Αμφισβήτηση της αμερικανικής στρατηγικής «ανάσχεσης του Ιράν» από τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν
Σφοδρά πυρά απέναντι στη μακροχρόνια και, όπως υποστηρίζει, αβάσιμη αμερικανική αντίληψη ότι το Ιράν συνιστά υπαρξιακή απειλή για τα κράτη του Περσικού Κόλπου και ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω μιας πολιτικής «περιορισμού» και πίεσης εξαπέλυσε με άρθρο του στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde» ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Badr al-Busaidi…
Ο al-Busaidi υποστηρίζει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις και ο τελευταίος πόλεμος απέδειξαν πως η κύρια πηγή αστάθειας και απειλών στην περιοχή δεν προέρχεται από το Ιράν, αλλά από τις ενέργειες του ισραηλινού κράτους.
Ειδικότερα, το κείμενο του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν, al-Busaidi, στη Le Monde πραγματεύεται πολλά ζητήματα, όμως το πιο σημαντικό και τολμηρό σημείο του είναι η αμφισβήτηση μιας υπόθεσης που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προωθήσει εδώ και δεκαετίες ως αυτονόητη πραγματικότητα.
Με την πρώτη ανάγνωση, το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως μια κριτική στις αιτίες του πρόσφατου πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν ή ως μια έκκληση για μεγαλύτερη περιφερειακή σταθερότητα.
Ωστόσο, από στρατηγικής άποψης, το μήνυμά του είναι πολύ βαθύτερο.
Ένας από τους πιο έμπειρους και πραγματιστές διπλωμάτες του αραβικού κόσμου αμφισβητεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αμερικανική πολιτική στον Περσικό Κόλπο και στη Μέση Ανατολή για περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, σε αντίθεση με τις παγιωμένες αντιλήψεις που θεωρούσαν την Τεχεράνη υπαρξιακή απειλή, οι σοβαρότερες απειλές για την περιφερειακή ασφάλεια σήμερα δεν προέρχονται από το εσωτερικό της περιοχής, αλλά από αποφάσεις εξωτερικών παραγόντων, και συγκεκριμένα από το Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, ο al-Busaidi ασκεί κριτική στη λογική της αμερικανικής πολιτικής ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο, υποστηρίζοντας ότι ο πρόσφατος πόλεμος κατέδειξε περισσότερο από ποτέ την αποτυχία και την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής «ανάσχεσης» απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
Η σημασία της θέσης του Ομάν
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Ομάν είναι ότι το Ιράν δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια υπαρξιακή και θεμελιώδης απειλή για τις χώρες της περιοχής.
Με αυτή τη θέση, ο al-Busaidi αμφισβητεί ουσιαστικά τη θεωρητική βάση μιας πολιτικής που έχει επηρεάσει τις περιφερειακές ισορροπίες από το 1979, γνωστής ως «πολιτική ανάσχεσης του Ιράν».
Το ιδιαίτερο βάρος αυτής της άποψης προκύπτει από την ίδια την ταυτότητα του προσώπου που την εκφράζει.
Το Ομάν δεν αποτελεί στενό στρατηγικό σύμμαχο του Ιράν, ούτε έχει ταυτιστεί ιστορικά με μια αντιδυτική πολιτική στάση.
Αντίθετα, η χώρα έχει επιδιώξει επί δεκαετίες να διαδραματίσει τον ρόλο του ουδέτερου διαμεσολαβητή μεταξύ διαφορετικών πλευρών — από τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις μέχρι τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης των περιφερειακών εντάσεων.
Επομένως, οι θέσεις του al-Busaidi δεν μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε πολιτική συμπάθεια προς το Ιράν ή σε κοινή στρατηγική αντίληψη.
Αντίθετα, αποτελούν το αποτέλεσμα δεκαετιών διπλωματικής εμπειρίας και παρατήρησης των περιφερειακών εξελίξεων.
Η εμπειρία αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνει ότι πολλές από τις βασικές παραδοχές της δυτικής —και ιδιαίτερα της αμερικανικής— πολιτικής σχετικά με το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο δεν ανταποκρίθηκαν πλήρως στην πραγματικότητα.
Η κατασκευή της εικόνας του «απειλητικού Ιράν»
Από τις πρώτες ημέρες μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να οικοδομούν μια στρατηγική αντίληψη σύμφωνα με την οποία το Ιράν παρουσιαζόταν ως η κύρια απειλή στην περιοχή.
Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, οι μεγάλες δυνάμεις συχνά δικαιολογούν την παρουσία και τις παρεμβάσεις τους μέσω της διαδικασίας της «ασφαλειοποίησης» ενός συγκεκριμένου αντιπάλου, δηλαδή της ανάδειξής του σε υπαρξιακή απειλή που απαιτεί συνεχή αντιμετώπιση.
Το Ιράν βρέθηκε σε αυτήν ακριβώς τη θέση.
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες κυριάρχησε το αφήγημα ότι η Ισλαμική Δημοκρατία αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, ότι αποσταθεροποιούσε την περιοχή και ότι έπρεπε να περιοριστεί μέσω πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και διπλωματικών μέτρων.
Με βάση αυτή την αντίληψη, δαπανήθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια για εξοπλιστικά προγράμματα των χωρών του Περσικού Κόλπου, επεκτάθηκε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, δημιουργήθηκαν νέες δομές ασφαλείας, επιβλήθηκαν εκτεταμένες κυρώσεις στο Ιράν και εφαρμόστηκε η στρατηγική της «μέγιστης πίεσης».
Στην πράξη, η «ανάσχεση του Ιράν» δεν αποτέλεσε απλώς μια εξωτερική πολιτική επιλογή.
Μετατράπηκε σε βασικό πυλώνα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Δυτική Ασία και σε ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά και οικονομικά εγχειρήματα της Ουάσιγκτον.
Η δοκιμασία της πραγματικότητας
Ωστόσο, κάθε στρατηγική θεωρία αργά ή γρήγορα κρίνεται από τα αποτελέσματά της.
Εάν η αρχική υπόθεση αυτής της πολιτικής ήταν σωστή, τότε μετά από τέσσερις δεκαετίες εφαρμογής της ο Περσικός Κόλπος θα έπρεπε να αποτελεί μία από τις ασφαλέστερες περιοχές του κόσμου.
Η πραγματικότητα όμως φαίνεται διαφορετική.
Παρά την έντονη στρατιωτική παρουσία, την τεράστια συσσώρευση εξοπλισμών και την άσκηση διαρκούς πίεσης προς το Ιράν, η περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες συγκρούσεις: τον πόλεμο και την κατοχή του Ιράκ, την κρίση στο Αφγανιστάν, την άνοδο του ISIS, την κατάρρευση κρατικών δομών, την εξάπλωση του εξτρεμισμού, ανθρωπιστικές κρίσεις, επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και, τέλος, τον πρόσφατο πόλεμο κατά του Ιράν.
Εάν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής τεσσάρων δεκαετιών «ανάσχεσης» είναι η μεγαλύτερη ανασφάλεια και αστάθεια, τότε είναι εύλογο να τεθεί υπό αμφισβήτηση όχι μόνο η εφαρμογή της, αλλά και η ίδια η βασική της υπόθεση.
Μια κριτική που δεν μπορεί να αγνοηθεί
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάλυση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική άποψη ή μια μεμονωμένη πολιτική δήλωση.
Συνιστά, ουσιαστικά, μια επίσημη αμφισβήτηση της αποτυχίας ενός ολόκληρου μοντέλου ασφάλειας.
Ο ίδιος δηλώνει με σαφήνεια ότι η βασική υπόθεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η πολιτική της «ανάσχεσης» από το 1979 ήταν «βαθιά εσφαλμένη».
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Badr Al-Busaidi επισημαίνει πως ο πρόσφατος πόλεμος εναντίον του Ιράν δεν είχε ούτε την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ούτε κατάφερε να επιτύχει οποιονδήποτε από τους διακηρυγμένους στόχους του.
Με άλλα λόγια, ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα της πολιτικής περιορισμού του Ιράν, όπως και οι προηγούμενοι, δεν οδήγησε σε μεγαλύτερη ασφάλεια ούτε κατόρθωσε να επιβεβαιώσει τη δυτική αφήγηση περί μιας διαρκούς «ιρανικής απειλής».
Η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα πολλοί πολιτικοί, διπλωμάτες και ειδικοί σε θέματα ασφάλειας, τόσο στην περιοχή όσο και διεθνώς, έχουν καταλήξει λίγο-πολύ στο ίδιο συμπέρασμα, ακόμη κι αν δεν είναι όλοι πρόθυμοι να το εκφράσουν δημόσια για διάφορους λόγους.
Οι σχέσεις εξάρτησης στον τομέα της ασφάλειας, οι πολιτικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διπλωματικές ισορροπίες και οι σύνθετες γεωπολιτικές συνθήκες έχουν οδηγήσει πολλές από αυτές τις εκτιμήσεις να παραμένουν σε κλειστούς κύκλους.
Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων ετών —από την αποκατάσταση των σχέσεων του Ιράν με ορισμένες αραβικές χώρες έως την αυξανόμενη έμφαση στον περιφερειακό διάλογο— δείχνουν ότι η αντίληψη μιας ασφάλειας βασισμένης στην απομόνωση ή στον περιορισμό του Ιράν δεν διαθέτει πλέον την επιρροή που είχε στο παρελθόν, ακόμη και μεταξύ πολλών περιφερειακών παραγόντων.
Τα αποτελέσματα των δύο πρόσφατων πολέμων που επιβλήθηκαν στην περιοχή έχουν, με τη σειρά τους, επιταχύνει και ενισχύσει αυτή τη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο ρόλος του Ιράν.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες συμφωνούν με τις πολιτικές της Τεχεράνης ή ότι οι διαφορές μεταξύ του Ιράν και των γειτονικών του κρατών έχουν εξαλειφθεί.
Οι αποκλίσεις συμφερόντων αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο των διεθνών σχέσεων.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια «διαφωνία» και σε μια «υπαρξιακή απειλή».
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών επιχείρησε να εξισώσει αυτές τις δύο έννοιες, μετατρέποντας κάθε διαφορά με το Ιράν σε μια ευρύτερη απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια.
Το άρθρο του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη στρατηγική σύγχυση και υποστηρίζει ότι οι σοβαρότερες απειλές για τη σταθερότητα της περιοχής δεν προέρχονται από τον ίδιο τον Περσικό Κόλπο, αλλά από τις παρεμβάσεις εξωπεριφερειακών δυνάμεων και από τις τυχοδιωκτικές πολιτικές του σιωνιστικού καθεστώτος.
Αν υπάρχει ένα σημαντικό δίδαγμα από τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, αυτό είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην αποξένωση, την αντιπαλότητα και τη μόνιμη εχθρότητα.
Η πραγματική ασφάλεια μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν στηρίζεται στις γεωπολιτικές πραγματικότητες και όχι σε πολιτικές κατασκευές και αφηγήματα.
Το Ιράν, είτε το επιθυμεί η Ουάσιγκτον είτε όχι, αποτελεί αναπόσπαστο και διαρκές στοιχείο της εξίσωσης ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο.
Καμία αρχιτεκτονική ασφάλειας που βασίζεται στη μόνιμη εξάλειψη, απομόνωση ή περιθωριοποίηση αυτού του γεγονότος δεν μπορεί να έχει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Η πραγματική σημασία του άρθρου του Badr Al-Busaidi έγκειται στο ότι αμφισβητεί έναν από τους παλαιότερους δυτικούς μύθους σχετικά με την ασφάλεια της περιοχής.
Έναν μύθο που επί περισσότερα από σαράντα χρόνια χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία, την κούρσα των εξοπλισμών, τις εκτεταμένες κυρώσεις και τις πολιτικές διαρκούς αντιπαράθεσης.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αυτός ο μύθος φαίνεται να χάνει τη δύναμή του μπροστά στις πραγματικότητες της Μέσης Ανατολής.
Ίσως δεν έχουν όλοι οι πολιτικοί το θάρρος να διατυπώσουν ανοιχτά αυτή την παραδοχή, όμως η ειλικρινής τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν δείχνει ότι ακόμη και στους κύκλους των πολιτικών ελίτ της περιοχής έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Δεν έχει έρθει η ώρα να οικοδομηθεί μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, βασισμένη στη συνεργασία, στον περιφερειακό διάλογο και στην αποδοχή των γεωπολιτικών πραγματικοτήτων, αντί να συνεχίζεται μια πολιτική που έχει αποδειχθεί αδιέξοδη;
Ίσως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα να αποτελεί τη σημαντικότερη παρακαταθήκη ενός άρθρου που, φαινομενικά, γράφτηκε για έναν πόλεμο, αλλά στην ουσία αφηγείται το τέλος ενός ξεπερασμένου μοντέλου ασφάλειας.
www.bankingnews.gr
Ο al-Busaidi υποστηρίζει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις και ο τελευταίος πόλεμος απέδειξαν πως η κύρια πηγή αστάθειας και απειλών στην περιοχή δεν προέρχεται από το Ιράν, αλλά από τις ενέργειες του ισραηλινού κράτους.
Ειδικότερα, το κείμενο του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν, al-Busaidi, στη Le Monde πραγματεύεται πολλά ζητήματα, όμως το πιο σημαντικό και τολμηρό σημείο του είναι η αμφισβήτηση μιας υπόθεσης που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προωθήσει εδώ και δεκαετίες ως αυτονόητη πραγματικότητα.
Με την πρώτη ανάγνωση, το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως μια κριτική στις αιτίες του πρόσφατου πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν ή ως μια έκκληση για μεγαλύτερη περιφερειακή σταθερότητα.
Ωστόσο, από στρατηγικής άποψης, το μήνυμά του είναι πολύ βαθύτερο.
Ένας από τους πιο έμπειρους και πραγματιστές διπλωμάτες του αραβικού κόσμου αμφισβητεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αμερικανική πολιτική στον Περσικό Κόλπο και στη Μέση Ανατολή για περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, σε αντίθεση με τις παγιωμένες αντιλήψεις που θεωρούσαν την Τεχεράνη υπαρξιακή απειλή, οι σοβαρότερες απειλές για την περιφερειακή ασφάλεια σήμερα δεν προέρχονται από το εσωτερικό της περιοχής, αλλά από αποφάσεις εξωτερικών παραγόντων, και συγκεκριμένα από το Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, ο al-Busaidi ασκεί κριτική στη λογική της αμερικανικής πολιτικής ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο, υποστηρίζοντας ότι ο πρόσφατος πόλεμος κατέδειξε περισσότερο από ποτέ την αποτυχία και την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής «ανάσχεσης» απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
Η σημασία της θέσης του Ομάν
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Ομάν είναι ότι το Ιράν δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια υπαρξιακή και θεμελιώδης απειλή για τις χώρες της περιοχής.
Με αυτή τη θέση, ο al-Busaidi αμφισβητεί ουσιαστικά τη θεωρητική βάση μιας πολιτικής που έχει επηρεάσει τις περιφερειακές ισορροπίες από το 1979, γνωστής ως «πολιτική ανάσχεσης του Ιράν».
Το ιδιαίτερο βάρος αυτής της άποψης προκύπτει από την ίδια την ταυτότητα του προσώπου που την εκφράζει.
Το Ομάν δεν αποτελεί στενό στρατηγικό σύμμαχο του Ιράν, ούτε έχει ταυτιστεί ιστορικά με μια αντιδυτική πολιτική στάση.
Αντίθετα, η χώρα έχει επιδιώξει επί δεκαετίες να διαδραματίσει τον ρόλο του ουδέτερου διαμεσολαβητή μεταξύ διαφορετικών πλευρών — από τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις μέχρι τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης των περιφερειακών εντάσεων.
Επομένως, οι θέσεις του al-Busaidi δεν μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε πολιτική συμπάθεια προς το Ιράν ή σε κοινή στρατηγική αντίληψη.
Αντίθετα, αποτελούν το αποτέλεσμα δεκαετιών διπλωματικής εμπειρίας και παρατήρησης των περιφερειακών εξελίξεων.
Η εμπειρία αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνει ότι πολλές από τις βασικές παραδοχές της δυτικής —και ιδιαίτερα της αμερικανικής— πολιτικής σχετικά με το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο δεν ανταποκρίθηκαν πλήρως στην πραγματικότητα.
Η κατασκευή της εικόνας του «απειλητικού Ιράν»
Από τις πρώτες ημέρες μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να οικοδομούν μια στρατηγική αντίληψη σύμφωνα με την οποία το Ιράν παρουσιαζόταν ως η κύρια απειλή στην περιοχή.
Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, οι μεγάλες δυνάμεις συχνά δικαιολογούν την παρουσία και τις παρεμβάσεις τους μέσω της διαδικασίας της «ασφαλειοποίησης» ενός συγκεκριμένου αντιπάλου, δηλαδή της ανάδειξής του σε υπαρξιακή απειλή που απαιτεί συνεχή αντιμετώπιση.
Το Ιράν βρέθηκε σε αυτήν ακριβώς τη θέση.
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες κυριάρχησε το αφήγημα ότι η Ισλαμική Δημοκρατία αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, ότι αποσταθεροποιούσε την περιοχή και ότι έπρεπε να περιοριστεί μέσω πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και διπλωματικών μέτρων.
Με βάση αυτή την αντίληψη, δαπανήθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια για εξοπλιστικά προγράμματα των χωρών του Περσικού Κόλπου, επεκτάθηκε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, δημιουργήθηκαν νέες δομές ασφαλείας, επιβλήθηκαν εκτεταμένες κυρώσεις στο Ιράν και εφαρμόστηκε η στρατηγική της «μέγιστης πίεσης».
Στην πράξη, η «ανάσχεση του Ιράν» δεν αποτέλεσε απλώς μια εξωτερική πολιτική επιλογή.
Μετατράπηκε σε βασικό πυλώνα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Δυτική Ασία και σε ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά και οικονομικά εγχειρήματα της Ουάσιγκτον.
Η δοκιμασία της πραγματικότητας
Ωστόσο, κάθε στρατηγική θεωρία αργά ή γρήγορα κρίνεται από τα αποτελέσματά της.
Εάν η αρχική υπόθεση αυτής της πολιτικής ήταν σωστή, τότε μετά από τέσσερις δεκαετίες εφαρμογής της ο Περσικός Κόλπος θα έπρεπε να αποτελεί μία από τις ασφαλέστερες περιοχές του κόσμου.
Η πραγματικότητα όμως φαίνεται διαφορετική.
Παρά την έντονη στρατιωτική παρουσία, την τεράστια συσσώρευση εξοπλισμών και την άσκηση διαρκούς πίεσης προς το Ιράν, η περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες συγκρούσεις: τον πόλεμο και την κατοχή του Ιράκ, την κρίση στο Αφγανιστάν, την άνοδο του ISIS, την κατάρρευση κρατικών δομών, την εξάπλωση του εξτρεμισμού, ανθρωπιστικές κρίσεις, επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και, τέλος, τον πρόσφατο πόλεμο κατά του Ιράν.
Εάν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής τεσσάρων δεκαετιών «ανάσχεσης» είναι η μεγαλύτερη ανασφάλεια και αστάθεια, τότε είναι εύλογο να τεθεί υπό αμφισβήτηση όχι μόνο η εφαρμογή της, αλλά και η ίδια η βασική της υπόθεση.
Μια κριτική που δεν μπορεί να αγνοηθεί
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάλυση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική άποψη ή μια μεμονωμένη πολιτική δήλωση.
Συνιστά, ουσιαστικά, μια επίσημη αμφισβήτηση της αποτυχίας ενός ολόκληρου μοντέλου ασφάλειας.
Ο ίδιος δηλώνει με σαφήνεια ότι η βασική υπόθεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η πολιτική της «ανάσχεσης» από το 1979 ήταν «βαθιά εσφαλμένη».
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Badr Al-Busaidi επισημαίνει πως ο πρόσφατος πόλεμος εναντίον του Ιράν δεν είχε ούτε την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ούτε κατάφερε να επιτύχει οποιονδήποτε από τους διακηρυγμένους στόχους του.
Με άλλα λόγια, ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα της πολιτικής περιορισμού του Ιράν, όπως και οι προηγούμενοι, δεν οδήγησε σε μεγαλύτερη ασφάλεια ούτε κατόρθωσε να επιβεβαιώσει τη δυτική αφήγηση περί μιας διαρκούς «ιρανικής απειλής».
Η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα πολλοί πολιτικοί, διπλωμάτες και ειδικοί σε θέματα ασφάλειας, τόσο στην περιοχή όσο και διεθνώς, έχουν καταλήξει λίγο-πολύ στο ίδιο συμπέρασμα, ακόμη κι αν δεν είναι όλοι πρόθυμοι να το εκφράσουν δημόσια για διάφορους λόγους.
Οι σχέσεις εξάρτησης στον τομέα της ασφάλειας, οι πολιτικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διπλωματικές ισορροπίες και οι σύνθετες γεωπολιτικές συνθήκες έχουν οδηγήσει πολλές από αυτές τις εκτιμήσεις να παραμένουν σε κλειστούς κύκλους.
Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων ετών —από την αποκατάσταση των σχέσεων του Ιράν με ορισμένες αραβικές χώρες έως την αυξανόμενη έμφαση στον περιφερειακό διάλογο— δείχνουν ότι η αντίληψη μιας ασφάλειας βασισμένης στην απομόνωση ή στον περιορισμό του Ιράν δεν διαθέτει πλέον την επιρροή που είχε στο παρελθόν, ακόμη και μεταξύ πολλών περιφερειακών παραγόντων.
Τα αποτελέσματα των δύο πρόσφατων πολέμων που επιβλήθηκαν στην περιοχή έχουν, με τη σειρά τους, επιταχύνει και ενισχύσει αυτή τη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο ρόλος του Ιράν.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες συμφωνούν με τις πολιτικές της Τεχεράνης ή ότι οι διαφορές μεταξύ του Ιράν και των γειτονικών του κρατών έχουν εξαλειφθεί.
Οι αποκλίσεις συμφερόντων αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο των διεθνών σχέσεων.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια «διαφωνία» και σε μια «υπαρξιακή απειλή».
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών επιχείρησε να εξισώσει αυτές τις δύο έννοιες, μετατρέποντας κάθε διαφορά με το Ιράν σε μια ευρύτερη απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια.
Το άρθρο του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη στρατηγική σύγχυση και υποστηρίζει ότι οι σοβαρότερες απειλές για τη σταθερότητα της περιοχής δεν προέρχονται από τον ίδιο τον Περσικό Κόλπο, αλλά από τις παρεμβάσεις εξωπεριφερειακών δυνάμεων και από τις τυχοδιωκτικές πολιτικές του σιωνιστικού καθεστώτος.
Αν υπάρχει ένα σημαντικό δίδαγμα από τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, αυτό είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην αποξένωση, την αντιπαλότητα και τη μόνιμη εχθρότητα.
Η πραγματική ασφάλεια μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν στηρίζεται στις γεωπολιτικές πραγματικότητες και όχι σε πολιτικές κατασκευές και αφηγήματα.
Το Ιράν, είτε το επιθυμεί η Ουάσιγκτον είτε όχι, αποτελεί αναπόσπαστο και διαρκές στοιχείο της εξίσωσης ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο.
Καμία αρχιτεκτονική ασφάλειας που βασίζεται στη μόνιμη εξάλειψη, απομόνωση ή περιθωριοποίηση αυτού του γεγονότος δεν μπορεί να έχει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Η πραγματική σημασία του άρθρου του Badr Al-Busaidi έγκειται στο ότι αμφισβητεί έναν από τους παλαιότερους δυτικούς μύθους σχετικά με την ασφάλεια της περιοχής.
Έναν μύθο που επί περισσότερα από σαράντα χρόνια χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία, την κούρσα των εξοπλισμών, τις εκτεταμένες κυρώσεις και τις πολιτικές διαρκούς αντιπαράθεσης.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αυτός ο μύθος φαίνεται να χάνει τη δύναμή του μπροστά στις πραγματικότητες της Μέσης Ανατολής.
Ίσως δεν έχουν όλοι οι πολιτικοί το θάρρος να διατυπώσουν ανοιχτά αυτή την παραδοχή, όμως η ειλικρινής τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν δείχνει ότι ακόμη και στους κύκλους των πολιτικών ελίτ της περιοχής έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Δεν έχει έρθει η ώρα να οικοδομηθεί μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, βασισμένη στη συνεργασία, στον περιφερειακό διάλογο και στην αποδοχή των γεωπολιτικών πραγματικοτήτων, αντί να συνεχίζεται μια πολιτική που έχει αποδειχθεί αδιέξοδη;
Ίσως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα να αποτελεί τη σημαντικότερη παρακαταθήκη ενός άρθρου που, φαινομενικά, γράφτηκε για έναν πόλεμο, αλλά στην ουσία αφηγείται το τέλος ενός ξεπερασμένου μοντέλου ασφάλειας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών