Η υπόθεση με τα Μάρμαρα Παυλίδης έχει πάρει τον δρόμο της δικαιοσύνης, με εισαγγελική έρευνα που ξεκίνησε ήδη από το 2023, αλλά δύο χρόνια μετά η εικόνα παραμένει θολή και η εξέλιξη αργή
Ενώ στην Ελλάδα η πολύκροτη υπόθεση των Μαρμάρων Παυλίδης παίζει καθημερινά στα πρωτοσέλιδα, μια πιο σκοτεινή λεπτομέρεια έχει μείνει σχεδόν εκτός κάδρου: ο ρόλος ενός fund με διαδρομές που ξεκινούν από τη Σλοβενία και περνούν από Κύπρο και Λουξεμβούργο.
Σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, αυτό το σχήμα λειτούργησε ως κλειδί για μια από τις πιο επιθετικές εταιρικές μεταβιβάσεις που έχει δει η ελληνική βιομηχανία τα τελευταία χρόνια.
Το θέμα δεν αφορά μόνο τη Δράμα ή τον κλάδο του μαρμάρου.
Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο ένα διεθνές επενδυτικό πλέγμα μπορεί να «κουμπώσει» πάνω σε οικογενειακές συγκρούσεις, να αξιοποιήσει θολές αποτιμήσεις και να στήσει μια αλυσίδα κινήσεων ώστε να αλλάξει χέρια ένας όμιλος-κολοσσός, σε χρόνο που, για πολλούς, μοιάζει αφύσικα γρήγορος.
Και μέσα σε όλα, οι θεσμικοί έλεγχοι έμοιαζαν να κοιτούν αλλού, σιωπηλοί, αμήχανοι τόσο.
Ένα fund που εμφανίστηκε σαν «λύση»
Το επίμαχο σχήμα παρουσιάστηκε ως στρατηγικός επενδυτής. Ωστόσο, ειδικοί που έχουν παρακολουθήσει ανάλογες περιπτώσεις κάνουν λόγο για μια «υβριδική» κατασκευή: εταιρείες-κέλυφος, θυρίδες συμμετοχών με ασαφείς πραγματικούς δικαιούχους, διαχειριστές που έχουν εμφανιστεί και σε distressed deals στη Σλοβενία και ένα modus operandi που θυμίζει επιθετικό corporate raiding.
Το fund φορούσε τον μανδύα του σοβαρού διασώστη. Όμως το ιστορικό του, όπως το περιγράφουν άνθρωποι που γνωρίζουν τον χώρο, παραπέμπει σε «διασώσεις» οι οποίες τελικά κατέληγαν σε τεμαχισμό περιουσιακών στοιχείων και εκχωρήσεις κομμάτι-κομμάτι, αφήνοντας πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.
Πώς στήθηκε η αλυσίδα
Η αφετηρία ήταν η πώληση του ομίλου το 2023 σε fund που μπήκε ως στρατηγικός επενδυτής.
Το τίμημα, περίπου 260 εκατομμύρια ευρώ, προκάλεσε από την πρώτη στιγμή συζητήσεις. Εντός της οικογένειας, αλλά και στην αγορά, υπήρξαν φωνές ότι η πραγματική αξία – με βάση αποθέματα λατομείων, εξαγωγές και διεθνή θέση – ήταν σαφώς υψηλότερη, ακόμη και διπλάσια.
Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία κύλησε γρήγορα, με λίγες δημόσιες ερωτήσεις.
Το σοκ ήρθε περίπου πέντε μήνες αργότερα: ο Χριστόφορος Παυλίδης επανεμφανίστηκε ως αγοραστής και ανέκτησε τον έλεγχο.
Η ακολουθία πώληση–επαναγορά άναψε υποψίες για «σκηνοθετημένο» σχήμα που στόχευε στην απομάκρυνση άλλων μελών της οικογένειας και στη μεταβολή των μετοχικών ισορροπιών.
Στο παρασκήνιο, ενισχύθηκε η εκτίμηση ότι το fund δεν ήταν ο πραγματικός παίκτης αλλά ένα ενδιάμεσο όχημα, μια βιτρίνα που κάλυπτε τις πραγματικές ροές κεφαλαίων.
Εδώ εντοπίζεται το «σλοβενικό ίχνος». Το fund συνδέεται με εταιρικές δομές στη Σλοβενία, που έχουν χρησιμοποιηθεί και σε άλλες αγορές εταιρειών μέσω πολλαπλών εταιρικών layers.
Η εικόνα που περιγράφεται είναι ένας μηχανισμός ενδιάμεσων εταιρειών-κελύφων: μία στην Κύπρο, μία στη Σλοβενία, άλλη στο Λουξεμβούργο. Κάθε κρίκος κρατά ένα κομμάτι, με αποτέλεσμα ο τελικός ωφελούμενος να χάνεται μέσα σε επίπεδα.
Οι καταγγελίες και τα ανοιχτά μέτωπα
Οι υπόλοιποι της οικογένειας προχώρησαν σε βαριές καταγγελίες: ότι υποτιμήθηκαν αποθέματα στα λατομεία, ότι παρουσιάστηκαν αλλοιωμένα οικονομικά δεδομένα και ότι η όλη κατασκευή πώλησης–επαναγοράς στήθηκε για να περάσει ο έλεγχος σε ένα μόνο πρόσωπο.
Η υπόθεση πήρε τον δρόμο της δικαιοσύνης, με εισαγγελική έρευνα που ξεκίνησε ήδη από το 2023, αλλά δύο χρόνια μετά η εικόνα παραμένει θολή και η εξέλιξη αργή.
Το υπόμνημα του Χριστόφορου Παυλίδη προς την εισαγγελία, που κατατέθηκε μέσα στο 2025, άναψε νέα φωτιά.
Από τη μία μιλά για συκοφαντία, από την άλλη χαρακτηρίζει τις αποτιμήσεις «υποκειμενικές», ενώ ταυτόχρονα επικαλείται συγκεκριμένες εκθέσεις ως απολύτως αντικειμενικές, ανοίγοντας μια προφανή αντίφαση που ήδη σχολιάζεται σε νομικούς και οικονομικούς κύκλους.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, μένει αναπάντητο: ποιος ήταν πίσω από το fund; Αν επρόκειτο για βιτρίνα, ποιος ήθελε η εταιρεία να περάσει από αυτήν τη διαδρομή; Γιατί χρειάστηκε η πολυεπίπεδη δομή;
Γιατί η πώληση έγινε τόσο γρήγορα και η επαναγορά ακόμη ταχύτερα; Και, τελικά, πού κατέληξαν τα εκατομμύρια που διακινήθηκαν μέσα από το σύστημα των εταιρικών layers;
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, αυτό το σχήμα λειτούργησε ως κλειδί για μια από τις πιο επιθετικές εταιρικές μεταβιβάσεις που έχει δει η ελληνική βιομηχανία τα τελευταία χρόνια.
Το θέμα δεν αφορά μόνο τη Δράμα ή τον κλάδο του μαρμάρου.
Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο ένα διεθνές επενδυτικό πλέγμα μπορεί να «κουμπώσει» πάνω σε οικογενειακές συγκρούσεις, να αξιοποιήσει θολές αποτιμήσεις και να στήσει μια αλυσίδα κινήσεων ώστε να αλλάξει χέρια ένας όμιλος-κολοσσός, σε χρόνο που, για πολλούς, μοιάζει αφύσικα γρήγορος.
Και μέσα σε όλα, οι θεσμικοί έλεγχοι έμοιαζαν να κοιτούν αλλού, σιωπηλοί, αμήχανοι τόσο.
Ένα fund που εμφανίστηκε σαν «λύση»
Το επίμαχο σχήμα παρουσιάστηκε ως στρατηγικός επενδυτής. Ωστόσο, ειδικοί που έχουν παρακολουθήσει ανάλογες περιπτώσεις κάνουν λόγο για μια «υβριδική» κατασκευή: εταιρείες-κέλυφος, θυρίδες συμμετοχών με ασαφείς πραγματικούς δικαιούχους, διαχειριστές που έχουν εμφανιστεί και σε distressed deals στη Σλοβενία και ένα modus operandi που θυμίζει επιθετικό corporate raiding.
Το fund φορούσε τον μανδύα του σοβαρού διασώστη. Όμως το ιστορικό του, όπως το περιγράφουν άνθρωποι που γνωρίζουν τον χώρο, παραπέμπει σε «διασώσεις» οι οποίες τελικά κατέληγαν σε τεμαχισμό περιουσιακών στοιχείων και εκχωρήσεις κομμάτι-κομμάτι, αφήνοντας πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.
Πώς στήθηκε η αλυσίδα
Η αφετηρία ήταν η πώληση του ομίλου το 2023 σε fund που μπήκε ως στρατηγικός επενδυτής.
Το τίμημα, περίπου 260 εκατομμύρια ευρώ, προκάλεσε από την πρώτη στιγμή συζητήσεις. Εντός της οικογένειας, αλλά και στην αγορά, υπήρξαν φωνές ότι η πραγματική αξία – με βάση αποθέματα λατομείων, εξαγωγές και διεθνή θέση – ήταν σαφώς υψηλότερη, ακόμη και διπλάσια.
Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία κύλησε γρήγορα, με λίγες δημόσιες ερωτήσεις.
Το σοκ ήρθε περίπου πέντε μήνες αργότερα: ο Χριστόφορος Παυλίδης επανεμφανίστηκε ως αγοραστής και ανέκτησε τον έλεγχο.
Η ακολουθία πώληση–επαναγορά άναψε υποψίες για «σκηνοθετημένο» σχήμα που στόχευε στην απομάκρυνση άλλων μελών της οικογένειας και στη μεταβολή των μετοχικών ισορροπιών.
Στο παρασκήνιο, ενισχύθηκε η εκτίμηση ότι το fund δεν ήταν ο πραγματικός παίκτης αλλά ένα ενδιάμεσο όχημα, μια βιτρίνα που κάλυπτε τις πραγματικές ροές κεφαλαίων.
Εδώ εντοπίζεται το «σλοβενικό ίχνος». Το fund συνδέεται με εταιρικές δομές στη Σλοβενία, που έχουν χρησιμοποιηθεί και σε άλλες αγορές εταιρειών μέσω πολλαπλών εταιρικών layers.
Η εικόνα που περιγράφεται είναι ένας μηχανισμός ενδιάμεσων εταιρειών-κελύφων: μία στην Κύπρο, μία στη Σλοβενία, άλλη στο Λουξεμβούργο. Κάθε κρίκος κρατά ένα κομμάτι, με αποτέλεσμα ο τελικός ωφελούμενος να χάνεται μέσα σε επίπεδα.
Οι καταγγελίες και τα ανοιχτά μέτωπα
Οι υπόλοιποι της οικογένειας προχώρησαν σε βαριές καταγγελίες: ότι υποτιμήθηκαν αποθέματα στα λατομεία, ότι παρουσιάστηκαν αλλοιωμένα οικονομικά δεδομένα και ότι η όλη κατασκευή πώλησης–επαναγοράς στήθηκε για να περάσει ο έλεγχος σε ένα μόνο πρόσωπο.
Η υπόθεση πήρε τον δρόμο της δικαιοσύνης, με εισαγγελική έρευνα που ξεκίνησε ήδη από το 2023, αλλά δύο χρόνια μετά η εικόνα παραμένει θολή και η εξέλιξη αργή.
Το υπόμνημα του Χριστόφορου Παυλίδη προς την εισαγγελία, που κατατέθηκε μέσα στο 2025, άναψε νέα φωτιά.
Από τη μία μιλά για συκοφαντία, από την άλλη χαρακτηρίζει τις αποτιμήσεις «υποκειμενικές», ενώ ταυτόχρονα επικαλείται συγκεκριμένες εκθέσεις ως απολύτως αντικειμενικές, ανοίγοντας μια προφανή αντίφαση που ήδη σχολιάζεται σε νομικούς και οικονομικούς κύκλους.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, μένει αναπάντητο: ποιος ήταν πίσω από το fund; Αν επρόκειτο για βιτρίνα, ποιος ήθελε η εταιρεία να περάσει από αυτήν τη διαδρομή; Γιατί χρειάστηκε η πολυεπίπεδη δομή;
Γιατί η πώληση έγινε τόσο γρήγορα και η επαναγορά ακόμη ταχύτερα; Και, τελικά, πού κατέληξαν τα εκατομμύρια που διακινήθηκαν μέσα από το σύστημα των εταιρικών layers;
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών