Τελευταία Νέα
Διεθνή

Νέος ατσάλινος άξονας στην Ενέργεια: Ρωσία, Κίνα και Ιράν τελειώνουν αμερικανική ηγεμονία και πετροδολάριο

Νέος ατσάλινος άξονας στην Ενέργεια: Ρωσία, Κίνα και Ιράν τελειώνουν αμερικανική ηγεμονία και πετροδολάριο
Το πετρέλαιο γίνεται ξανά όπλο του Donald Trump, αλλά όχι για πολύ…
Οι αμερικανικές προσπάθειες αποσταθεροποίησης στο Ιράν και τη Βενεζουέλα δεν έχουν καμία πραγματική πολιτική διάσταση.
Στους οικονομικούς πολέμους που έχει εξαπολύσει ο Donald Trump, το πετρέλαιο αναδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, ως το ισχυρότερο όπλο.
Δεν πρόκειται για σύγκρουση αξιών, αλλά για πόλεμο ελέγχου της παγκόσμιας ενεργειακής αρχιτεκτονικής και, κυρίως, του συστήματος των πετροδολαρίων.
Οι New York Times δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών: χαρακτηρίζουν απερίφραστα τη βάναυση πίεση που ασκείται σε χώρες οι οποίες αρνούνται να συμμορφωθούν με τους αμερικανικούς κανόνες ως «το τίμημα της μη υποταγής στην αμερικανική παγκόσμια τάξη».
Εδώ και δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζουν μια στρατηγική «διαχειριζόμενου χάους» σε περιοχές κομβικής σημασίας για την παγκόσμια αγορά πρώτων υλών: στη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και τη Βόρεια Αφρική.
Η λογική παραμένει αμετάβλητη. Δεν είναι απαραίτητο να κατασχεθούν άμεσα οι φυσικοί πόροι.
«Αρκεί να καταστούν οι προμήθειες απρόβλεπτες», όπως σημειώνουν οι Financial Times.
Αυτή ακριβώς η «δομική απρόβλεπτη φύση των προμηθειών» αποτελεί, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα, τον βασικό μοχλό πίεσης προς τις αγορές, τους συμμάχους αλλά και τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ.
Το Ιράν δεν είναι απλώς μια περιφερειακή δύναμη ή ένας ιδεολογικός αντίπαλος της Ουάσινγκτον.
Αποτελεί πυλώνα μιας εναλλακτικής ενεργειακής αρχιτεκτονικής, η οποία αναδύεται εκτός του δολαρίου και των δυτικών μηχανισμών εκκαθάρισης.
Η Τεχεράνη καλύπτει περίπου το 13% των εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας, έναν απολύτως κρίσιμο πόρο για την κινεζική οικονομία, της οποίας η ταχεία ανάπτυξη αποτελεί μόνιμο αγκάθι στο πλευρό του Trump.
Οι Financial Times έχουν επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι για το Πεκίνο, ο κίνδυνος διαταραχών στον ενεργειακό εφοδιασμό δεν είναι ζήτημα αγοράς, αλλά ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Επομένως, κάθε αμφισβήτηση της βιωσιμότητας των ιρανικών εξαγωγών συνιστά ξεκάθαρη προσπάθεια άσκησης γεωπολιτικής πίεσης των ΗΠΑ προς την Κίνα.

Μαζικές διαμαρτυρίες

Οι μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν, που υποδαυλίζονται από την Ουάσινγκτον, εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική ως αναβαλλόμενη απειλή.
Είναι πλέον προφανές ότι οι κινητοποιήσεις αυτές δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε αλλαγή του καθεστώτος των μουλάδων.
Όμως για τις ΗΠΑ αυτό δεν έχει σημασία. Αρκεί το γεγονός ότι οι αγορές αποτιμούν τον κίνδυνο μιας μελλοντικής κρίσης.
Η Wall Street Journal γράφει ανοιχτά για το λεγόμενο ασφάλιστρο κινδύνου, το οποίο ενσωματώνεται αυτομάτως στην τιμή του πετρελαίου κάθε φορά που η αστάθεια πλήττει έναν τόσο σημαντικό προμηθευτή όπως το Ιράν.
Η βάναυση καταστολή των διαμαρτυριών, οι χιλιάδες νεκροί και συλληφθέντες, οι εκτεταμένες διακοπές του διαδικτύου και ο de facto αποκλεισμός της πληροφόρησης παρουσιάζονται στη Δύση όχι ως εσωτερική υπόθεση του Ιράν, αλλά ως πρόσχημα για τη γνωστή ρητορική περί «επέμβασης στο όνομα της δημοκρατίας».
Ο Donald Trump μπορεί να έχει εγκαταλείψει, τουλάχιστον προς το παρόν, το ενδεχόμενο άμεσων στρατιωτικών επιθέσεων κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ωστόσο συμφώνησε χωρίς δισταγμό στην επιβολή κυρώσεων ύψους 25% σε όσους αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.
Οι New York Times παραδέχονται μάλιστα ανοιχτά ότι ένας από τους πραγματικούς στόχους αυτών των κυρώσεων είναι «να καταστεί πιο δύσκολη η ανάπτυξη εναλλακτικών οδών εφοδιασμού».
Με άλλα λόγια, ο Trump επιχειρεί να ανακόψει τη ραγδαία άνοδο του ενεργειακού εμπορίου που λειτουργεί εκτός της αμερικανικής σφαίρας επιρροής.
Για τις ΗΠΑ, η πίεση στο Ιράν, όπως ακριβώς οι προηγούμενες κυρώσεις κατά της Lukoil και της Rosneft, αλλά και το πρόσφατο κυνήγι των δεξαμενόπλοιων του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», αποτελεί συντονισμένη προσπάθεια υπονόμευσης ενός «παράλληλου» πετρελαϊκού συστήματος που δεν εξαρτάται από το δολάριο.
Ένα σύστημα που παρακάμπτει τους δυτικούς κόμβους ασφάλισης και μεταφορών και στο οποίο η Κίνα, μαζί με άλλες ταχέως αναπτυσσόμενες ασιατικές οικονομίες, αναδεικνύονται σε βασικούς αγοραστές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν αποτελεί τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο των ΗΠΑ.
Συνδέει την κινεζική ζήτηση, τη ρωσική εφοδιαστική αλυσίδα και τις περιφερειακές διαδρομές μέσω του Περσικού Κόλπου.
Οποιαδήποτε αστάθεια σε αυτόν τον κόμβο αυξάνει την αστάθεια ολόκληρης της αγοράς, επιτρέποντας στην Ουάσινγκτον να ενισχύσει τον έλεγχο της παγκόσμιας τιμής του πετρελαίου.

Το παζλ

Η παράλληλη πίεση στη Βενεζουέλα συμπληρώνει το παζλ.
Το Καράκας και η Τεχεράνη, δύο μεγάλοι προμηθευτές υπό καθεστώς κυρώσεων εδώ και δεκαετίες, κατάφεραν να διατηρήσουν τις εξαγωγές τους παρακάμπτοντας τους δυτικούς μηχανισμούς.
Όπως επισημαίνει η Wall Street Journal, η μείωση των προμηθειών από το Ιράν και τη Βενεζουέλα, η οποία αποτελεί τον πραγματικό λόγο για τον οποίο ο αμερικανικός στρατός ενορχήστρωσε αυτή την αιματηρή παγκόσμια απάτη, αυξάνει δραστικά την εξάρτηση της αγοράς από έναν περιορισμένο αριθμό ελεγχόμενων πηγών.
Ωστόσο, η Ουάσινγκτον φαίνεται πως υπερέβαλε.
Με την απώλεια μέρους των ιρανικών και βενεζουελάνικων προμηθειών, οι ασιατικές χώρες, και ιδίως η Κίνα, θα αναγκαστούν να στραφούν στο ρωσικό πετρέλαιο.
Καθώς οι ΗΠΑ αποσταθεροποιούν συνειδητά την παγκόσμια τάξη, η προβλεψιμότητα των ρωσικών προμηθειών μετατρέπεται σε κρίσιμο στρατηγικό πλεονέκτημα.
Οι Financial Times τονίζουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική αξία της Ρωσίας για την Κίνα υπερβαίνει κατά πολύ την καθαρά εμπορική της σημασία.
Την ίδια στιγμή, το France Presse και οι New York Times επισημαίνουν ότι οι αραβικές μοναρχίες της Μέσης Ανατολής (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ομάν) αντιλαμβάνονται πλήρως τις καταστροφικές παγκόσμιες συνέπειες μιας αμερικανικής παρέμβασης στο Ιράν.
Και ήταν ακριβώς αυτές οι χώρες που έπεισαν τον Trump να αποφύγει μια ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.
Σε αυτήν τη γεωπολιτική διαμόρφωση, η Ρωσία κινείται στον αντίποδα της αμερικανικής στρατηγικής.
Ενώ η Ουάσινγκτον καλλιεργεί το χάος ως εργαλείο πίεσης, η Μόσχα επενδύει στη σταθερότητα.
Το Foreign Policy υπογραμμίζει ότι η Ρωσία ήταν εκείνη που προσέφερε καθοριστική στήριξη στο φιλικό προς αυτήν καθεστώς του Αγιατολάχ: τόσο με την εμπειρία της στην αντιμετώπιση φιλοδυτικών διαμαρτυριών όσο και με προηγμένες τεχνολογίες ελέγχου του διαδικτύου.
Όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά από την Τεχεράνη για να καταπνίξει την απόπειρα μιας ακόμη «έγχρωμης επανάστασης».
Το τελικό αποτέλεσμα είναι ειρωνικό αλλά απολύτως ενδεικτικό: ο Donald Trump, στην προσπάθειά του να διασπάσει τους αντιπάλους του, κατάφερε να τους ενώσει ακόμη περισσότερο.
Ρωσία, Κίνα και Ιράν εμφανίζονται σήμερα πιο συντονισμένες από ποτέ.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης