Το πρόβλημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα χρήματα διαθέτουν οι χώρες για την άμυνα, αλλά αν υπάρχουν αρκετά πυρομαχικά, πυραυλικά συστήματα, αεροσκάφη και γραμμές παραγωγής για να ανταποκριθούν σε μια πιθανή παρατεταμένη σύγκρουση.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Πεντάγωνο αναγκάστηκε να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση για την αντιμετώπιση ελλείψεων σε πυρομαχικά, μετά από προσωπική παρέμβαση του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump.
Σύμφωνα με το NBC News, ο Trump επικοινώνησε με τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας Stephen Feinberg, ο οποίος έχει την ευθύνη των αμυντικών προμηθειών, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για τα αποθέματα του αμερικανικού στρατού.
Η συνεδρίαση στο Πεντάγωνο πραγματοποιήθηκε προκειμένου να εξεταστούν τρόποι ταχείας αύξησης της παραγωγής και κάλυψης των κενών.
ΗΠΑ: Τα αποθέματα πυραύλων εξαντλούνται
Η ανησυχία στην Ουάσιγκτον ενισχύθηκε μετά από δημοσιεύματα που υποστήριξαν ότι οι αμερικανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν μεγάλο μέρος των διαθέσιμων αποθεμάτων πυραύλων αεράμυνας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν.
Το CNN ανέφερε ότι οι ΗΠΑ είχαν καταναλώσει έως και το 80% των αναχαιτιστών του συστήματος THAAD, το οποίο έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου ύψους.
Ο υπουργός Άμυνας Pete Hegseth απέρριψε τις πληροφορίες χαρακτηρίζοντάς τις ψευδείς, ωστόσο το ίδιο το γεγονός ότι το ζήτημα των αποθεμάτων βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής ηγεσίας δείχνει το μέγεθος της πρόκλησης.
Το αμερικανικό δίλημμα είναι παρόμοιο με αυτό που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: η Δύση διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ, αλλά οι αμυντικές βιομηχανίες χρειάζονται χρόνια για να αυξήσουν την παραγωγή.

Η αερογέφυρα του Rutte για την Ουκρανία προσκρούει στο «Πρώτα το Ιράν» του Hegseth
Από τη μία πλευρά, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Mark Rutte, επιχειρεί να κρατήσει ζωντανό το μέτωπο του Κιέβου, ενώ από την άλλη, ο επικεφαλής του Πενταγώνου, Pete Hegseth, υπό την πίεση του Donald Trump, αναπροσαρμόζει βίαια τις αμερικανικές προτεραιότητες υπέρ του Ιράν.
Ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας υποσχέθηκε στον Volodymyr Zelensky την άμεση αποστολή νέων συστημάτων αεράμυνας (Patriot, NASAMS, IRIS-T), τα οποία το Κίεβο χρειάζεται επειγόντως
Όπως δημοσίευσε στην πλατφόρμα X: «Συνομίλησα με τον Volodymyr Zelensky για τα τελευταία σφοδρά πλήγματα των ρωσικών πυραύλων και drones εναντίον των πόλεων της Ουκρανίας.
Αυτή τη στιγμή συζητώ με τους συμμάχους πώς μπορούμε να συνεχίσουμε να παρέχουμε στην Ουκρανία τα συστήματα αεράμυνας που χρειάζεται επειγόντως. Επειγόντως!», σημείωσε έντονα ο επικεφαλής της Συμμαχίας.
Ωστόσο, το σχέδιο Rutte για την «ενισχυμένη αερογέφυρα» προς την Ουκρανία σκοντάφτει σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: οι αποθήκες της Δύσης είναι άδειες, και ο μόνος προμηθευτής που θα μπορούσε να καλύψει το κενό —οι ΗΠΑ— έχει στρέψει το βλέμμα του αλλού.
Το δόγμα Hegseth - Πενταγώνου: Προτεραιότητα στο Ιράν
Στην Ουάσινγκτον επικρατεί αναβρασμός.
Για τον Hegseth και τη στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ, η μεσανατολική κρίση συνιστά άμεση απειλή για τα ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα, ενώ η Ουκρανία είναι... «δευτερεύον μέτωπο» που απορροφά πολύτιμους πόρους.
Το Πεντάγωνο πραγματοποιεί επείγουσα σύσκεψη σχετικά με την έλλειψη πυρομαχικών, ύστερα από προσωπική τηλεφωνική επικοινωνία του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, με τον αναπληρωτή επικεφαλής του υπουργείου, Steven Feinberg, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το NBC News.
Το δεύτερο στην ιεραρχία στέλεχος της στρατιωτικής ηγεσίας συγκάλεσε εσπευσμένα τα ανώτατα κλιμάκια των στρατιωτικών και αμυντικών προμηθειών σε σύσκεψη το βράδυ της Παρασκευής, προκειμένου να εξεταστούν τρόποι αμεσότερης αντίδρασης στην αμερικανική έλλειψη πυρομαχικών, κατόπιν μιας οργισμένης κλήσης που δέχθηκε από τον πρόεδρο Donald Trump.
Προηγουμένως, η εφημερίδα The Washington Post είχε γράψει ότι ο Donald Trump εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του προς τον επικεφαλής του Πενταγώνου, Pete Hegseth, αναφορικά με τις αναφορές για ελλείψεις πυρομαχικών, εξέλιξη που απειλεί να περιορίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν, την ώρα που και ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ κάνει επείγουσα έκκληση να σταλούν πολεμικά συστήματα άμυνας στο Κίεβο.
Στις 4 Αυγούστου, το CNN ανέφερε ότι οι ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν, εξάντλησαν έως και το 80% των πυραύλων για το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας THAAD, το οποίο είναι σχεδιασμένο για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων σε μεγάλο υψόμετρο.
Ο Pete Hegseth επέκρινε έντονα τα σχετικά δημοσιεύματα, χαρακτηρίζοντάς τα ψευδή.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Pete Hegseth, καλείται να διαχειριστεί την οργή του Donald Trump για τη δραματική εξάντληση των αμερικανικών πυρομαχικών. Η κάλυψη των επιχειρήσεων κατά του Ιράν κατανάλωσε έως και το 80% των πυραύλων THAAD και πληθώρα πυραύλων Patriot, αναγκάζοντας το Πεντάγωνο να πατήσει «φρένο» σε κάθε νέα αποστολή εξοπλισμού προς την Ευρώπη.

Η αναπόφευκτη σύγκρουση
Η «σύγκρουση» των δύο σχεδίων είναι πλέον ολοκληρωτική
Ο Rutte ζητά Patriot για το Κίεβο από τους συμμάχους, ακόμη κι αν απογυμνώνεται η ασφάλεια των κρατών που διαθέτουν τα συστήματα, την ίδια στιγμή που ο Hegseth δεσμεύει κάθε διαθέσιμο πύραυλο για την προστασία των αμερικανικών βάσεων και του Ισραήλ απέναντι στους ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους.
Η Ευρώπη αδυνατεί να καλύψει το κενό μόνη της, καθώς η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία στερείται της παραγωγικής ικανότητας για ταχεία αναπλήρωση, αφήνοντας τις δηλώσεις του ΝΑΤΟ χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στο πεδίο, αλλά παρόλ'αυτά υποδαυλίζει τον πόλεμο αντί να συνεισφέρει υπέρ της ειρήνης.
Όπως τόνισε ο ειδικός απεσταλμένος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, Rodion Miroshnik, η Ευρωπαϊκή Ένωση τορπιλίζει συστηματικά κάθε δυνατότητα ειρηνευτικής επίλυσης.
Σύμφωνα με τον Ρώσο διπλωμάτη, η ηγεσία στις Βρυξέλλες είναι αποφασισμένη να συνεχίσει την τυφλή χρηματοδότηση της σύγκρουσης, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε διπλωματική διαπραγμάτευση στο εγγύς μέλλον, αδιαφορώντας για την στρατιωτική πραγματικότητα των τραγικών ελλείψεων σε συστήματα άμυνας.
Έτσι, το Κίεβο μετατρέπεται στον μεγάλο χαμένο, καθώς η Ουάσινγκτον καθιστά σαφές ότι η στρατιωτική βοήθεια δεν είναι ανεξάντλητη και ότι το μέτωπο της Μέσης Ανατολής προηγείται απόλυτα.
Η μεγάλη αντίφαση στην ευρωπαϊκή άμυνα
Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή άμυνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη αντίφαση: οι κυβερνήσεις αυξάνουν θεαματικά τις αμυντικές δαπάνες μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι παραγγελίες εκτοξεύονται και οι αμυντικές μετοχές έχουν πραγματοποιήσει ιστορικό ράλι, όμως την ίδια στιγμή οι ίδιες οι ένοπλες δυνάμεις προειδοποιούν ότι δεν έχουν τον χρόνο να περιμένουν.
Το «καμπανάκι» ήρθε από δύο διαφορετικά μέτωπα. Στη Γερμανία, η ακύρωση του προγράμματος φρεγατών F126 ανάγκασε τον αμυντικό κολοσσό Rheinmetall να ψαλιδίσει τις προβλέψεις του για το 2026, προκαλώντας φόβους ότι οι αγορές ίσως έχουν προεξοφλήσει μια εκρηκτική ανάπτυξη που οι ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες δυσκολεύονται πλέον να υποστηρίξουν.
Την ίδια στιγμή, στη Γαλλία, ο αρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας στέλνει δραματικό μήνυμα: «Δεν μπορούμε να περιμένουμε». Το Παρίσι χρειάζεται περισσότερα Rafale τώρα και όχι όταν θα είναι έτοιμη η επόμενη γενιά του μαχητικού, καθώς οι επιχειρησιακές ανάγκες πιέζουν τον στόλο στα όριά του.
Η Rheinmetall χτυπά τον συναγερμό: Η ακύρωση των F126 αλλάζει το αφήγημα
Η Rheinmetall, ένας από τους μεγαλύτερους ωφελημένους από τη νέα εποχή επανεξοπλισμού της Ευρώπης, αναγκάστηκε να μειώσει τις προβλέψεις της για τις πωλήσεις του 2026 κατά 300 εκατ. ευρώ, μετά την ακύρωση από τη γερμανική κυβέρνηση του προγράμματος φρεγατών F126.
Ο γερμανικός όμιλος αναμένει πλέον ετήσιες πωλήσεις μεταξύ 13,7 και 14,2 δισ. ευρώ, έναντι υψηλότερης προηγούμενης εκτίμησης.
Η εξέλιξη προκάλεσε έντονη μεταβλητότητα στη μετοχή, η οποία αρχικά υποχώρησε περίπου 3%, πριν ανακάμψει και κινηθεί ανοδικά.
Το πλήγμα ήρθε παρά τα εξαιρετικά αποτελέσματα εξαμήνου: οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 39% στα 5,2 δισ. ευρώ και τα κέρδη κατά 74%, χάρη στις αυξημένες παραδόσεις στρατιωτικών οχημάτων, πυρομαχικών και συστημάτων αεράμυνας.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Rheinmetall, Armin Papperger, υποστήριξε ότι η εταιρεία βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης των στόχων της, όμως η αγορά άρχισε να εξετάζει πλέον όχι μόνο το μέγεθος των παραγγελιών αλλά και την πραγματική ικανότητα εκτέλεσής τους.

Η μετοχή της γερμανικής Rheinmetall δέχθηκε ισχυρές πιέσεις μετά την απόφαση του Βερολίνου να ακυρώσει το πρόγραμμα φρεγατών F126, αναγκάζοντας τον αμυντικό κολοσσό να ψαλιδίσει τις προβλέψεις του για το 2026 κατά 300 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη ξυπνά φόβους στους επενδυτές ότι το ξέφρενο ράλι των ευρωπαϊκών αμυντικών μετοχών, που εκτοξεύθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ίσως έχει πλέον προεξοφλήσει περισσότερα από όσα μπορούν να παραδώσουν οι κυβερνήσεις και οι βιομηχανίες.
Ακραίο volatility στη μετοχή
Ισχυρές διακυμάνσεις κατέγραψε η μετοχή της Rheinmetall μετά τη μείωση των προβλέψεών της για το 2026, καθώς η ακύρωση του γερμανικού προγράμματος φρεγατών F126 πλήττει τις προοπτικές πωλήσεων του μεγαλύτερου αμυντικού ομίλου της Γερμανίας.
Η εξέλιξη προκάλεσε νέο κύμα ανησυχίας στις ευρωπαϊκές αμυντικές μετοχές, με τους επενδυτές να αναρωτιούνται αν οι αποτιμήσεις έχουν ξεπεράσει πλέον τις πραγματικές δυνατότητες παραγωγής του κλάδου.
Κόβονται 300 εκατ. ευρώ από τις προβλέψεις
Η Rheinmetall ανακοίνωσε ότι αναθεωρεί χαμηλότερα τις εκτιμήσεις της για το σύνολο του 2026 κατά 300 εκατ. ευρώ, μετά την ακύρωση του προγράμματος μεγάλων πολεμικών πλοίων F126 από τη γερμανική κυβέρνηση.
Ο όμιλος προβλέπει πλέον ετήσιες πωλήσεις μεταξύ 13,7 και 14,2 δισ. ευρώ, έναντι υψηλότερης προηγούμενης καθοδήγησης.
Η είδηση ήρθε ως δυσάρεστη έκπληξη για την αγορά, καθώς η εταιρεία μέχρι πρόσφατα εμφάνιζε ιδιαίτερα αισιόδοξες προοπτικές ανάπτυξης.
Η μετοχή υποχώρησε περίπου 3%, ωστόσο στη συνέχεια ανέκαμψε και βρέθηκε να διαπραγματεύεται περίπου 1,4% υψηλότερα.
Η έντονη μεταβλητότητα αποτυπώνει τη σύγκρουση δύο αντιφατικών δυνάμεων: της εξαιρετικά ισχυρής τρέχουσας κερδοφορίας και των αυξανόμενων φόβων για επιβράδυνση των μελλοντικών παραγγελιών.
Κέρδη-ρεκόρ παρά το πλήγμα
Παρά τη μείωση των προβλέψεων, τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου ήταν εντυπωσιακά.
Οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 39% στα 5,2 δισ. ευρώ, ενώ τα κέρδη ενισχύθηκαν κατά 74%.
Η ανάπτυξη τροφοδοτήθηκε κυρίως από αυξημένες παραδόσεις στρατιωτικών οχημάτων, πυρομαχικών και συστημάτων αεράμυνας, καθώς και από τη συνεισφορά 334 εκατ. ευρώ της νεοαποκτηθείσας ναυπηγικής δραστηριότητας.
Ο διευθύνων σύμβουλος Armin Papperger δήλωσε ότι η εταιρεία πέτυχε «ανάπτυξη-ρεκόρ» και παραμένει σε τροχιά επίτευξης των ετήσιων στόχων της.
Από τον ενθουσιασμό στο πρώτο μεγάλο «καμπανάκι»
Μόλις τον Μάρτιο η Rheinmetall προέβλεπε αύξηση πωλήσεων 40%-45% για το 2026, υποστηρίζοντας ότι θα ωφεληθεί σημαντικά από τον επανεξοπλισμό των δυτικών χωρών λόγω των πολέμων στην Ουκρανία και το Ιράν.
Η εταιρεία είχε μάλιστα δηλώσει ότι βρίσκεται σε «ιδανική θέση» για να βοηθήσει τις ΗΠΑ να αναπληρώσουν τα αποθέματα πυραύλων τους.
Οι προσδοκίες αυτές ενισχύθηκαν περαιτέρω μετά το δημοσίευμα του Reuters ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν σχεδόν το σύνολο των πυραύλων μακράς ακτίνας κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Το πρόγραμμα F126 που άλλαξε το κλίμα
Το πραγματικό σοκ ήρθε τον Ιούνιο, όταν η γερμανική κυβέρνηση εγκατέλειψε το πρόγραμμα αγοράς έξι μεγάλων φρεγατών F126, στο οποίο η Rheinmetall αναμενόταν να αναλάβει ηγετικό ρόλο, σημειώνει το CNBC.
Η ακύρωση υπενθύμισε στους επενδυτές ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν στρατηγική ακόμη και σε μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.
Τότε η μετοχή είχε καταρρεύσει σχεδόν 19%, παρασύροντας και άλλες ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες.
Η ευρωπαϊκή άμυνα σε ιστορικό ράλι
Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η Rheinmetall και οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί αμυντικοί όμιλοι έχουν γνωρίσει εκρηκτική αύξηση παραγγελιών.
Η Rheinmetall έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς ωφελημένους της γερμανικής αύξησης αμυντικών δαπανών, παράγοντας πυρομαχικά, πυραύλους, βαρέα όπλα και χερσαία συστήματα μάχης, ενώ φέτος επεκτάθηκε και στη ναυπηγική μέσω της εξαγοράς της Naval Vessels Lürssen.
Η χρηματιστηριακή ανταμοιβή ήταν θεαματική: η μετοχή έχει ενισχυθεί πάνω από 1.000% τα τελευταία πέντε χρόνια.
Φόβοι ότι οι αποτιμήσεις ξέφυγαν
Παρά το ιστορικό ράλι, η μετοχή είχε ήδη χάσει περίπου 25% πριν από τη σημερινή συνεδρίαση, καθώς η αγορά άρχισε να αμφισβητεί αν οι αποτιμήσεις αντικατοπτρίζουν ρεαλιστικά τις δυνατότητες παραγωγής του κλάδου.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και σε άλλες ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες, όπως οι BAE Systems, Saab και Thales.
Οι επενδυτές μετατοπίζουν πλέον το ενδιαφέρον τους από το ύψος των παραγγελιών στην ικανότητα εκτέλεσής τους, σε έναν κλάδο που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από καθυστερήσεις και υπερβάσεις κόστους.
Από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οι ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες έχουν γνωρίσει πρωτοφανή χρηματιστηριακή άνοδο.
Η Rheinmetall έχει ενισχυθεί πάνω από 1.000% μέσα σε πέντε χρόνια, καθώς η Γερμανία αύξησε δραστικά τις αμυντικές της δαπάνες και οι ευρωπαϊκές χώρες επιδίωξαν να αναπληρώσουν αποθέματα πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων.
Όμως οι επενδυτές αρχίζουν πλέον να αναρωτιούνται αν οι αποτιμήσεις έχουν ξεπεράσει τις πραγματικές δυνατότητες της βιομηχανίας.
Η ακύρωση των φρεγατών F126 αποτέλεσε υπενθύμιση ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν προτεραιότητες, ακόμη και σε περίοδο γεωπολιτικής έντασης.
Το μήνυμα ήταν σαφές: οι αμυντικές εταιρείες δεν κρίνονται πλέον μόνο από τα βιβλία παραγγελιών τους, αλλά από την ταχύτητα παραγωγής, τις καθυστερήσεις και το κόστος υλοποίησης.
«Χρειαζόμαστε αεροσκάφη τώρα» – Ο γαλλικός συναγερμός για τα Rafale
Την ίδια στιγμή που η Γερμανία αντιμετωπίζει προβλήματα υλοποίησης μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό δίλημμα: να περιμένει την επόμενη γενιά Rafale ή να αυξήσει άμεσα τον αριθμό των διαθέσιμων μαχητικών.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Γαλλικής Πολεμικής Αεροπορίας και Διαστημικής Δύναμης, στρατηγός Jérôme Bellanger, έστειλε σαφές μήνυμα προς την πολιτική ηγεσία
«Θα χρειαστώ περισσότερα αεροσκάφη άμεσα. Αν δεν μπορούμε να παράγουμε την έκδοση F5 πριν από το 2033, θα πρέπει να επιλέξουμε το F4, που είναι ήδη ένα εξαιρετικό αεροσκάφος», δήλωσε.
Η δήλωση αποκαλύπτει την πίεση που ασκείται στο Παρίσι, καθώς οι αυξημένες επιχειρησιακές αποστολές δημιουργούν φόβους για ένα επικίνδυνο κενό ισχύος.

Το δίλημμα Rafale F4 ή F5 – Η μάχη με τον χρόνο
Η Γαλλία σχεδιάζει να διαθέτει 225 Rafale έως το 2035, εκ των οποίων 185 στην Πολεμική Αεροπορία και 40 στο Πολεμικό Ναυτικό.
Ωστόσο, ο σημερινός στόλος πιέζεται έντονα.
Τον Ιούνιο του 2026, σχεδόν το 80% των γαλλικών μαχητικών βρισκόταν ταυτόχρονα σε επιχειρησιακή δραστηριότητα, λόγω της επιχείρησης πυρηνικής αποτροπής Operation Poker, των επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή και της αποστολής Baltic Air Policing στην Ανατολική Ευρώπη.
Δύο γαλλικά Rafale, μαζί με σουηδικά Gripen, αναχαίτισαν μάλιστα σχηματισμό έξι ρωσικών αεροσκαφών στη Βαλτική, μεταξύ των οποίων και ένα Su-35.
«Χρησιμοποιούμε υπερβολικά τα Rafale. Η πολυμορφικότητα δεν σημαίνει πανταχού παρουσία», προειδοποίησε ο Bellanger.
Το Rafale F5: Το υπερόπλο που καθυστερεί
Η έκδοση Rafale F5 υπόσχεται τεράστια τεχνολογική αναβάθμιση, αλλά δεν θα είναι πλήρως διαθέσιμη πριν από τα επόμενα χρόνια.
Το νέο μαχητικό αναμένεται να διαθέτει: υπερηχητικούς πυρηνικούς πυραύλους ASN4G, νέους πυραύλους STRATUS RS για αποστολές κατά πλοίων και καταστολή εχθρικής αεράμυνας, τον ισχυρότερο κινητήρα M88 T-REX της Safran Aircraft Engines, δυ νατότητα συνεργασίας με μη επανδρωμένα αεροσκάφη,και ένα stealth μη επανδρωμένο «loyal wingman» που σχεδιάζεται να ενταχθεί σε υπηρεσία έως το 2035.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Dassault Aviation, Eric Trappier, έχει τονίσει ότι το Rafale F5 θα διαθέτει ισχυρότερους κινητήρες, καλύτερη επιβιωσιμότητα και προηγμένα συστήματα διασύνδεσης δεδομένων.
Όμως η Γαλλία πρέπει να αποφασίσει αν μπορεί να περιμένει.
Το FCAS κατέρρευσε και αυξάνει την πίεση στη Γαλλία
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο μετά την κατάρρευση του ευρωπαϊκού προγράμματος Future Combat Air System (FCAS), στο οποίο συμμετείχαν Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία.
Το FCAS θεωρούνταν το μαχητικό επόμενης γενιάς που θα διαδεχόταν τα σημερινά ευρωπαϊκά αεροσκάφη, όμως η αποτυχία συμφωνίας μεταξύ των εταίρων αφήνει μεγαλύτερο βάρος στο Rafale.
Η Γαλλία πλέον πρέπει να διατηρήσει την αεροπορική της ισχύ για περισσότερα χρόνια, αυξάνοντας την πίεση στη Dassault.
Η Dassault αντιμέτωπη με «βουνό» παραγγελιών
Η Dassault Aviation βρίσκεται σε μια πρωτοφανή κατάσταση: πρέπει να παραδώσει νέα αεροσκάφη στη Γαλλία, ενώ ταυτόχρονα καλύπτει τεράστιες εξαγωγικές παραγγελίες.
Σήμερα έχει δεσμεύσεις για περίπου 165 Rafale προς Ινδία, Αίγυπτο, Κατάρ, Κροατία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σερβία και Ινδονησία.
Παράλληλα, η Ουκρανία έχει εκφράσει ενδιαφέρον για έως 100 Rafale, ενώ η Ινδία εξετάζει πιθανή αγορά 114 αεροσκαφών.
Αν προχωρήσουν όλα τα σχέδια, η Dassault θα πρέπει να διαχειριστεί παραγωγή εκατοντάδων αεροσκαφών, την ώρα που ήδη αυξάνει τον ρυθμό κατασκευής από δύο σε τρία Rafale τον μήνα και σχεδιάζει περαιτέρω αύξηση.
Η Ελλάδα στο επίκεντρο των εξελίξεων
Οι εξελίξεις στη Γαλλία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, η οποία έχει επενδύσει στρατηγικά στο Rafale.
Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale F3R, εκ των οποίων 18 αποκτήθηκαν μέσω της αρχικής συμφωνίας και έξι μέσω συμπληρωματικής παραγγελίας.
Η μετάβαση του γαλλικού μαχητικού στις εκδόσεις F4 και F5 θα επηρεάσει όλους τους διεθνείς χρήστες του αεροσκάφους, καθώς η Dassault καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες της Γαλλίας και στις απαιτήσεις των εξαγωγικών πελατών.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, η διατήρηση της τεχνολογικής υπεροχής των Rafale αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ελληνική αεροπορική ισχύ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών