Τελευταία Νέα
Διεθνή

Παγκόσμιο δέος – Το Ιράν με Hormuz και πυρηνικά τρομάζει τη Δύση – Έχει όμως και ένα τρίτο όπλο που προκαλεί πανικό στις ΗΠΑ

Παγκόσμιο δέος – Το Ιράν με Hormuz και πυρηνικά τρομάζει τη Δύση – Έχει όμως και ένα τρίτο όπλο που προκαλεί πανικό στις ΗΠΑ
Το πραγματικό ιρανικό όπλο είναι η αβεβαιότητα που αναστατώνει και ανατρέπει την πολιτική των ΗΠΑ και της Δύσης στον Περσικό Κόλπο 
Υπάρχει ένα θεμελιώδες λάθος στον τρόπο με τον οποίο συχνά αναλύεται η ισχύς του Ιράν απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες: η σύγκριση γίνεται με τους όρους που ευνοούν την Ουάσιγκτον.
Αριθμός μαχητικών αεροσκαφών, αεροπλανοφόρων, προηγμένων βομβαρδιστικών, δορυφόρων, βάσεων και συνολικών αμυντικών δαπανών.
Αν η συζήτηση περιοριστεί σε αυτά, η αμερικανική υπεροχή είναι αναμφισβήτητη.
Η Τεχεράνη, όμως, εδώ και δεκαετίες οικοδομεί την αποτροπή της πάνω σε μια εντελώς διαφορετική λογική.
Δεν επιχειρεί να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιγράφοντας το αμερικανικό στρατιωτικό μοντέλο.
Προσπαθεί να εντοπίσει τα σημεία στα οποία η τεράστια αμερικανική ισχύς γίνεται περισσότερο ευάλωτη πολιτικά, οικονομικά και γεωγραφικά και να επενδύσει δυσανάλογα σε αυτά.
Αυτή είναι η ουσία της ασύμμετρης στρατηγικής.
Και σήμερα δύο ιρανικοί μοχλοί βρίσκονται στο επίκεντρό της: το πυρηνικό πρόγραμμα και το Στενό του Hormuz.
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό.
Μετά τον δωδεκαήμερο πόλεμο του 2025, τα αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις και τη νέα, πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική σύγκρουση που άρχισε τον Φεβρουάριο του 2026, η σχέση μεταξύ αυτών των δύο μορφών αποτροπής έχει μεταβληθεί.
Το πυρηνικό πρόγραμμα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά χαρτιά της Τεχεράνης.
Όμως το Hormuz απέδειξε κάτι που μέχρι πρόσφατα υπήρχε κυρίως ως απειλή: ότι η γεωγραφία μπορεί να μετατραπεί σε όπλο με άμεσες συνέπειες για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Η πραγματική λογική της ιρανικής ασύμμετρης ισχύος

Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει συμμετρικά τις Ηνωμένες Πολιτείες στην αεροπορία ή στη ναυτική ισχύ ανοικτής θαλάσσης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένο να δεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.
Αντίθετα, η ιρανική στρατηγική επιδιώκει να μετατρέψει τις αμερικανικές επιχειρήσεις σε ένα πολιτικά και οικονομικά δύσκολο εγχείρημα.
Πύραυλοι, drones, υπόγειες εγκαταστάσεις, περιφερειακή γεωγραφία, ενεργειακές οδοί και το πυρηνικό πρόγραμμα λειτουργούν όχι απαραίτητα ως ανεξάρτητα όπλα αλλά ως αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα αποτροπής.
Η πυρηνική δραστηριότητα δημιουργεί ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό δίλημμα για τη Δύση.
Το Hormuz δημιουργεί ένα άμεσο οικονομικό δίλημμα.
Και ο συνδυασμός τους είναι πολύ πιο επικίνδυνος για την Ουάσιγκτον από οποιοδήποτε από τα δύο χωριστά.
Ακόμη και αναλυτές του Atlantic Council, ενός οργανισμού που κάθε άλλο παρά φιλοϊρανικός μπορεί να χαρακτηριστεί, αναγνωρίζουν πλέον ότι το Ιράν διαθέτει δύο σημαντικούς διαπραγματευτικούς μοχλούς ταυτόχρονα: το πυρηνικό του πρόγραμμα και τα Στενά του Hormuz.
Αυτό αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη στρατηγική μεταβολή των τελευταίων ετών.

Το πυρηνικό πρόγραμμα: Το όπλο της στρατηγικής αβεβαιότητας


Για χρόνια, το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελούσε τον κυριότερο μηχανισμό μέσω του οποίου η Τεχεράνη μπορούσε να αναγκάζει τις δυτικές κυβερνήσεις να επιστρέφουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η ισχύς του δεν βρισκόταν αποκλειστικά στο εμπλουτισμένο ουράνιο. Βρισκόταν στην αβεβαιότητα.
Πόσο κοντά μπορεί να φτάσει το Ιράν στην τεχνολογική δυνατότητα κατασκευής πυρηνικού όπλου;
Πόσο γρήγορα μπορεί να ανασυγκροτήσει εγκαταστάσεις που δέχονται επίθεση;
Πού βρίσκεται το υλικό του; Μέχρι ποιο επίπεδο μπορεί να προχωρήσει ο εμπλουτισμός χωρίς να περάσει το πολιτικό κατώφλι της κατασκευής όπλου;
Αυτά τα ερωτήματα δημιουργούν πίεση στην Ουάσιγκτον πολύ πριν υπάρξει πραγματική ιρανική πυρηνική βόμβα.
Στην πραγματικότητα, η τελευταία διαθέσιμη αποτίμηση του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας καταδεικνύει ακριβώς αυτή την αβεβαιότητα.
Ο IAEA υπολόγιζε ότι τον Ιούνιο του 2025 το Ιράν διέθετε περίπου 440,9 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60%, αλλά αναφέρει ότι, εξαιτίας της έλλειψης πρόσβασης στις δηλωμένες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, δεν μπορεί σήμερα να προσδιορίσει το μέγεθος, τη σύνθεση ή την τοποθεσία του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου ούτε την τρέχουσα κατάσταση του προγράμματος φυγοκεντρητών.
Από δυτική σκοπιά αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα μη διάδοσης.
Από ιρανική στρατηγική σκοπιά, όμως, δημιουργεί έναν ισχυρό μοχλό.
Η Ουάσινγκτον μπορεί να βομβαρδίσει εγκαταστάσεις.
Δεν μπορεί τόσο εύκολα να βομβαρδίσει την τεχνογνωσία.
Μπορεί να καταστρέψει φυγοκεντρητές.
Δεν μπορεί να εξαφανίσει δεκαετίες επιστημονικής εμπειρίας.
Και όσο υπάρχει αβεβαιότητα για το υλικό και τις δυνατότητες που έχουν επιβιώσει, η πυρηνική εξίσωση παραμένει ανοικτή.
Ο IAEA, μάλιστα, τον Ιούνιο του 2026 δήλωνε ότι εξακολουθούσε να μην μπορεί να επαληθεύσει σημαντικές ποσότητες προηγουμένως δηλωμένου πυρηνικού υλικού και ζητούσε από το Ιράν πλήρη πρόσβαση και πληροφορίες.
Αυτό αποτελεί πρόβλημα για το διεθνές σύστημα επιτήρησης, αλλά ταυτόχρονα δείχνει γιατί η ιδέα ότι οι αεροπορικές επιδρομές «έλυσαν» το πυρηνικό ζήτημα είναι υπερβολικά απλουστευτική.

nuk_1_2.jpg
Όμως το Hormuz έκανε κάτι που το πυρηνικό πρόγραμμα δεν μπορούσε

Το πυρηνικό πρόγραμμα δημιουργεί φόβο για το μέλλον.
Το Hormuz δημιουργεί λογαριασμό σήμερα.
Αυτή είναι η τεράστια διαφορά.
Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στο Στενό είχε άμεση επίδραση στις ενεργειακές αγορές, στην παραγωγή πετρελαίου, στα αποθέματα και στις τιμές καυσίμων.
Σύμφωνα με την αμερικανική Energy Information Administration, οι διαταραχές στο Hormuz κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 περιόρισαν σημαντικά τις διεθνείς ροές αργού, ανάγκασαν παραγωγούς της Μέσης Ανατολής να μειώσουν παραγωγή και συνέβαλαν ώστε το Brent να φτάσει ακόμη και τα 118 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο.
Υπολογίζεται ότι τον Αύγουστο η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου το 2026 θα είναι κατά 4,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη, με τις διαταραχές στο Hormuz να αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες της ενεργειακής πίεσης.
Η παραγωγή στη Μέση Ανατολή παρέμενε τον Ιούλιο κατά 8,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα.
Εδώ αποκαλύπτεται η γεωπολιτική αξία του Ιράν.
Μια μεσαία δύναμη μπορεί, μέσω της γεωγραφικής της θέσης, να δημιουργήσει οικονομικό πρόβλημα στην ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου και σε δεκάδες άλλες οικονομίες ταυτόχρονα.
Αυτό είναι ασύμμετρη ισχύς στην καθαρότερη μορφή της.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να υποστηρίζει ότι ελέγχει το Hormuz αλλά η αγορά λέει κάτι διαφορετικό
Η πολιτική σημασία των Στενών έγινε ακόμη πιο εμφανής τον Αύγουστο.
Ο Donald Trump υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τον έλεγχο του Hormuz.
Όμως στις 14 Αυγούστου τα πραγματικά δεδομένα ναυσιπλοΐας έδειχναν μια πολύ πιο περίπλοκη κατάσταση: μόλις δύο πλοία είχαν περάσει από το Στενό εκείνη την ημέρα, χωρίς ορατή μεταφορά αργού πετρελαίου, έναντι περισσότερων από 130 πλοίων ημερησίως πριν από τον πόλεμο.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της συζήτησης.
Ο έλεγχος μιας θαλάσσιας οδού δεν αποδεικνύεται με μία δήλωση ούτε με τον αριθμό των πολεμικών πλοίων που βρίσκονται στην περιοχή.
Αποδεικνύεται από το εάν τα εμπορικά πλοία αισθάνονται αρκετά ασφαλή για να τη χρησιμοποιήσουν.
Και εφόσον η εμπορική ναυτιλία φοβάται ιρανικά drones, πυραύλους ή άλλες επιθέσεις, η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει το αμερικανικό ναυτικό σε μια κλασική ναυμαχία για να επηρεάζει τη συμπεριφορά της παγκόσμιας αγοράς.
Χρειάζεται μόνο να διατηρεί αξιόπιστο κίνδυνο.
Αυτό ακριβώς είναι η αποτροπή.
222_2.webp

Το επιχείρημα του Atlantic Council: Το Hormuz χάνει σταδιακά τη δύναμή του


Υπάρχει, βέβαια, ένα σοβαρό αντεπιχείρημα.
Ο αναλυτής του Atlantic Council Landon Derentz υποστήριξε στις 12 Αυγούστου ότι όσο περισσότερο το Ιράν διατηρεί το Hormuz υπό πίεση, τόσο περισσότερο ωθεί τον υπόλοιπο κόσμο να προσαρμοστεί.
Ενεργειακοί εισαγωγείς αναζητούν νέους προμηθευτές, εναλλακτικές διαδρομές ενεργοποιούνται, παραγωγοί εκτός περιοχής αυξάνουν την παρουσία τους και οι αγορές μαθαίνουν σταδιακά να ζουν με τη διαταραχή.
Κατά τον Derentz, επομένως, η αξία του Hormuz ως μοχλού εκβιασμού μειώνεται με τον χρόνο, σε αντίθεση με το πυρηνικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να διατηρεί τη στρατηγική του αξία περισσότερο.
Το επιχείρημα έχει βάση.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν αγωγούς που μπορούν να παρακάμπτουν σε έναν βαθμό το Στενό.
Η Κίνα μπορεί να διαφοροποιήσει πηγές εισαγωγών.
Οι δυτικές οικονομίες μπορούν να στραφούν περισσότερο προς παραγωγούς στην αμερικανική ήπειρο.
Όσο διαρκεί μια κρίση, η παγκόσμια οικονομία αναζητεί τρόπους προσαρμογής.
Όμως εδώ υπάρχει μια σημαντική αντίφαση.
Εάν το Hormuz είχε ήδη χάσει ουσιαστικά την ισχύ του, δεν θα βλέπαμε τόσο έντονη παγκόσμια ανησυχία για την επαναλειτουργία του, τόσο μεγάλες διακυμάνσεις στην αγορά πετρελαίου και τόσο ισχυρή πολιτική πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από τις τιμές των καυσίμων.
Στις 14 Αυγούστου, ο ίδιος ο Donald Trump αναγκάστηκε να υπερασπιστεί δημόσια τις υψηλότερες τιμές βενζίνης, ενώ η μέση τιμή στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε φτάσει περίπου τα 4,08 δολάρια ανά γαλόνι, αυξημένη κατά 29% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Αυτό δεν μοιάζει με έναν μοχλό που έχει καταστεί ασήμαντος.
horm_2_9.jpg

Το μεγάλο μειονέκτημα του Hormuz για το ίδιο το Ιράν

Η Τεχεράνη, βέβαια, πληρώνει επίσης τίμημα.
Η διατάραξη του Στενού δεν πλήττει μόνο τους αντιπάλους του Ιράν.
Πλήττει τις δικές του εξαγωγές, μειώνει έσοδα, αυξάνει την οικονομική πίεση και προκαλεί προβλήματα σε χώρες με τις οποίες το Ιράν επιθυμεί καλές σχέσεις.
Ο Masoud Pezeshkian έχει αναγνωρίσει ότι ο πόλεμος, οι αμερικανικές κυρώσεις και ο αποκλεισμός ιρανικών λιμανιών έχουν επιβαρύνει την οικονομία και τον πληθωρισμό.
Αυτό σημαίνει ότι το Hormuz δεν είναι ένα όπλο που μπορεί να χρησιμοποιείται επ' αόριστον χωρίς κόστος.
Αλλά ούτε μια πυρηνική στρατηγική είναι χωρίς κόστος. Προκαλεί κυρώσεις, ενισχύει την πιθανότητα στρατιωτικών πληγμάτων και μπορεί να προκαλέσει ευρύτερο εξοπλιστικό ανταγωνισμό στην περιοχή.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος μοχλός είναι «τέλειος».
Είναι ποιος συνδυασμός δημιουργεί περισσότερο κόστος στον αντίπαλο από ό,τι στο ίδιο το Ιράν.
Γιατί το πυρηνικό πρόγραμμα μόνο του δεν απέτρεψε τον πόλεμο
Υπάρχει και ένα ακόμη ισχυρό επιχείρημα υπέρ της μεγαλύτερης σημασίας του Hormuz.
Εάν το πυρηνικό πρόγραμμα αρκούσε από μόνο του για να αποτρέψει στρατιωτική επίθεση, τότε οι πόλεμοι και τα πλήγματα των τελευταίων δύο ετών δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί.
Το Ισραήλ επιτέθηκε σε ιρανικούς πυρηνικούς και στρατιωτικούς στόχους το 2025, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έπληξαν τις εγκαταστάσεις Fordow, Natanz και Esfahan. Ο IAEA επιβεβαίωσε τα πλήγματα στις τρεις εγκαταστάσεις.
Η πυρηνική ικανότητα λοιπόν δεν απέτρεψε από μόνη της τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Το Hormuz, αντίθετα, δεν λειτουργεί με την υπόσχεση ενός μελλοντικού κινδύνου. Μεταφέρει τον πόλεμο μέσα στην καθημερινότητα των αντιπάλων: στο πρατήριο καυσίμων, στον πληθωρισμό, στις ασφαλιστικές τιμές των πλοίων, στις βιομηχανικές πρώτες ύλες και στο κόστος μεταφοράς.
Η γεωγραφία μετατρέπει την ιρανική αποτροπή από αφηρημένη στρατηγική συζήτηση σε άμεσο οικονομικό πρόβλημα.

nuk_2_4.jpg
Η καλύτερη στρατηγική για το Ιράν δεν είναι «ή το ένα ή το άλλο»


Και εδώ καταλήγουμε στο ουσιαστικό συμπέρασμα.
Η συζήτηση «πυρηνικό πρόγραμμα ή Hormuz» είναι πιθανότατα λανθασμένη από την αρχή.
Η αποτελεσματικότερη αποτροπή δεν είναι μονοδιάστατη.
Εάν η Τεχεράνη στηριχθεί αποκλειστικά στο Hormuz, δίνει χρόνο στους αντιπάλους της να κατασκευάσουν παρακαμπτήριες υποδομές και να αναδιατάξουν την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Εάν βασιστεί αποκλειστικά στο πυρηνικό πρόγραμμα, κινδυνεύει να επιστρέψει σε έναν κύκλο όπου οι δυτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν κυρώσεις, σαμποτάζ και αεροπορικά πλήγματα με την ελπίδα ότι μπορούν να καθυστερούν επ' αόριστον την τεχνολογική του πρόοδο.
Ο συνδυασμός, όμως, αλλάζει δραματικά την εξίσωση.
Το πυρηνικό ζήτημα δίνει στο Ιράν στρατηγικό βάθος χρόνου.
Το Hormuz του δίνει άμεση οικονομική πίεση.
Οι πύραυλοι και τα drones προσθέτουν στρατιωτικό κόστος.
Η γεωγραφική θέση δημιουργεί περιφερειακή επιρροή.
Και η δυνατότητα να μεταφέρει την κρίση από το στρατιωτικό πεδίο στην παγκόσμια οικονομία δίνει στην Τεχεράνη έναν τύπο ισχύος που δεν μπορεί να μετρηθεί απλώς σε αριθμό αεροσκαφών.

Το πραγματικό ιρανικό όπλο είναι η αβεβαιότητα


Στην τελική ανάλυση, ούτε το Hormuz ούτε το πυρηνικό πρόγραμμα είναι από μόνο του το ισχυρότερο «όπλο» του Ιράν.
Το ισχυρότερο όπλο είναι η δυνατότητα της Τεχεράνης να αναγκάζει την Ουάσινγκτον να αντιμετωπίζει πολλά διαφορετικά ρίσκα ταυτόχρονα.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξήσουν τη στρατιωτική πίεση, υπάρχει το ενεργειακό κόστος του Hormuz.
Εάν επιχειρήσουν να αγνοήσουν το πυρηνικό πρόγραμμα, υπάρχει η αβεβαιότητα για το πόσο μπορεί να προχωρήσει.
Εάν επιδιώξουν έναν μακρύ πόλεμο, αυξάνεται το οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Εάν ζητήσουν συμφωνία, το Ιράν διαθέτει πλέον περισσότερα από ένα αντικείμενα προς διαπραγμάτευση.
Ακριβώς γι' αυτό η παραδοσιακή σύγκριση στρατιωτικής ισχύος είναι παραπλανητική.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να παρατάξουν περισσότερα και καλύτερα συμβατικά όπλα.
Το Ιράν, όμως, επιχειρεί να καθορίσει ποιο θα είναι το πεδίο στο οποίο αυτά τα όπλα πρέπει να χρησιμοποιηθούν και ποιο θα είναι το τίμημα της χρήσης τους.
Η πραγματική επιτυχία της ιρανικής στρατηγικής δεν θα ήταν να αποδείξει ότι μπορεί να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια συμβατική στρατιωτική αναμέτρηση.
Θα ήταν να αποδείξει ότι καμία στρατιωτική νίκη επί του Ιράν δεν μπορεί να αποκτηθεί σε αποδεκτό οικονομικό, ενεργειακό και πολιτικό κόστος.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο το πυρηνικό πρόγραμμα και το Στενό του Hormuz παύουν να είναι ανταγωνιστικοί μοχλοί και γίνονται δύο πλευρές της ίδιας στρατηγικής.
Το πυρηνικό πρόγραμμα αναγκάζει τη Δύση να φοβάται τι μπορεί να συμβεί αύριο.
Το Hormuz την αναγκάζει να πληρώνει σήμερα.
Για την Τεχεράνη, αυτή η διπλή πίεση είναι πολύ ισχυρότερη από την επιλογή ενός μόνο «όπλου».
Και όσο η Ουάσινγκτον πρέπει να υπολογίζει ταυτόχρονα το πυρηνικό ρίσκο, την ασφάλεια του Hormuz, τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και το κόστος ενός παρατεταμένου πολέμου, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει κάτι που δεν αποτυπώνεται στους πίνακες στρατιωτικής ισχύος: τη δυνατότητα να καθορίζει ένα σημαντικό μέρος του κόστους της ίδιας της σύγκρουσης.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης