτουργεί με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα και τη σταθερότητα της περιοχής – όχι ως προέκταση τρίτων δυνάμεων.
Η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Ο τουρισμός, που αποτελεί πάνω από το 20% του ΑΕΠ, ήδη δέχεται πιέσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Όπως και η ελληνική Ναυτιλία…
Οι ακυρώσεις επισκέψεων από το Ισραήλ, η αβεβαιότητα για τους Αμερικανούς τουρίστες και η πιθανή αύξηση των τιμών ενέργειας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Αν η ένταση κλιμακωθεί, οι επιπτώσεις δεν θα είναι θεωρητικές – θα είναι άμεσες και βαθιές.
Την ίδια στιγμή, παρά το αφήγημα της ανάπτυξης, τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας παραμένουν εύθραυστα.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διογκώνεται, η παραγωγική βάση δεν ενισχύεται επαρκώς, ενώ το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να πλανάται πάνω από το τραπεζικό σύστημα.
Η υποτίμηση του δολαρίου και οι διεθνείς νομισματικές εξελίξεις προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας, που μπορεί να πλήξει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εμπλοκή –έστω και έμμεση– σε μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα αποτελούσε στρατηγικό λάθος.
Η Ελλάδα δεν έχει πολιτικές ή άλλες διαφορές με το Ιράν που να δικαιολογούν οποιαδήποτε αντιπαράθεση.
Αντιθέτως, έχει κάθε συμφέρον να διατηρήσει μια ισορροπημένη στάση, να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας και να αποφύγει την παγίδα της άκριτης ευθυγράμμισης.
Η ανεξαρτησία στην εξωτερική πολιτική δεν είναι πολυτέλεια – είναι αναγκαιότητα. Και σε μια περίοδο όπου το διεθνές περιβάλλον γίνεται όλο και πιο αβέβαιο, η Ελλάδα καλείται να επιλέξει: θα προστατεύσει τα συμφέροντά της και την οικονομική της σταθερότητα ή θα ρισκάρει να παρασυρθεί σε εξελίξεις που δεν ελέγχει;
Το διακύβευμα είναι σαφές. Και η επιλογή δεν μπορεί να είναι άλλη από την υπεύθυνη, κυρίαρχη και ανεξάρτητη πορεία.

Δεν είναι μόνο το Ιράν…
Στο μεταξύ, η κατάσταση εμπνέει ανησυχία και στην Ερυθρά Θάλασσα… καθώς οι επιθέσεις των Houthis δημιουργούν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύγκρουσης που θα μπορούσε να παρασύρει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε άμεση εμπλοκή με το Ιράν.
Στο επίκεντρο αυτής της κρίσης βρίσκεται και η Ελλάδα, η οποία συμμετέχει ενεργά στη ναυτική επιχείρηση «Ασπίδες», αναλαμβάνοντας ρόλο στην προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας, αλλά ταυτόχρονα εκτίθεται σε σοβαρούς κινδύνους.
Η αποστολή «Ασπίδες», που ξεκίνησε το 2024, έχει ως στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης διέλευσης των εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Aden.

Ωστόσο, η πρόσφατη αύξηση των επιθέσεων με πυραύλους και drones από τους Houthis έχει επιβαρύνει το επιχειρησιακό περιβάλλον, ενώ οι διαθέσιμες ευρωπαϊκές δυνάμεις παραμένουν περιορισμένες.
Παρά τον αμυντικό χαρακτήρα της αποστολής, η πραγματικότητα είναι ότι η γραμμή μεταξύ άμυνας και εμπλοκής μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά λεπτή.
Εάν ευρωπαϊκά πλοία ή πολεμικά μέσα στοχοποιηθούν, οι δυνάμεις της αποστολής έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν, γεγονός που ενδέχεται να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ελλάδα δεν θα είναι απλώς παρατηρητής, αλλά μέρος μιας σύγκρουσης με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ωστόσο, για χώρες όπως η δική μας, που έχουν άμεση έκθεση στον κίνδυνο λόγω της συμμετοχής τους στην αποστολή, η ανάγκη για διπλωματικές πρωτοβουλίες γίνεται ακόμη πιο επιτακτική.
Η Αθήνα θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να αναζητήσει διαύλους επικοινωνίας με τους Houthis, είτε άμεσα είτε μέσω διαμεσολαβητών, με στόχο την αποκλιμάκωση και την αποφυγή στοχοποίησης ελληνικών συμφερόντων.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα αποτελούσε ένδειξη αδυναμίας, αλλά ρεαλιστική στρατηγική σε ένα περιβάλλον όπου οι στρατιωτικές επιλογές ενέχουν υψηλό ρίσκο.
Η διατήρηση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και η προστασία των ελληνικών πληρωμάτων και πλοίων θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν αποτελεσματικότερα μέσα από συνδυασμό αποτροπής και διαλόγου.
www.bankingnews.gr
Σε μια περίοδο που οι ισορροπίες δοκιμάζονται και οι αποφάσεις έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες, η στάση ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο για νηφαλιότητα, θεσμική συνέπεια και προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας.
Η Ελλάδα καλείται να αποφύγει βεβιασμένες κινήσεις που θα μπορούσαν να την εμπλέξουν σε επικίνδυνες στρατιωτικές ή γεωπολιτικές περιπέτειες.
Η επιλογή της «σωστής πλευράς» δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την άκριτη ευθυγράμμιση, αλλά με την υπεύθυνη στάθμιση των κινδύνων, τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και την προστασία της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, το παράδειγμα της Ιταλίας και της Ισπανίας αναδεικνύεται ως μια εναλλακτική προσέγγιση που αξίζει προσεκτικής μελέτης.
Πώς πάρθηκε η απόφαση στην Ιταλία
Μετά την Ισπανία, που επέβαλε απαγόρευση πτήσεων στα αεροπλάνα τα οποία επιχειρούν κατά του Ιράν, ήρθε η σειρά της Ιταλίας να διατρανώσει τη βούλησή της απέναντι στον παράλογο και παράνομο πόλεμο των ΗΠΑ και Ισραήλ κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ειδικότερα, η Ιταλία αρνήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες την πρόσβαση στη βάση Sigonella.
Το περιστατικό συνέβη πριν από λίγα βράδια, αλλά η είδηση κρατήθηκε εμπιστευτική.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Lucciano Portolano, ήταν εκείνος που τηλεφώνησε στον υπουργό Άμυνας, Guido Crosseto, για να τον ενημερώσει για όσα είχαν μόλις συμβεί και να λάβει μια απόφαση που αναπόφευκτα θα επηρεάσει τις σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η Ιταλία ενεργεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες και τις κατευθυντήριες γραμμές της κυβέρνησης, όπως αυτές εκφράζονται στο Κοινοβούλιο», διευκρινίζει το Palazzo Chigi σε ανακοίνωσή του.
«Η θέση της κυβέρνησης είναι σαφής, συνεπής και έχει ήδη κοινοποιηθεί πλήρως στο Κοινοβούλιο, χωρίς τροποποιήσεις. Κάθε αίτημα εξετάζεται προσεκτικά κατά περίπτωση».
Η θέση παραμένει, επομένως, αμετάβλητη, «σύμφωνα με τη διεθνή αξιοπιστία και την πλήρη προστασία των εθνικών συμφερόντων».
Όσον αφορά τις πιθανές διπλωματικές επιπτώσεις, το Palazzo Chigi δηλώνει ότι «δεν υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα ή τριβές με τους διεθνείς εταίρους.
Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικότερα, είναι σταθερές και χαρακτηρίζονται από πλήρη και πιστή συνεργασία».
«Κάποιοι προσπαθούν να περάσουν το μήνυμα ότι η Ιταλία αποφάσισε να αναστείλει τη χρήση των βάσεων από αμερικανικά μέσα.
Αυτό είναι απολύτως ψευδές, διότι οι βάσεις είναι ενεργές, χρησιμοποιούνται κανονικά και τίποτα δεν έχει αλλάξει», πρόσθεσε ο Crosseto με ανάρτησή του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης X. Και συνέχισε: «Θέλω να επαναλάβω ότι δεν υπάρχει καμία ψύχρανση ή ένταση με τις ΗΠΑ, διότι γνωρίζουν τους κανόνες που ρυθμίζουν την παρουσία τους στην Ιταλία από το 1954, όπως ακριβώς τους γνωρίζουμε κι εμείς».
Ο υπουργός Άμυνας μπαίνει στην ουσία: «Οι διεθνείς συμφωνίες ρυθμίζουν και διακρίνουν με σαφήνεια τι απαιτεί ειδική άδεια της κυβέρνησης, για την οποία έχει αποφασιστεί να εμπλέκεται πάντοτε το Κοινοβούλιο, ελλείψει της οποίας δεν μπορεί να δοθεί καμία έγκριση — και τι θεωρείται τεχνικά εγκεκριμένο, επειδή περιλαμβάνεται ήδη στις συμφωνίες.
Ένας υπουργός οφείλει απλώς να τις εφαρμόζει. Τρίτη επιλογή δεν υπάρχει».
Οι αντιδράσεις
Η άρνηση της ιταλικής κυβέρνησης να επιτρέψει την προσγείωση αμερικανικών βομβαρδιστικών στη Sigonella προκάλεσε άμεσες πολιτικές αντιδράσεις.
Η απόφαση του υπουργού Crosetto «είναι σημαντική και σωστή», αλλά «το πλαίσιο παραμένει εξαιρετικά ασαφές και ανησυχητικό».
Για τον λόγο αυτό «είναι αναγκαίο και επείγον η κυβέρνηση να ενημερώσει το Κοινοβούλιο», δήλωσε ο βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος, Anthony Barbagallo.
Για «αναγκαία ενέργεια που επιβάλλεται από το Σύνταγμα» μίλησε ο Giuseppe Conte, ηγέτης του Κινήματος Πέντε Αστέρων, προσθέτοντας: «Τώρα η κυβέρνηση πρέπει να κάνει ένα βήμα παραπέρα: να αρνηθεί και την παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης από τις βάσεις μας».
Ο Angelo Bonelli ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Χρειάζεται μια σαφής και ξεκάθαρη στάση, που να σηματοδοτεί απόσταση από τις πολιτικές αυτού του “νταή” του πλανήτη, όπως ο Donald Trump, ο οποίος πιστεύει ότι μπορεί να κυβερνά τον κόσμο μέσω της στρατιωτικής υπεροχής», δήλωσε.
«Η Meloni πλήρωσε την υπερβολική εγγύτητά της με τον Trump, και ελπίζω», πρόσθεσε ο Carlo Calenda, «ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα οδηγήσει σε μια στροφή προς την οικοδόμηση μιας ολοένα ισχυρότερης Ευρώπης».
«Κατά τη γνώμη μου, έπραξε σωστά», σχολίασε ο Roberto Vannacci. «Υπάρχει συνθήκη με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη χρήση των βάσεων, η οποία καθορίζει σαφείς κανόνες: μεταξύ αυτών δεν προβλέπεται η προσγείωση ή απογείωση βομβαρδιστικών», διευκρίνισε ο Raffaele Nevi, εκπρόσωπος της Forza Italia.
«Όταν λαμβάνονται αποφάσεις τέτοιου βεληνεκούς, αναλαμβάνεται ευθύνη, αλλά αποδεικνύεται και η ικανότητα διατήρησης μιας συνεπούς γραμμής», πρόσθεσε.
«Η Ιταλία δεν βρίσκεται σε πόλεμο με το Ιράν και δεν επιθυμεί να εμπλακεί.
Είναι σωστό κάθε απόφαση που παρεκκλίνει από τις ισχύουσες συνθήκες να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο», κατέληξε ο Maurizio Lupi.
Η στάση της Γαλλίας
«Η Γαλλία δεν επέτρεψε σε αεροσκάφη με προορισμό το Ισραήλ, φορτωμένα με στρατιωτικό υλικό, να πετάξουν πάνω από το γαλλικό έδαφος.
Η Γαλλία ήταν ΠΟΛΥ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ όσον αφορά τον Χασάπη του Ιράν, ο οποίος εξοντώθηκε με επιτυχία!
Οι ΗΠΑ θα το ΘΥΜΗΘΟΥΝ!!!», έγραψε ο Trump στο Truth Social.
Η γαλλική προεδρία απάντησε λέγοντας ότι εξεπλάγη από την ανάρτηση του αμερικανού προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ανέφερε ότι η απόφασή της ήταν σύμφωνη με την πολιτική της Γαλλίας από την αρχή της σύγκρουσης.
Ένας δυτικός διπλωμάτης και δύο πηγές που είναι εξοικειωμένες με το θέμα δήλωσαν νωρίτερα στο Reuters ότι η άρνηση, η οποία πραγματοποιήθηκε το Σαββατοκύριακο, ήταν η πρώτη φορά που η Γαλλία έκανε κάτι τέτοιο από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου.
Οι πηγές ανέφεραν ότι το Ισραήλ ήθελε να χρησιμοποιήσει τον εναέριο χώρο της Γαλλίας για να μεταφέρει αμερικανικά όπλα που θα χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Μπορούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να νικήσουν;
Εν προκειμένω αξίζει να διερωτηθούμε για το εξής: Μπορούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να κερδίσουν έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν υπό τις παρούσες συνθήκες; Η απάντηση είναι αρνητική.
Το Ιράν φαίνεται να διαθέτει σαφές ψυχολογικό πλεονέκτημα.
Ανεξαρτήτως της στάσης που τηρούν οι κυβερνήσεις της περιοχής, ευρύτερα τμήματα των κοινωνιών εκφράζουν ηθική στήριξη προς το Ιράν, απέναντι σε δύο χώρες που εκλαμβάνονται ως ανοιχτά επιθετικές τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Θα μπορούσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να επικρατήσουν σε έναν χερσαίο πόλεμο κατά του Ιράν; Θα ήταν εφικτή μια εισβολή, είτε συνολική είτε μερική; Και σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση είναι όχι.
Η εμπειρία του Ιράκ είναι ενδεικτική: δεκάδες χώρες συμμετείχαν στην εισβολή, προηγήθηκε σχεδόν ένας χρόνος στρατιωτικής προετοιμασίας και υπήρξε πλήρης υποστήριξη από κράτη της περιοχής. Μόνο υπό αυτές τις συνθήκες κατέστη δυνατή η έναρξη των επιχειρήσεων.
Σήμερα, η συγκρότηση μιας αντίστοιχης στρατιωτικής συμμαχίας μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη. Δεν φαίνεται να υπάρχει η δυνατότητα συγκέντρωσης ανάλογων δυνάμεων, ούτε και η πολιτική βούληση από τις χώρες της περιοχής για συμμετοχή σε έναν τέτοιο πόλεμο.
Πολλά κράτη δεν επιθυμούν να εμπλακούν στρατιωτικά υπέρ του Ισραήλ, ούτε να ταυτιστούν μαζί του σε μια ευρείας κλίμακας σύγκρουση. Παράλληλα, το Ιράν παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ισχυρή χώρα, κάτι που –κατά την άποψη αυτή– αποτυπώνεται και στην έως τώρα εξέλιξη των εντάσεων.
Την ίδια στιγμή, εκφράζεται η εκτίμηση ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης ενέχει τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Υπάρχουν φόβοι ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να συμπαρασύρει χώρες του Κόλπου και να οδηγήσει σε βαθύτερες διαιρέσεις, ενδεχομένως και σε συγκρούσεις με θρησκευτικά ή εθνοτικά χαρακτηριστικά, με μακροχρόνιες συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή.
Επισημαίνεται επίσης ότι, παρά το μέγεθος ορισμένων κρατών, οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν δραματικά πολύ ευρύτερες περιοχές. Μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας θα μπορούσε να έχει καταστροφικές επιπτώσεις, οδηγώντας σε εκτεταμένες καταστροφές υποδομών και επιβαρύνοντας το μέλλον εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Δεν είναι πόλεμος της Ελλάδας
Από την άλλη, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις οικονομικές προκλήσεις να διασταυρώνονται με τρόπο που απαιτεί ψυχραιμία, στρατηγική σκέψη και πάνω απ’ όλα προσήλωση στην εθνική ανεξαρτησία.
Σε μια περίοδο έντασης στη Μέση Ανατολή, με σενάρια, φήμες και ανησυχίες να κυκλοφορούν, η χώρα οφείλει να ξεκαθαρίσει τη θέση της: δεν έχει τίποτα να χωρίσει με το Ιράν και δεν έχει κανέναν λόγο να εμπλακεί σε συγκρούσεις που δεν την αφορούν άμεσα.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να ρίξει τους τόνους, αποφεύγοντας να σχολιάσει στρατιωτικές διαβουλεύσεις και διαβεβαιώνοντας ότι τα σενάρια περί επίθεσης στη Σούδα, όπου ελλιμενίζονται αμερικανικά πλοία, είναι αβάσιμα.

Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις διαψεύσεις, αλλά στη συνολική κατεύθυνση της χώρας.
Η Ελλάδα είναι ένα κυρίαρχο κράτος, με δική του εξωτερική πολιτική, και οφείλει να λειτουργεί με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα και τη σταθερότητα της περιοχής – όχι ως προέκταση τρίτων δυνάμεων.
Η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Ο τουρισμός, που αποτελεί πάνω από το 20% του ΑΕΠ, ήδη δέχεται πιέσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Όπως και η ελληνική Ναυτιλία…
Οι ακυρώσεις επισκέψεων από το Ισραήλ, η αβεβαιότητα για τους Αμερικανούς τουρίστες και η πιθανή αύξηση των τιμών ενέργειας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Αν η ένταση κλιμακωθεί, οι επιπτώσεις δεν θα είναι θεωρητικές – θα είναι άμεσες και βαθιές.
Την ίδια στιγμή, παρά το αφήγημα της ανάπτυξης, τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας παραμένουν εύθραυστα.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διογκώνεται, η παραγωγική βάση δεν ενισχύεται επαρκώς, ενώ το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να πλανάται πάνω από το τραπεζικό σύστημα.
Η υποτίμηση του δολαρίου και οι διεθνείς νομισματικές εξελίξεις προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας, που μπορεί να πλήξει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εμπλοκή –έστω και έμμεση– σε μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα αποτελούσε στρατηγικό λάθος.
Η Ελλάδα δεν έχει πολιτικές ή άλλες διαφορές με το Ιράν που να δικαιολογούν οποιαδήποτε αντιπαράθεση.
Αντιθέτως, έχει κάθε συμφέρον να διατηρήσει μια ισορροπημένη στάση, να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας και να αποφύγει την παγίδα της άκριτης ευθυγράμμισης.
Η ανεξαρτησία στην εξωτερική πολιτική δεν είναι πολυτέλεια – είναι αναγκαιότητα. Και σε μια περίοδο όπου το διεθνές περιβάλλον γίνεται όλο και πιο αβέβαιο, η Ελλάδα καλείται να επιλέξει: θα προστατεύσει τα συμφέροντά της και την οικονομική της σταθερότητα ή θα ρισκάρει να παρασυρθεί σε εξελίξεις που δεν ελέγχει;
Το διακύβευμα είναι σαφές. Και η επιλογή δεν μπορεί να είναι άλλη από την υπεύθυνη, κυρίαρχη και ανεξάρτητη πορεία.

Δεν είναι μόνο το Ιράν…
Στο μεταξύ, η κατάσταση εμπνέει ανησυχία και στην Ερυθρά Θάλασσα… καθώς οι επιθέσεις των Houthis δημιουργούν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύγκρουσης που θα μπορούσε να παρασύρει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε άμεση εμπλοκή με το Ιράν.
Στο επίκεντρο αυτής της κρίσης βρίσκεται και η Ελλάδα, η οποία συμμετέχει ενεργά στη ναυτική επιχείρηση «Ασπίδες», αναλαμβάνοντας ρόλο στην προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας, αλλά ταυτόχρονα εκτίθεται σε σοβαρούς κινδύνους.
Η αποστολή «Ασπίδες», που ξεκίνησε το 2024, έχει ως στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης διέλευσης των εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Aden.

Ωστόσο, η πρόσφατη αύξηση των επιθέσεων με πυραύλους και drones από τους Houthis έχει επιβαρύνει το επιχειρησιακό περιβάλλον, ενώ οι διαθέσιμες ευρωπαϊκές δυνάμεις παραμένουν περιορισμένες.
Παρά τον αμυντικό χαρακτήρα της αποστολής, η πραγματικότητα είναι ότι η γραμμή μεταξύ άμυνας και εμπλοκής μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά λεπτή.
Εάν ευρωπαϊκά πλοία ή πολεμικά μέσα στοχοποιηθούν, οι δυνάμεις της αποστολής έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν, γεγονός που ενδέχεται να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ελλάδα δεν θα είναι απλώς παρατηρητής, αλλά μέρος μιας σύγκρουσης με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ωστόσο, για χώρες όπως η δική μας, που έχουν άμεση έκθεση στον κίνδυνο λόγω της συμμετοχής τους στην αποστολή, η ανάγκη για διπλωματικές πρωτοβουλίες γίνεται ακόμη πιο επιτακτική.
Η Αθήνα θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να αναζητήσει διαύλους επικοινωνίας με τους Houthis, είτε άμεσα είτε μέσω διαμεσολαβητών, με στόχο την αποκλιμάκωση και την αποφυγή στοχοποίησης ελληνικών συμφερόντων.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα αποτελούσε ένδειξη αδυναμίας, αλλά ρεαλιστική στρατηγική σε ένα περιβάλλον όπου οι στρατιωτικές επιλογές ενέχουν υψηλό ρίσκο.
Η διατήρηση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και η προστασία των ελληνικών πληρωμάτων και πλοίων θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν αποτελεσματικότερα μέσα από συνδυασμό αποτροπής και διαλόγου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών