Η στρατιωτική επίθεση εναντίον του Ιράν, η οποία διατάχθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου, εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον ανεπιθύμητες συρράξεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ισχυρούς τριγμούς στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό και μια διαφαινόμενη εκλογική καταστροφή για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις επερχόμενες κάλπες του Νοεμβρίου αποτυπώνουν οι τελευταίες αναλύσεις του Ron Paul Institute.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ευρεία επικράτηση των Δημοκρατικών και σοβαρό ενδεχόμενο απώλειας του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι, παρά την απουσία εναλλακτικού οράματος από την πλευρά των αντιπάλων τους, εισπράττουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών για τις επιλογές τους.
Κεντρικός πυρήνας της λαϊκής οργής αποτελεί η πλήρης εκχώρηση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του Κογκρέσου σχετικά με την κήρυξη πολέμου στη διοίκηση του Λευκού Οίκου.
Η στρατιωτική επίθεση εναντίον του Ιράν, η οποία διατάχθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου, εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον ανεπιθύμητες συρράξεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ενέργεια αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς το Ιράν να έχει επιτεθεί ή να έχει απειλήσει άμεσα τις ΗΠΑ, ενώ οι ίδιες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών επιβεβαίωναν πως η Τεχεράνη δεν κατασκεύαζε πυρηνικά όπλα, παρά τους ισχυρισμούς περί πλήρους καταστροφής του πυρηνικού της προγράμματος από προγενέστερους βομβαρδισμούς.
Στρατιωτικές επιχειρήσεις
Σε αντίθεση με προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως στη μέση Ανατολή, όπου η κοινή γνώμη συσπειρωνόταν αρχικά πίσω από την ηγεσία, αυτή τη φορά η πλειονότητα των Αμερικανών πολιτών ήταν εξαρχής αντίθετη στον πόλεμο.
Η παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από βαριές οικονομικές συνέπειες για την αμερικανική κοινωνία, καθώς το εθνικό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, οι τιμές των καυσίμων εκτινάχθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ και ο πληθωρισμός πλήττει καίρια τη μεσαία και τη χαμηλότερη εισοδηματική τάξη, διαψεύδοντας τις προσδοκίες για μια γρήγορη και εύκολη επικράτηση.
Η αμήχανη στάση των Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών επιτείνει την κρίση ηγεσίας.
Ενώ στις περιφέρειές τους υπόσχονται στους ψηφοφόρους την ταχεία λήξη των εχθροπραξιών για να διασώσουν την επανεκλογή τους, στην Ουάσινγκτον υπερψηφίζουν τη συνέχιση των πολεμικών πιστώσεων, φοβούμενοι τη ρήξη με τον Λευκό Οίκο.
Την ίδια στιγμή, η απόρριψη διπλωματικών πρωτοβουλιών, όπως η πρόσφατη πρόταση της ιρανικής αντιπροσωπείας στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την υπογραφή μνημονίου συνεννόησης, αποκαλύπτει την απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από την κρίση.
Η ελπίδα της αμερικανικής διοίκησης για οικονομική κατάρρευση του Ιράν μέσω κυρώσεων φαίνεται να αγνοεί την πολυετή αντοχή της ιρανικής οικονομίας σε παρόμοιες πιέσεις.
Παρά το γεγονός ότι η πολιτική της σύγκρουσης βρίσκει στήριξη και στα δύο μεγάλα κόμματα της Ουάσινγκτον, μια ενδεχόμενη εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών ενδέχεται να λειτουργήσει ως αφύπνιση, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή στις παραδοσιακές αντιπολεμικές αρχές της παράταξης και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.
www.bankingnews.gr
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ευρεία επικράτηση των Δημοκρατικών και σοβαρό ενδεχόμενο απώλειας του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι, παρά την απουσία εναλλακτικού οράματος από την πλευρά των αντιπάλων τους, εισπράττουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών για τις επιλογές τους.
Κεντρικός πυρήνας της λαϊκής οργής αποτελεί η πλήρης εκχώρηση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του Κογκρέσου σχετικά με την κήρυξη πολέμου στη διοίκηση του Λευκού Οίκου.
Η στρατιωτική επίθεση εναντίον του Ιράν, η οποία διατάχθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου, εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον ανεπιθύμητες συρράξεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ενέργεια αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς το Ιράν να έχει επιτεθεί ή να έχει απειλήσει άμεσα τις ΗΠΑ, ενώ οι ίδιες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών επιβεβαίωναν πως η Τεχεράνη δεν κατασκεύαζε πυρηνικά όπλα, παρά τους ισχυρισμούς περί πλήρους καταστροφής του πυρηνικού της προγράμματος από προγενέστερους βομβαρδισμούς.
Στρατιωτικές επιχειρήσεις
Σε αντίθεση με προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως στη μέση Ανατολή, όπου η κοινή γνώμη συσπειρωνόταν αρχικά πίσω από την ηγεσία, αυτή τη φορά η πλειονότητα των Αμερικανών πολιτών ήταν εξαρχής αντίθετη στον πόλεμο.
Η παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από βαριές οικονομικές συνέπειες για την αμερικανική κοινωνία, καθώς το εθνικό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, οι τιμές των καυσίμων εκτινάχθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ και ο πληθωρισμός πλήττει καίρια τη μεσαία και τη χαμηλότερη εισοδηματική τάξη, διαψεύδοντας τις προσδοκίες για μια γρήγορη και εύκολη επικράτηση.
Η αμήχανη στάση των Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών επιτείνει την κρίση ηγεσίας.
Ενώ στις περιφέρειές τους υπόσχονται στους ψηφοφόρους την ταχεία λήξη των εχθροπραξιών για να διασώσουν την επανεκλογή τους, στην Ουάσινγκτον υπερψηφίζουν τη συνέχιση των πολεμικών πιστώσεων, φοβούμενοι τη ρήξη με τον Λευκό Οίκο.
Την ίδια στιγμή, η απόρριψη διπλωματικών πρωτοβουλιών, όπως η πρόσφατη πρόταση της ιρανικής αντιπροσωπείας στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την υπογραφή μνημονίου συνεννόησης, αποκαλύπτει την απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από την κρίση.
Η ελπίδα της αμερικανικής διοίκησης για οικονομική κατάρρευση του Ιράν μέσω κυρώσεων φαίνεται να αγνοεί την πολυετή αντοχή της ιρανικής οικονομίας σε παρόμοιες πιέσεις.
Παρά το γεγονός ότι η πολιτική της σύγκρουσης βρίσκει στήριξη και στα δύο μεγάλα κόμματα της Ουάσινγκτον, μια ενδεχόμενη εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών ενδέχεται να λειτουργήσει ως αφύπνιση, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή στις παραδοσιακές αντιπολεμικές αρχές της παράταξης και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών