Η Oxford Economics θεωρεί ότι η παραγωγή πετρελαίου μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό επαναλειτουργίας των Στενών, εφόσον οι συνθήκες ασφαλείας συνεχίσουν να βελτιώνονται.
Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη προς την επίτευξη μιας συνολικής διευθέτησης, χωρίς όμως να συνιστά ακόμη σημείο καμπής για την παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με ανάλυση της Oxford Economics, η διαδικασία θα συνοδευτεί πιθανότατα από νέες δυσκολίες και διαπραγματευτικές εμπλοκές, ενώ θα χρειαστεί χρόνος μέχρι η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz να επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα.
Παρότι οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς, η δημόσια δέσμευση και των δύο πλευρών μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και σε παγκόσμια ύφεση.
Οι αγορές βλέπουν το τέλος της κρίσης
Η υποχώρηση της τιμής του Brent κοντά στα 80 δολάρια ανά βαρέλι δείχνει ότι οι αγορές θεωρούν πως το χειρότερο σενάριο έχει απομακρυνθεί.
Η Oxford Economics σημειώνει ότι ήδη στις προβλέψεις του Ιουνίου είχε θεωρήσει ως βασικό σενάριο την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ στα τέλη Ιουλίου, πριν εξαντληθούν τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου.
Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν πλέον ότι οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις για τις τιμές του πετρελαίου είναι υπερβολικά υψηλές και αναμένεται να αναθεωρηθούν προς τα κάτω.

Η πραγματική δοκιμασία ξεκινά τώρα
Παρά τη θετική ανακοίνωση, η συμφωνία απέχει ακόμη από μια επίσημη και υπογεγραμμένη συνθήκη.
Ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Shehbaz Sharif δήλωσε ότι οι διαμεσολαβητές θα διευκολύνουν σειρά συναντήσεων μέσα στην εβδομάδα, προκειμένου να καθοριστούν οι τελικές λεπτομέρειες.
Αυτό θεωρείται το πιο δύσκολο στάδιο των διαπραγματεύσεων, καθώς παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως ο πόλεμος στον Λίβανο, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και το καθεστώς λειτουργίας των Στενών.
Επιπλέον, ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ Itamar Ben Gvir έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δεν δεσμεύει το Ισραήλ ούτε περιορίζει τη δυνατότητά του να αναλάβει νέες στρατιωτικές πρωτοβουλίες στον Λίβανο.
Η επιστροφή της ναυσιπλοΐας θα είναι σταδιακή
Ακόμη και αν επιτευχθεί πλήρης συμφωνία, η αποκατάσταση της κυκλοφορίας στα Στενά δεν θα γίνει άμεσα.
Η Oxford Economics υπενθυμίζει ότι η εμπειρία της Ερυθράς Θάλασσας δείχνει πως πολλές ναυτιλιακές εταιρείες συνέχισαν να αποφεύγουν τη διέλευση ακόμη και μετά τη μείωση των επιθέσεων των Houthis, επιλέγοντας τη μεγαλύτερη διαδρομή μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.
Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Σε αντίθεση με την Ερυθρά Θάλασσα, δεν υπάρχει εναλλακτική διαδρομή που να μπορεί να αντικαταστήσει τα Στενά του Hormuz.
Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο για παραγωγούς, αγοραστές και κυβερνήσεις να αποκαταστήσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα τις ενεργειακές ροές.
Ασφάλιση και γεωπολιτικός κίνδυνος θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν την αγορά
Παρόλα αυτά, η διέλευση από τα Στενά θα παραμείνει πιο επικίνδυνη και πιο ακριβή σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
Ο κίνδυνος από νάρκες ή μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση αναμένεται να διατηρήσει τα ασφάλιστρα σε υψηλά επίπεδα, ενώ πολλές ναυτιλιακές εταιρείες θα περιμένουν να διαπιστώσουν ότι οι πρώτες διελεύσεις πραγματοποιούνται χωρίς προβλήματα πριν επιστρέψουν πλήρως στις προηγούμενες διαδρομές.
Έτσι, οι φυσικές ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα ανακάμψουν σταδιακά, ακόμη και αν οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιδράσουν ταχύτερα.
Η παραγωγή μπορεί να επανέλθει σχετικά γρήγορα
Η Oxford Economics θεωρεί ότι η παραγωγή πετρελαίου μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό επαναλειτουργίας των Στενών, εφόσον οι συνθήκες ασφαλείας συνεχίσουν να βελτιώνονται.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικών ζημιών στις βασικές εγκαταστάσεις παραγωγής, γεγονός που σημαίνει ότι οι μεγαλύτεροι περιορισμοί αφορούν τη ναυτιλία, την ασφάλιση και την επιχειρησιακή εμπιστοσύνη και όχι την παραγωγική δυνατότητα.
Παράλληλα, η προσαρμογή της αγοράς μέσω της μείωσης της ζήτησης, της χρήσης αποθεμάτων και των εναλλακτικών εμπορικών διαδρομών σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να επιστρέψουν άμεσα και τα 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως που είχαν διακοπεί για να αποκλιμακωθούν οι τιμές.
Περιορισμένη η επίδραση στην παγκόσμια ανάπτυξη
Η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου αναμένεται να μειώσει τις πληθωριστικές πιέσεις στα νοικοκυριά και να ενισχύσει ελαφρώς το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Ωστόσο, η Oxford Economics δεν θεωρεί ότι αυτό αρκεί για να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας.
Η ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ για το 2026 εκτιμάται ότι θα παραμείνει εκτός του εύρους 2,8%-3,0% που χαρακτήριζε τα προηγούμενα χρόνια, καθώς η αδυναμία του δεύτερου τριμήνου εξακολουθεί να επιβαρύνει τις συνολικές επιδόσεις.

Το μεγαλύτερο όφελος αφορά τις κεντρικές τράπεζες
Οι σημαντικότερες επιπτώσεις αναμένονται στη νομισματική πολιτική.
Οι ενεργειακές κρίσεις αποτελούν ιδιαίτερα δύσκολη πρόκληση για τις κεντρικές τράπεζες, καθώς αυξάνουν τον πληθωρισμό ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνουν την ανάπτυξη.
Η αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή ενισχύει πλέον την εκτίμηση ότι η Federal Reserve και η Bank of England δεν θα χρειαστεί να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων εξαιτίας του ενεργειακού σοκ.
Παράλληλα, μειώνεται η πιθανότητα νέας σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής και από άλλες κεντρικές τράπεζες που έχουν ήδη αυξήσει τα επιτόκια, παρά το αδύναμο οικονομικό περιβάλλον.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με ανάλυση της Oxford Economics, η διαδικασία θα συνοδευτεί πιθανότατα από νέες δυσκολίες και διαπραγματευτικές εμπλοκές, ενώ θα χρειαστεί χρόνος μέχρι η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz να επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα.
Παρότι οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς, η δημόσια δέσμευση και των δύο πλευρών μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και σε παγκόσμια ύφεση.
Οι αγορές βλέπουν το τέλος της κρίσης
Η υποχώρηση της τιμής του Brent κοντά στα 80 δολάρια ανά βαρέλι δείχνει ότι οι αγορές θεωρούν πως το χειρότερο σενάριο έχει απομακρυνθεί.
Η Oxford Economics σημειώνει ότι ήδη στις προβλέψεις του Ιουνίου είχε θεωρήσει ως βασικό σενάριο την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ στα τέλη Ιουλίου, πριν εξαντληθούν τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου.
Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν πλέον ότι οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις για τις τιμές του πετρελαίου είναι υπερβολικά υψηλές και αναμένεται να αναθεωρηθούν προς τα κάτω.

Η πραγματική δοκιμασία ξεκινά τώρα
Παρά τη θετική ανακοίνωση, η συμφωνία απέχει ακόμη από μια επίσημη και υπογεγραμμένη συνθήκη.
Ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Shehbaz Sharif δήλωσε ότι οι διαμεσολαβητές θα διευκολύνουν σειρά συναντήσεων μέσα στην εβδομάδα, προκειμένου να καθοριστούν οι τελικές λεπτομέρειες.
Αυτό θεωρείται το πιο δύσκολο στάδιο των διαπραγματεύσεων, καθώς παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως ο πόλεμος στον Λίβανο, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και το καθεστώς λειτουργίας των Στενών.
Επιπλέον, ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ Itamar Ben Gvir έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δεν δεσμεύει το Ισραήλ ούτε περιορίζει τη δυνατότητά του να αναλάβει νέες στρατιωτικές πρωτοβουλίες στον Λίβανο.
Η επιστροφή της ναυσιπλοΐας θα είναι σταδιακή
Ακόμη και αν επιτευχθεί πλήρης συμφωνία, η αποκατάσταση της κυκλοφορίας στα Στενά δεν θα γίνει άμεσα.
Η Oxford Economics υπενθυμίζει ότι η εμπειρία της Ερυθράς Θάλασσας δείχνει πως πολλές ναυτιλιακές εταιρείες συνέχισαν να αποφεύγουν τη διέλευση ακόμη και μετά τη μείωση των επιθέσεων των Houthis, επιλέγοντας τη μεγαλύτερη διαδρομή μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.
Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Σε αντίθεση με την Ερυθρά Θάλασσα, δεν υπάρχει εναλλακτική διαδρομή που να μπορεί να αντικαταστήσει τα Στενά του Hormuz.
Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο για παραγωγούς, αγοραστές και κυβερνήσεις να αποκαταστήσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα τις ενεργειακές ροές.
Ασφάλιση και γεωπολιτικός κίνδυνος θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν την αγορά
Παρόλα αυτά, η διέλευση από τα Στενά θα παραμείνει πιο επικίνδυνη και πιο ακριβή σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
Ο κίνδυνος από νάρκες ή μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση αναμένεται να διατηρήσει τα ασφάλιστρα σε υψηλά επίπεδα, ενώ πολλές ναυτιλιακές εταιρείες θα περιμένουν να διαπιστώσουν ότι οι πρώτες διελεύσεις πραγματοποιούνται χωρίς προβλήματα πριν επιστρέψουν πλήρως στις προηγούμενες διαδρομές.
Έτσι, οι φυσικές ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα ανακάμψουν σταδιακά, ακόμη και αν οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιδράσουν ταχύτερα.
Η παραγωγή μπορεί να επανέλθει σχετικά γρήγορα
Η Oxford Economics θεωρεί ότι η παραγωγή πετρελαίου μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό επαναλειτουργίας των Στενών, εφόσον οι συνθήκες ασφαλείας συνεχίσουν να βελτιώνονται.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικών ζημιών στις βασικές εγκαταστάσεις παραγωγής, γεγονός που σημαίνει ότι οι μεγαλύτεροι περιορισμοί αφορούν τη ναυτιλία, την ασφάλιση και την επιχειρησιακή εμπιστοσύνη και όχι την παραγωγική δυνατότητα.
Παράλληλα, η προσαρμογή της αγοράς μέσω της μείωσης της ζήτησης, της χρήσης αποθεμάτων και των εναλλακτικών εμπορικών διαδρομών σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να επιστρέψουν άμεσα και τα 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως που είχαν διακοπεί για να αποκλιμακωθούν οι τιμές.
Περιορισμένη η επίδραση στην παγκόσμια ανάπτυξη
Η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου αναμένεται να μειώσει τις πληθωριστικές πιέσεις στα νοικοκυριά και να ενισχύσει ελαφρώς το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Ωστόσο, η Oxford Economics δεν θεωρεί ότι αυτό αρκεί για να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας.
Η ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ για το 2026 εκτιμάται ότι θα παραμείνει εκτός του εύρους 2,8%-3,0% που χαρακτήριζε τα προηγούμενα χρόνια, καθώς η αδυναμία του δεύτερου τριμήνου εξακολουθεί να επιβαρύνει τις συνολικές επιδόσεις.

Το μεγαλύτερο όφελος αφορά τις κεντρικές τράπεζες
Οι σημαντικότερες επιπτώσεις αναμένονται στη νομισματική πολιτική.
Οι ενεργειακές κρίσεις αποτελούν ιδιαίτερα δύσκολη πρόκληση για τις κεντρικές τράπεζες, καθώς αυξάνουν τον πληθωρισμό ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνουν την ανάπτυξη.
Η αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή ενισχύει πλέον την εκτίμηση ότι η Federal Reserve και η Bank of England δεν θα χρειαστεί να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων εξαιτίας του ενεργειακού σοκ.
Παράλληλα, μειώνεται η πιθανότητα νέας σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής και από άλλες κεντρικές τράπεζες που έχουν ήδη αυξήσει τα επιτόκια, παρά το αδύναμο οικονομικό περιβάλλον.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών