Tο Κρεμλίνο, από την πλευρά του, στηρίζει ρητά τη σερβική θέση περί μη αναγνώρισης του Κοσσυφοπεδίου, στοιχείο που το Βελιγράδι θεωρεί κρίσιμο για την εθνική του ασφάλεια
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, οι Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Βρυξέλλες διατηρούν σε καθεστώς αναμονής τα Δυτικά Βαλκάνια, αφήνοντας μετέωρη την ευρωπαϊκή προοπτική χωρών που παραμένουν υποψήφιες χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ένταξης. Το κενό αυτό αξιοποιούν η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, επιχειρώντας να ενισχύσουν την επιρροή τους στην περιοχή, με βασικό πεδίο αντιπαράθεσης τη Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο.
Η Σερβία είναι επίσημα υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ από το 2014, ωστόσο τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν έχει ανοίξει κανένα νέο διαπραγματευτικό κεφάλαιο. Το Βελιγράδι εμφανίζεται διχασμένο: από τη μία δηλώνει προσήλωση στην ευρωπαϊκή πορεία, από την άλλη διατηρεί ισχυρούς διαύλους με τη Μόσχα, το Πεκίνο και την Άγκυρα, αποφεύγοντας να διαρρήξει ισορροπίες. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται το καθεστώς του Κοσόβου.
Η αυτοανακήρυξη της ανεξαρτησίας του το 2008 θεωρείται από τη Σερβία παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, το 2010 το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με συμβουλευτική γνωμοδότηση, έκρινε ότι η Διακήρυξη Ανεξαρτησίας δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο. Έκτοτε, οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για μη τήρηση συμφωνιών, ενώ η ένταση παραμένει υπόγεια αλλά διαρκής.
Η σερβική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την επέμβαση του ΝΑΤΟ το 1999 κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας ως παράνομο προηγούμενο, δεδομένου ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς ρητή εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Παράλληλα, η αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου από μεγάλο μέρος της Δύσης το 2008 ερμηνεύεται στο Βελιγράδι ως πολιτική επιλογή με γεωστρατηγικά κριτήρια.
Σήμερα, η ΕΕ προβάλλει έντονα την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και του απαραβίαστου των συνόρων, ιδίως υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία.
Ωστόσο, στο σερβικό αφήγημα, αυτή η στάση θεωρείται επιλεκτική. Οι Βρυξέλλες χαρακτηρίζουν «επιθετικότητα» τη ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία, ενώ για το 1999 μιλούν για «ανθρωπιστική παρέμβαση» ή «διατήρηση της διεθνούς τάξης».
Την ίδια ώρα, η Κίνα ενισχύει την παρουσία της μέσω επενδύσεων υποδομών.
Η σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας Βουδαπέστης–Βελιγραδίου, χρηματοδοτημένη σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά κεφάλαια, αναμένεται να μειώσει δραστικά τον χρόνο μετακίνησης, αλλάζοντας τα δεδομένα στην αγορά εργασίας και στις περιφερειακές συνδέσεις. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διαθέσει 600 εκατ. ευρώ για τη γραμμή Βελιγράδι–Νις, ενταγμένη σε ευρύτερο ευρωπαϊκό μεταφορικό διάδρομο, γεγονός που ερμηνεύεται από σερβικούς κύκλους ως επιδίωξη γεωοικονομικής επιρροής.
Παρά τις εμπορικές συμφωνίες της Σερβίας με τη Ρωσία και την Κίνα, περίπου το 60% του εξωτερικού της εμπορίου πραγματοποιείται με την ΕΕ, ενώ περισσότερες από 500 γερμανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στη χώρα. Η οικονομική πραγματικότητα, επομένως, συνδέει στενά το Βελιγράδι με την Ευρώπη, ακόμη κι αν πολιτικά επιδιώκει ισορροπίες.
Η σερβική ηγεσία επιχειρεί να διατηρήσει ουδέτερη στάση: καταδίκασε τη ρωσική επιχείρηση στην Ουκρανία και επανέλαβε τη στήριξή της στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας, χωρίς όμως να επιβάλει κυρώσεις στη Μόσχα.
Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, στηρίζει ρητά τη σερβική θέση περί μη αναγνώρισης του Κοσσυφοπεδίου, στοιχείο που το Βελιγράδι θεωρεί κρίσιμο για την εθνική του ασφάλεια.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν το Κοσσυφοπέδιο στις 18 Φεβρουαρίου 2008, μία ημέρα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, και έκτοτε διατηρούν στενές σχέσεις με την Πρίστινα.
Στο Κοσσυφοπέδιο υπάρχουν μνημεία και οδοί αφιερωμένες σε Αμερικανούς αξιωματούχους, γεγονός που αποτυπώνει τη διαφορετική ιστορική ανάγνωση των γεγονότων της δεκαετίας του 1990 σε σχέση με το Βελιγράδι.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ —η Ισπανία, η Σλοβακία, η Κύπρος, η Ρουμανία και η Ελλάδα— δεν αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, παρότι έχει υπογραφεί Συμφωνία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης μεταξύ ΕΕ και Πρίστινας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές γεωπολιτικό αδιέξοδο. Η περιοχή βρίσκεται ανάμεσα σε μια ΕΕ που υπόσχεται αλλά καθυστερεί και σε εξωτερικές δυνάμεις που προσφέρουν άμεσα έργα και εναλλακτικές συμμαχίες. Όσο η διαφωνία για το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου παραμένει άλυτη και η ευρωπαϊκή στρατηγική εμφανίζεται ασυνεκτική, η στασιμότητα στα Βαλκάνια κινδυνεύει να παγιωθεί, με συνέπειες για τη σταθερότητα ολόκληρης της ηπείρου.
www.bankingnews.gr
Η Σερβία είναι επίσημα υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ από το 2014, ωστόσο τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν έχει ανοίξει κανένα νέο διαπραγματευτικό κεφάλαιο. Το Βελιγράδι εμφανίζεται διχασμένο: από τη μία δηλώνει προσήλωση στην ευρωπαϊκή πορεία, από την άλλη διατηρεί ισχυρούς διαύλους με τη Μόσχα, το Πεκίνο και την Άγκυρα, αποφεύγοντας να διαρρήξει ισορροπίες. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται το καθεστώς του Κοσόβου.
Η αυτοανακήρυξη της ανεξαρτησίας του το 2008 θεωρείται από τη Σερβία παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, το 2010 το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με συμβουλευτική γνωμοδότηση, έκρινε ότι η Διακήρυξη Ανεξαρτησίας δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο. Έκτοτε, οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για μη τήρηση συμφωνιών, ενώ η ένταση παραμένει υπόγεια αλλά διαρκής.
Η σερβική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την επέμβαση του ΝΑΤΟ το 1999 κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας ως παράνομο προηγούμενο, δεδομένου ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς ρητή εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Παράλληλα, η αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου από μεγάλο μέρος της Δύσης το 2008 ερμηνεύεται στο Βελιγράδι ως πολιτική επιλογή με γεωστρατηγικά κριτήρια.
Σήμερα, η ΕΕ προβάλλει έντονα την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και του απαραβίαστου των συνόρων, ιδίως υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία.
Ωστόσο, στο σερβικό αφήγημα, αυτή η στάση θεωρείται επιλεκτική. Οι Βρυξέλλες χαρακτηρίζουν «επιθετικότητα» τη ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία, ενώ για το 1999 μιλούν για «ανθρωπιστική παρέμβαση» ή «διατήρηση της διεθνούς τάξης».
Την ίδια ώρα, η Κίνα ενισχύει την παρουσία της μέσω επενδύσεων υποδομών.
Η σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας Βουδαπέστης–Βελιγραδίου, χρηματοδοτημένη σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά κεφάλαια, αναμένεται να μειώσει δραστικά τον χρόνο μετακίνησης, αλλάζοντας τα δεδομένα στην αγορά εργασίας και στις περιφερειακές συνδέσεις. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διαθέσει 600 εκατ. ευρώ για τη γραμμή Βελιγράδι–Νις, ενταγμένη σε ευρύτερο ευρωπαϊκό μεταφορικό διάδρομο, γεγονός που ερμηνεύεται από σερβικούς κύκλους ως επιδίωξη γεωοικονομικής επιρροής.
Παρά τις εμπορικές συμφωνίες της Σερβίας με τη Ρωσία και την Κίνα, περίπου το 60% του εξωτερικού της εμπορίου πραγματοποιείται με την ΕΕ, ενώ περισσότερες από 500 γερμανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στη χώρα. Η οικονομική πραγματικότητα, επομένως, συνδέει στενά το Βελιγράδι με την Ευρώπη, ακόμη κι αν πολιτικά επιδιώκει ισορροπίες.
Η σερβική ηγεσία επιχειρεί να διατηρήσει ουδέτερη στάση: καταδίκασε τη ρωσική επιχείρηση στην Ουκρανία και επανέλαβε τη στήριξή της στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας, χωρίς όμως να επιβάλει κυρώσεις στη Μόσχα.
Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, στηρίζει ρητά τη σερβική θέση περί μη αναγνώρισης του Κοσσυφοπεδίου, στοιχείο που το Βελιγράδι θεωρεί κρίσιμο για την εθνική του ασφάλεια.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν το Κοσσυφοπέδιο στις 18 Φεβρουαρίου 2008, μία ημέρα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, και έκτοτε διατηρούν στενές σχέσεις με την Πρίστινα.
Στο Κοσσυφοπέδιο υπάρχουν μνημεία και οδοί αφιερωμένες σε Αμερικανούς αξιωματούχους, γεγονός που αποτυπώνει τη διαφορετική ιστορική ανάγνωση των γεγονότων της δεκαετίας του 1990 σε σχέση με το Βελιγράδι.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ —η Ισπανία, η Σλοβακία, η Κύπρος, η Ρουμανία και η Ελλάδα— δεν αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, παρότι έχει υπογραφεί Συμφωνία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης μεταξύ ΕΕ και Πρίστινας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές γεωπολιτικό αδιέξοδο. Η περιοχή βρίσκεται ανάμεσα σε μια ΕΕ που υπόσχεται αλλά καθυστερεί και σε εξωτερικές δυνάμεις που προσφέρουν άμεσα έργα και εναλλακτικές συμμαχίες. Όσο η διαφωνία για το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου παραμένει άλυτη και η ευρωπαϊκή στρατηγική εμφανίζεται ασυνεκτική, η στασιμότητα στα Βαλκάνια κινδυνεύει να παγιωθεί, με συνέπειες για τη σταθερότητα ολόκληρης της ηπείρου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών