Το χρονικό της κατάρρευσης της Washington Post
Ο Jeff Bezos ήρθε, είδε και… κατέκτησε.
Όχι όμως με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από τον άνθρωπο που κάποτε εμφανίστηκε ως οικονομικός σωτήρας ενός εμβληματικού μέσου ενημέρωσης.
Στην ιστορία της Washington Post μπορούν πλέον να διακριθούν καθαρά δύο εποχές Bezos.
Η πρώτη ξεκίνησε το 2013, όταν ο Jeff Bezos αγόρασε την εφημερίδα και τη διέσωσε από την οικονομική κατάρρευση.
Η δεύτερη άρχισε όταν είδε την Post να αποψιλώνεται, δίνοντας ουσιαστικά την έγκρισή του στις μαζικές απολύσεις που υλοποιήθηκαν την Τετάρτη.
Η Washington Post προχωρά στην κατάργηση περίπου του ενός τρίτου του προσωπικού της, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 300 εργαζομένων στο newsroom, ενώ κλείνει ή αποδεκατίζει ολόκληρα τμήματα, όπως τα αθλητικά, το τοπικό ρεπορτάζ, τα βιβλία και τη διεθνή κάλυψη.
Η διοίκηση ενημέρωσε τους εργαζομένους ότι η εφημερίδα απέτυχε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των αναγνωστών της, αντιμετωπίζοντας σοβαρές δυσκολίες στη διατήρηση της οικονομικής της βιωσιμότητας, σε μια περίοδο όπου το κοινό, η τεχνολογία και το συνολικό περιβάλλον των media αλλάζουν ραγδαία.
Βαθιά κρίση
Η ειδησεογραφική βιομηχανία βρίσκεται εδώ και καιρό σε βαθιά κρίση.
Ακόμη και η New York Times (NYT) — από τα ελάχιστα παραδοσιακά μέσα που δεν μοιάζουν να «μπάζουν νερά» — αποδεικνύει ότι ο κλάδος παραμένει εξαιρετικά απαιτητικός.
Ενδεικτικά, η μετοχή της New York Times Company υποχώρησε πάνω από 6% μετά την ανακοίνωση αποτελεσμάτων την Τετάρτη, καθώς οι επενδυτές ανησύχησαν για το αυξημένο κόστος που συνδέεται με τη νέα στροφή προς το βίντεο.
Στα social media και στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, εργαζόμενοι της Post, το σωματείο τους και πρώην στελέχη της εφημερίδας άσκησαν σφοδρή κριτική στις αποφάσεις.
Λεφτά για την Amazon
Παράλληλα, πολλοί παρατηρητές στρέφουν το βλέμμα και σε πιο πρόσφατες κινήσεις του Jeff Bezos.
Λίγο πριν τις δραστικές περικοπές στη Washington Post, είχε προκαλέσει αίσθηση ο τεράστιος προϋπολογισμός της Amazon για την παραγωγή και προώθηση του ντοκιμαντέρ “Melania”, που αφορά την πρώην πρώτη κυρία των ΗΠΑ, Melania Trump.
Η υπέρογκη αυτή δαπάνη οδήγησε ορισμένους να θέσουν το ερώτημα αν η ταινία λειτουργεί ως ένα είδος «δωροδοκίας» προς τον Λευκό Οίκο.
Η Amazon απάντησε ότι απλώς αγόρασε τα δικαιώματα επειδή πιστεύει πως το κοινό θα αγαπήσει το φιλμ — αν και οι επιδόσεις του στο Rotten Tomatoes και στο box office δημιούργησαν από μόνες τους νέο κύκλο ειδήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η φαντασμαγορική προβολή της Melania ήρθε σε έντονη αντίθεση με τη σκληρή λιτότητα που επιβλήθηκε στο newsroom της Washington Post.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ο Bezos εμφανίζεται πρόθυμος να «κάψει» χρήμα για να ευχαριστήσει τον εκάστοτε πρόεδρο, αλλά όχι για να στηρίξει τη δημοσιογραφία δημοσίου συμφέροντος.
Ευθυγράμμιση με τον Λευκό Οίκο
Δεν αποτελεί μυστικό ότι πολιτικοί υπολογισμοί επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο επιχειρηματικές αποφάσεις σε όλη την corporate America.
Η ευθυγράμμιση με τον Λευκό Οίκο μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα ή να προωθήσει οικονομικά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταμόρφωση του Twitter σε X από τον Elon Musk προβάλλει ως ένα λιγότερο προφανές, αλλά ιδιαίτερα σχετικό παράδειγμα: οι δισεκατομμυριούχοι δεν «σώζουν» πλέον τα media, όσο τα επαναπροσδιορίζουν σύμφωνα με τις δικές τους προτεραιότητες.
Την πιο σκληρή κριτική διατύπωσε ο Marty Baron, πρώην executive editor της Washington Post — γνωστός και από την ταινία Spotlight — ο οποίος ηγήθηκε της εφημερίδας για οκτώ χρόνια υπό τον Bezos.
Σε δήλωσή του χαρακτήρισε την εξέλιξη «μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες στην ιστορία ενός από τους σπουδαιότερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς στον κόσμο».
Ο Marty Baron επεσήμανε επίσης ότι σειρά αποφάσεων των τελευταίων ετών αποξένωσαν το βασικό κοινό της Post, όπως η απόφαση του Jeff Bezos να αποσυρθεί η προεδρική στήριξη λίγες ημέρες πριν τις εκλογές του 2024 και η αναμόρφωση της editorial page ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις προσωπικές του πολιτικές θέσεις.
«Οι αηδιαστικές προσπάθειες του Bezos να κερδίσει την εύνοια του Trump άφησαν ένα ιδιαίτερα άσχημο αποτύπωμα», έγραψε χαρακτηριστικά. «Πρόκειται για ένα case study σχεδόν στιγμιαίας, αυτοπροκαλούμενης καταστροφής ενός brand».
www.bankingnews.gr
Όχι όμως με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από τον άνθρωπο που κάποτε εμφανίστηκε ως οικονομικός σωτήρας ενός εμβληματικού μέσου ενημέρωσης.
Στην ιστορία της Washington Post μπορούν πλέον να διακριθούν καθαρά δύο εποχές Bezos.
Η πρώτη ξεκίνησε το 2013, όταν ο Jeff Bezos αγόρασε την εφημερίδα και τη διέσωσε από την οικονομική κατάρρευση.
Η δεύτερη άρχισε όταν είδε την Post να αποψιλώνεται, δίνοντας ουσιαστικά την έγκρισή του στις μαζικές απολύσεις που υλοποιήθηκαν την Τετάρτη.
Η Washington Post προχωρά στην κατάργηση περίπου του ενός τρίτου του προσωπικού της, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 300 εργαζομένων στο newsroom, ενώ κλείνει ή αποδεκατίζει ολόκληρα τμήματα, όπως τα αθλητικά, το τοπικό ρεπορτάζ, τα βιβλία και τη διεθνή κάλυψη.
Η διοίκηση ενημέρωσε τους εργαζομένους ότι η εφημερίδα απέτυχε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των αναγνωστών της, αντιμετωπίζοντας σοβαρές δυσκολίες στη διατήρηση της οικονομικής της βιωσιμότητας, σε μια περίοδο όπου το κοινό, η τεχνολογία και το συνολικό περιβάλλον των media αλλάζουν ραγδαία.
Βαθιά κρίση
Η ειδησεογραφική βιομηχανία βρίσκεται εδώ και καιρό σε βαθιά κρίση.
Ακόμη και η New York Times (NYT) — από τα ελάχιστα παραδοσιακά μέσα που δεν μοιάζουν να «μπάζουν νερά» — αποδεικνύει ότι ο κλάδος παραμένει εξαιρετικά απαιτητικός.
Ενδεικτικά, η μετοχή της New York Times Company υποχώρησε πάνω από 6% μετά την ανακοίνωση αποτελεσμάτων την Τετάρτη, καθώς οι επενδυτές ανησύχησαν για το αυξημένο κόστος που συνδέεται με τη νέα στροφή προς το βίντεο.
Στα social media και στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, εργαζόμενοι της Post, το σωματείο τους και πρώην στελέχη της εφημερίδας άσκησαν σφοδρή κριτική στις αποφάσεις.
Λεφτά για την Amazon
Παράλληλα, πολλοί παρατηρητές στρέφουν το βλέμμα και σε πιο πρόσφατες κινήσεις του Jeff Bezos.
Λίγο πριν τις δραστικές περικοπές στη Washington Post, είχε προκαλέσει αίσθηση ο τεράστιος προϋπολογισμός της Amazon για την παραγωγή και προώθηση του ντοκιμαντέρ “Melania”, που αφορά την πρώην πρώτη κυρία των ΗΠΑ, Melania Trump.
Η υπέρογκη αυτή δαπάνη οδήγησε ορισμένους να θέσουν το ερώτημα αν η ταινία λειτουργεί ως ένα είδος «δωροδοκίας» προς τον Λευκό Οίκο.
Η Amazon απάντησε ότι απλώς αγόρασε τα δικαιώματα επειδή πιστεύει πως το κοινό θα αγαπήσει το φιλμ — αν και οι επιδόσεις του στο Rotten Tomatoes και στο box office δημιούργησαν από μόνες τους νέο κύκλο ειδήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η φαντασμαγορική προβολή της Melania ήρθε σε έντονη αντίθεση με τη σκληρή λιτότητα που επιβλήθηκε στο newsroom της Washington Post.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ο Bezos εμφανίζεται πρόθυμος να «κάψει» χρήμα για να ευχαριστήσει τον εκάστοτε πρόεδρο, αλλά όχι για να στηρίξει τη δημοσιογραφία δημοσίου συμφέροντος.
Ευθυγράμμιση με τον Λευκό Οίκο
Δεν αποτελεί μυστικό ότι πολιτικοί υπολογισμοί επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο επιχειρηματικές αποφάσεις σε όλη την corporate America.
Η ευθυγράμμιση με τον Λευκό Οίκο μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα ή να προωθήσει οικονομικά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταμόρφωση του Twitter σε X από τον Elon Musk προβάλλει ως ένα λιγότερο προφανές, αλλά ιδιαίτερα σχετικό παράδειγμα: οι δισεκατομμυριούχοι δεν «σώζουν» πλέον τα media, όσο τα επαναπροσδιορίζουν σύμφωνα με τις δικές τους προτεραιότητες.
Την πιο σκληρή κριτική διατύπωσε ο Marty Baron, πρώην executive editor της Washington Post — γνωστός και από την ταινία Spotlight — ο οποίος ηγήθηκε της εφημερίδας για οκτώ χρόνια υπό τον Bezos.
Σε δήλωσή του χαρακτήρισε την εξέλιξη «μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες στην ιστορία ενός από τους σπουδαιότερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς στον κόσμο».
Ο Marty Baron επεσήμανε επίσης ότι σειρά αποφάσεων των τελευταίων ετών αποξένωσαν το βασικό κοινό της Post, όπως η απόφαση του Jeff Bezos να αποσυρθεί η προεδρική στήριξη λίγες ημέρες πριν τις εκλογές του 2024 και η αναμόρφωση της editorial page ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις προσωπικές του πολιτικές θέσεις.
«Οι αηδιαστικές προσπάθειες του Bezos να κερδίσει την εύνοια του Trump άφησαν ένα ιδιαίτερα άσχημο αποτύπωμα», έγραψε χαρακτηριστικά. «Πρόκειται για ένα case study σχεδόν στιγμιαίας, αυτοπροκαλούμενης καταστροφής ενός brand».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών