Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών κατηγόρησε ευθέως τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας ότι για χάρη του ουκρανικού καθεστώτος οι ΗΠΑ σκότωσαν τη συμφωνία της Αλάσκας που θα άνοιγε μία νέα σελίδα στην παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας
Η συνάντηση διάρκειας μόλις 35 λεπτών μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας Sergey Lavrov και του Αμερικανού ομολόγου του Marco Rubio, στο περιθώριο της Συνόδου του ASEAN στη Μανίλα, μόνο τυπική δεν ήταν.
Αντίθετα, επιβεβαίωσε ότι οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον βρίσκονται ίσως στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, ενώ ανέδειξε και τη βαθιά κρίση της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις, αναδείχθηκε μια πραγματικότητα που η Ουάσιγκτον επιχειρεί εδώ και μήνες να αποκρύψει: η πολιτική της απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία δεν έχει οδηγήσει ούτε σε στρατιωτική επικράτηση ούτε σε πολιτική λύση, αλλά σε παρατεταμένη κλιμάκωση χωρίς σαφή διέξοδο.
Η παραδοχή Rubio και το ναυάγιο της Αλάσκας
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση του Marco Rubio ότι οι προτάσεις που είχαν κατατεθεί στην περσινή συνάντηση στην Αλάσκα δεν προχώρησαν, επειδή –όπως ανέφερε– η ουκρανική πλευρά δεν τις αποδέχθηκε.
Η παραδοχή αυτή συνιστά, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, έμμεση αναγνώριση ότι οι αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες απέτυχαν να οδηγήσουν σε διαπραγματευτική πρόοδο.
Παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αδυνατεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο ειρήνευσης που να είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές.
Η δήλωση του Rubio ότι «χρειάζονται νέες ιδέες» δείχνει περισσότερο αναζήτηση διεξόδου παρά ένδειξη στρατηγικής αυτοπεποίθησης.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών κατηγόρησε ευθέως τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας ότι για χάρη του ουκρανικού καθεστώτος οι ΗΠΑ σκότωσαν τη συμφωνία της Αλάσκας που θα άνοιγε μία νέα σελίδα στην παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Οι ΗΠΑ επενδύουν στον πόλεμο, αλλά όχι στη λύση
Παρά τις διακηρύξεις περί ειρήνης, η αμερικανική πολιτική εμφανίζεται αντιφατική.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δηλώνει ότι επιθυμεί τον τερματισμό του πολέμου.
Από την άλλη, συνεχίζει να στηρίζει στρατιωτικά την Ουκρανία μέσω του ΝΑΤΟ, παρέχοντας οπλικά συστήματα, πληροφορίες και άλλες μορφές υποστήριξης.
Η διπλή αυτή στρατηγική δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Είναι δυνατόν να επιδιώκεται πραγματικά μια πολιτική λύση όταν η στρατιωτική αντιπαράθεση συνεχίζει να ενισχύεται;
Οι επικριτές της αμερικανικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον έχει μετατρέψει την Ουκρανία σε βασικό πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, παρατείνοντας μια σύγκρουση με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.
Η Ουκρανία ως παράγοντας δυσκολίας στις διαπραγματεύσεις
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Rubio, οι ουκρανικές αντιρρήσεις αποτέλεσαν βασικό λόγο για τον οποίο οι προηγούμενες προτάσεις δεν προχώρησαν.
Ανεξάρτητα από το ποια πλευρά φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για το αδιέξοδο, είναι σαφές ότι το Κίεβο δεν ακολουθεί πάντοτε πλήρως τις αμερικανικές επιδιώξεις.
Η Ουκρανία επιδιώκει την πλήρη αποκατάσταση της εδαφικής της ακεραιότητας, ενώ οποιοδήποτε σχέδιο που προβλέπει παραχωρήσεις ή συμβιβασμούς αντιμετωπίζει έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Το γεγονός αυτό περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της Ουάσιγκτον και καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη μιας συμφωνίας.

Η θέση της Ρωσίας γίνεται ολοένα πιο σκληρή
Από ρωσικής πλευράς, ο Sergey Lavrov επανέλαβε ότι η περαιτέρω στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας είναι απαράδεκτη και κατηγόρησε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι επιδιώκουν τη στρατηγική ήττα της Ρωσίας.
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Dmitry Peskov δήλωσε ότι η Ρωσία παραμένει θεωρητικά ανοικτή στις διαπραγματεύσεις, αλλά θα συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις όσο η Ουκρανία εξακολουθεί να υποστηρίζεται στρατιωτικά από τις δυτικές χώρες.
Οι δηλώσεις αυτές αντανακλούν τη σκλήρυνση της ρωσικής στάσης και δείχνουν ότι οι προϋποθέσεις για επανεκκίνηση ουσιαστικών συνομιλιών απομακρύνονται.

Η Ουάσιγκτον σε πολλαπλά μέτωπα
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική καλείται πλέον να διαχειριστεί ταυτόχρονα την κρίση στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα.
Η διάχυση των αμερικανικών πόρων και της πολιτικής προσοχής σε πολλαπλά μέτωπα δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη διαχείριση της ουκρανικής κρίσης.
Η Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής, γεγονός που επηρεάζει αναπόφευκτα τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Η Ευρώπη ακολουθεί χωρίς δική της στρατηγική
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται, σύμφωνα με τους επικριτές της δυτικής πολιτικής, να ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές των ΗΠΑ, χωρίς να διαμορφώνει αυτόνομη στρατηγική για την ειρήνη.
Η συνεχής στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία συνοδεύεται από αυξανόμενο οικονομικό κόστος για τα ευρωπαϊκά κράτη, ενεργειακή αβεβαιότητα και εντεινόμενες κοινωνικές πιέσεις, ενώ η προοπτική μιας συνολικής πολιτικής λύσης παραμένει μακρινή.
Απέχουν σημαντικά οι θέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας
Η σύντομη αλλά έντονη συνάντηση των Sergey Lavrov και Marco Rubio κατέδειξε ότι οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά.
Για τους επικριτές της αμερικανικής πολιτικής, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της στρατηγικής της: η μακροχρόνια στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν έχει οδηγήσει σε αποφασιστική έκβαση, ενώ οι διπλωματικές πρωτοβουλίες δεν έχουν αποδώσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
Από την άλλη πλευρά, η Ουκρανία εξακολουθεί να επιμένει στους δικούς της στρατηγικούς στόχους, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω οποιαδήποτε προσπάθεια συμβιβασμού.
Η Ρωσία, εν τω μεταξύ, εμφανίζεται να διατηρεί σκληρή διαπραγματευτική γραμμή, θεωρώντας ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.
Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση που συνεχίζει να βαθαίνει, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες στο να συνδυάσουν τη στρατιωτική τους υποστήριξη προς την Ουκρανία με μια αξιόπιστη στρατηγική ειρήνευσης.
Και όσο η πολιτική της Δύσης εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο στη συνέχιση της αντιπαράθεσης παρά στη δημιουργία συνθηκών ουσιαστικού διαλόγου, τόσο απομακρύνεται η προοπτική μιας βιώσιμης λύσης.
Η γεωπολιτική σημασία της έντασης ΗΠΑ – Ρωσίας
Η αποτυχία επαναπροσέγγισης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας δεν αφορά μόνο την Ουκρανία.
Αποτελεί εξέλιξη με ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς ενισχύει τη μετάβαση από έναν μονοπολικό κόσμο, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν σχεδόν απόλυτη επιρροή, σε ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές σύστημα.
Η συνέχιση της αντιπαράθεσης ωθεί τη Ρωσία να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο τις στρατηγικές της σχέσεις με την Κίνα, το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και άλλες χώρες που επιδιώκουν να περιορίσουν την αμερικανική επιρροή.
Παράλληλα, οργανισμοί όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική βαρύτητα, αμφισβητώντας την κυριαρχία των δυτικών θεσμών.
Διασπορά στρατηγικών προκλήσεων
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή διασπορά στρατηγικών προκλήσεων.
Εκτός από τη συνεχιζόμενη υποστήριξη προς την Ουκρανία, καλούνται να διαχειριστούν την κρίση στη Μέση Ανατολή, την αντιπαράθεση με το Ιράν, τον ανταγωνισμό με την Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό και τις αυξανόμενες εντάσεις γύρω από την Ταϊβάν.
Η ταυτόχρονη εμπλοκή σε πολλαπλά μέτωπα αυξάνει σημαντικά το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για την Ουάσιγκτον.
Για την Ευρώπη, η όξυνση των αμερικανορωσικών σχέσεων συνεπάγεται μεγαλύτερη ενεργειακή ανασφάλεια, αυξημένες αμυντικές δαπάνες και περαιτέρω οικονομική πίεση.
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις κυρώσεις, τις μεταβολές στις αγορές ενέργειας και τη γενικότερη αβεβαιότητα που προκαλεί η παρατεταμένη σύγκρουση.
Παράλληλα, αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών μεταξύ δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων.
Όσο περιορίζονται οι δίαυλοι επικοινωνίας και οι διαπραγματεύσεις αντικαθίστανται από στρατιωτικές κινήσεις και αμοιβαίες απειλές, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης που θα μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια της ουκρανικής σύγκρουσης.
Τελικά, η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας δεν αποτελεί μόνο μια διμερή κρίση.
Διαμορφώνει τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας του 21ου αιώνα, επιταχύνει τη διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου και ενισχύει την αβεβαιότητα στο διεθνές σύστημα, όπου η ισορροπία δυνάμεων γίνεται ολοένα πιο εύθραυστη και οι περιφερειακές συγκρούσεις αποκτούν παγκόσμιες διαστάσεις.
www.bankingnews.gr
Αντίθετα, επιβεβαίωσε ότι οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον βρίσκονται ίσως στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, ενώ ανέδειξε και τη βαθιά κρίση της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις, αναδείχθηκε μια πραγματικότητα που η Ουάσιγκτον επιχειρεί εδώ και μήνες να αποκρύψει: η πολιτική της απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία δεν έχει οδηγήσει ούτε σε στρατιωτική επικράτηση ούτε σε πολιτική λύση, αλλά σε παρατεταμένη κλιμάκωση χωρίς σαφή διέξοδο.
Η παραδοχή Rubio και το ναυάγιο της Αλάσκας
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση του Marco Rubio ότι οι προτάσεις που είχαν κατατεθεί στην περσινή συνάντηση στην Αλάσκα δεν προχώρησαν, επειδή –όπως ανέφερε– η ουκρανική πλευρά δεν τις αποδέχθηκε.
Η παραδοχή αυτή συνιστά, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, έμμεση αναγνώριση ότι οι αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες απέτυχαν να οδηγήσουν σε διαπραγματευτική πρόοδο.
Παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αδυνατεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο ειρήνευσης που να είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές.
Η δήλωση του Rubio ότι «χρειάζονται νέες ιδέες» δείχνει περισσότερο αναζήτηση διεξόδου παρά ένδειξη στρατηγικής αυτοπεποίθησης.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών κατηγόρησε ευθέως τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας ότι για χάρη του ουκρανικού καθεστώτος οι ΗΠΑ σκότωσαν τη συμφωνία της Αλάσκας που θα άνοιγε μία νέα σελίδα στην παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Οι ΗΠΑ επενδύουν στον πόλεμο, αλλά όχι στη λύση
Παρά τις διακηρύξεις περί ειρήνης, η αμερικανική πολιτική εμφανίζεται αντιφατική.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δηλώνει ότι επιθυμεί τον τερματισμό του πολέμου.
Από την άλλη, συνεχίζει να στηρίζει στρατιωτικά την Ουκρανία μέσω του ΝΑΤΟ, παρέχοντας οπλικά συστήματα, πληροφορίες και άλλες μορφές υποστήριξης.
Η διπλή αυτή στρατηγική δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Είναι δυνατόν να επιδιώκεται πραγματικά μια πολιτική λύση όταν η στρατιωτική αντιπαράθεση συνεχίζει να ενισχύεται;
Οι επικριτές της αμερικανικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον έχει μετατρέψει την Ουκρανία σε βασικό πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, παρατείνοντας μια σύγκρουση με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.
Η Ουκρανία ως παράγοντας δυσκολίας στις διαπραγματεύσεις
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Rubio, οι ουκρανικές αντιρρήσεις αποτέλεσαν βασικό λόγο για τον οποίο οι προηγούμενες προτάσεις δεν προχώρησαν.
Ανεξάρτητα από το ποια πλευρά φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για το αδιέξοδο, είναι σαφές ότι το Κίεβο δεν ακολουθεί πάντοτε πλήρως τις αμερικανικές επιδιώξεις.
Η Ουκρανία επιδιώκει την πλήρη αποκατάσταση της εδαφικής της ακεραιότητας, ενώ οποιοδήποτε σχέδιο που προβλέπει παραχωρήσεις ή συμβιβασμούς αντιμετωπίζει έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Το γεγονός αυτό περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της Ουάσιγκτον και καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη μιας συμφωνίας.

Η θέση της Ρωσίας γίνεται ολοένα πιο σκληρή
Από ρωσικής πλευράς, ο Sergey Lavrov επανέλαβε ότι η περαιτέρω στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας είναι απαράδεκτη και κατηγόρησε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι επιδιώκουν τη στρατηγική ήττα της Ρωσίας.
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Dmitry Peskov δήλωσε ότι η Ρωσία παραμένει θεωρητικά ανοικτή στις διαπραγματεύσεις, αλλά θα συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις όσο η Ουκρανία εξακολουθεί να υποστηρίζεται στρατιωτικά από τις δυτικές χώρες.
Οι δηλώσεις αυτές αντανακλούν τη σκλήρυνση της ρωσικής στάσης και δείχνουν ότι οι προϋποθέσεις για επανεκκίνηση ουσιαστικών συνομιλιών απομακρύνονται.

Η Ουάσιγκτον σε πολλαπλά μέτωπα
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική καλείται πλέον να διαχειριστεί ταυτόχρονα την κρίση στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα.
Η διάχυση των αμερικανικών πόρων και της πολιτικής προσοχής σε πολλαπλά μέτωπα δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη διαχείριση της ουκρανικής κρίσης.
Η Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής, γεγονός που επηρεάζει αναπόφευκτα τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Η Ευρώπη ακολουθεί χωρίς δική της στρατηγική
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται, σύμφωνα με τους επικριτές της δυτικής πολιτικής, να ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές των ΗΠΑ, χωρίς να διαμορφώνει αυτόνομη στρατηγική για την ειρήνη.
Η συνεχής στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία συνοδεύεται από αυξανόμενο οικονομικό κόστος για τα ευρωπαϊκά κράτη, ενεργειακή αβεβαιότητα και εντεινόμενες κοινωνικές πιέσεις, ενώ η προοπτική μιας συνολικής πολιτικής λύσης παραμένει μακρινή.
Απέχουν σημαντικά οι θέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας
Η σύντομη αλλά έντονη συνάντηση των Sergey Lavrov και Marco Rubio κατέδειξε ότι οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά.
Για τους επικριτές της αμερικανικής πολιτικής, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της στρατηγικής της: η μακροχρόνια στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν έχει οδηγήσει σε αποφασιστική έκβαση, ενώ οι διπλωματικές πρωτοβουλίες δεν έχουν αποδώσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
Από την άλλη πλευρά, η Ουκρανία εξακολουθεί να επιμένει στους δικούς της στρατηγικούς στόχους, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω οποιαδήποτε προσπάθεια συμβιβασμού.
Η Ρωσία, εν τω μεταξύ, εμφανίζεται να διατηρεί σκληρή διαπραγματευτική γραμμή, θεωρώντας ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.
Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση που συνεχίζει να βαθαίνει, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες στο να συνδυάσουν τη στρατιωτική τους υποστήριξη προς την Ουκρανία με μια αξιόπιστη στρατηγική ειρήνευσης.
Και όσο η πολιτική της Δύσης εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο στη συνέχιση της αντιπαράθεσης παρά στη δημιουργία συνθηκών ουσιαστικού διαλόγου, τόσο απομακρύνεται η προοπτική μιας βιώσιμης λύσης.
Η γεωπολιτική σημασία της έντασης ΗΠΑ – Ρωσίας
Η αποτυχία επαναπροσέγγισης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας δεν αφορά μόνο την Ουκρανία.
Αποτελεί εξέλιξη με ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς ενισχύει τη μετάβαση από έναν μονοπολικό κόσμο, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν σχεδόν απόλυτη επιρροή, σε ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές σύστημα.
Η συνέχιση της αντιπαράθεσης ωθεί τη Ρωσία να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο τις στρατηγικές της σχέσεις με την Κίνα, το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και άλλες χώρες που επιδιώκουν να περιορίσουν την αμερικανική επιρροή.
Παράλληλα, οργανισμοί όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική βαρύτητα, αμφισβητώντας την κυριαρχία των δυτικών θεσμών.
Διασπορά στρατηγικών προκλήσεων
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή διασπορά στρατηγικών προκλήσεων.
Εκτός από τη συνεχιζόμενη υποστήριξη προς την Ουκρανία, καλούνται να διαχειριστούν την κρίση στη Μέση Ανατολή, την αντιπαράθεση με το Ιράν, τον ανταγωνισμό με την Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό και τις αυξανόμενες εντάσεις γύρω από την Ταϊβάν.
Η ταυτόχρονη εμπλοκή σε πολλαπλά μέτωπα αυξάνει σημαντικά το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για την Ουάσιγκτον.
Για την Ευρώπη, η όξυνση των αμερικανορωσικών σχέσεων συνεπάγεται μεγαλύτερη ενεργειακή ανασφάλεια, αυξημένες αμυντικές δαπάνες και περαιτέρω οικονομική πίεση.
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις κυρώσεις, τις μεταβολές στις αγορές ενέργειας και τη γενικότερη αβεβαιότητα που προκαλεί η παρατεταμένη σύγκρουση.
Παράλληλα, αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών μεταξύ δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων.
Όσο περιορίζονται οι δίαυλοι επικοινωνίας και οι διαπραγματεύσεις αντικαθίστανται από στρατιωτικές κινήσεις και αμοιβαίες απειλές, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης που θα μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια της ουκρανικής σύγκρουσης.
Τελικά, η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας δεν αποτελεί μόνο μια διμερή κρίση.
Διαμορφώνει τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας του 21ου αιώνα, επιταχύνει τη διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου και ενισχύει την αβεβαιότητα στο διεθνές σύστημα, όπου η ισορροπία δυνάμεων γίνεται ολοένα πιο εύθραυστη και οι περιφερειακές συγκρούσεις αποκτούν παγκόσμιες διαστάσεις.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών