Όπως ανακοίνωσε το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), "την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, τις πρωινές ώρες, οι αρμόδιες στρατιωτικές αρχές προέβησαν στη σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων. Η εν λόγω σύλληψη έλαβε χώρα εντός στρατιωτικού χώρου, σε συνεργασία και συντονισμό με λοιπές κρατικές υπηρεσίες (παρουσία εξουσιοδοτημένου εισαγγελικού οργάνου), κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα".
Διοικητής μονάδας Πολεμικής Αεροπορίας στη Βάρκιζα
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο στρατιωτικός, μεταξύ 35-35 ετών, ήταν διοικητής μονάδας της Πολεμικής Αεροπορίας στη Βάρκιζα.
Όπως έχει διαπιστωθεί, έστελνε απόρρητες πληροφορίες στην Κίνα με εξειδικευμένο διαβαθμισμένο λογισμικό αποστολής.
Μεταξύ άλλων ήταν πληροφορίες της Αεροπορίας, Ενόπλων Δυνάμεων, ακόμη και του ΝΑΤΟ.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα διαπίστωσαν ότι είχε συγκεντρώσει μεγάλο όγκο απόρρητου υλικού για αποστολή, ενώ επιχειρούσε τη στρατολόγηση και άλλων ατόμων, γι' αυτό επισπεύσφθηκε η σύλληψή του.
Οι πράξεις που αποδίδονται στον συλληφθέντα αφορούν τη συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση, με κίνδυνο πρόκλησης βλάβης μάλιστα στα εθνικά συμφέροντα.
Από το λογισμικό που βρέθηκε στην κατοχή του μετά την σύλληψη, τεκμαίρεται η δράση του, η οποία φέρεται να γινόταν έναντι αμοιβής.
Οι πράξεις θεωρούνται αξιόποινες σύμφωνα με τον στρατιωτικό κώδικα και όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, θα ακολουθηθούν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες ενώ αναμένονται περισσότερες ανακοινώσεις.
Η υπόθεση κρίνεται ως εξαιρετικά σοβαρή.
Ενδεικτικό της σοβαρότητας της υπόθεσης, είναι το γεγονός ότι στον εντοπισμό και τη σύλληψη του στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων ενεπλάκη η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, αλλά και οι αρμόδιες υπηρεσίες των Ενόπλων Δυνάμεων.
Νωρίτερα σημείωνε το ΒΝ:
Σε κατάσταση συναγερμού βρίσκονται οι ελληνικές Αρχές μετά την αποκάλυψη μιας εξαιρετικά σοβαρής υπόθεσης κατασκοπείας στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Το πρωί της Πέμπτης, 5 Φεβρουαρίου 2026, στελέχη των αρμόδιων υπηρεσιών, σε μια επιχείρηση-αστραπή εντός στρατιωτικού χώρου, προχώρησαν στη σύλληψη εν ενεργεία στρατιωτικού, ο οποίος κατηγορείται για τη συλλογή και διοχέτευση απόρρητων εγγράφων και πληροφοριών σε τρίτα πρόσωπα.
Η επιχείρηση, η οποία συντονίστηκε από το ΓΕΕΘΑ σε στενή συνεργασία με τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας και υπό την εποπτεία στρατιωτικού εισαγγελέα, αποκαλύπτει μια δραστηριότητα που θεωρείται άμεση απειλή για τα εθνικά συμφέροντα.
«Την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, τις πρωινές ώρες, οι αρμόδιες στρατιωτικές αρχές προέβησαν στη σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων. Η εν λόγω σύλληψη έλαβε χώρα εντός στρατιωτικού χώρου, σε συνεργασία και συντονισμό με λοιπές κρατικές υπηρεσίες (παρουσία εξουσιοδοτημένου εισαγγελικού οργάνου), κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα», αναφέρεται στην ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ.
Μετά τη σύλληψη του στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων, αναμένεται να αρχίσει ένας νέος κύκλος ερευνών που εστιάζει στη χαρτογράφηση του δικτύου επικοινωνίας του συλληφθέντος. Οι «τρίτοι» που αναφέρονται στην ανακοίνωση αποτελούν το κλειδί της υπόθεσης. Οι Αρχές θα πρέπει να εξετάσουν αν πρόκειται για πράκτορες ξένων δυνάμεων, ιδιωτικά συμφέροντα ή ακόμη και εγκληματικές οργανώσεις που επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν στρατιωτικά δεδομένα για γεωπολιτικό ή οικονομικό όφελος.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, τα ψηφιακά ίχνη, οι τηλεφωνικές συνομιλίες και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του στρατιωτικού βρίσκονται υπό το μικροσκόπιο των αναλυτών. Στόχος είναι να διαπιστωθεί το χρονικό βάθος της δράσης του και αν υπήρξαν και άλλα πρόσωπα εντός του στρατεύματος που λειτούργησαν ως συνεργοί ή παρείχαν κάλυψη, εκούσια ή ακούσια.
Οι προβλέψεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα
Ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας είναι ιδιαίτερα αυστηρός σε περιπτώσεις που αφορούν την εθνική προδοσία και την κατασκοπεία. Σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα, η μετάδοση πληροφοριών που αφορούν την ασφάλεια του κράτους σε καιρό ειρήνης μπορεί να επιφέρει πολυετείς ποινές κάθειρξης, ενώ αν αποδειχθεί ότι η πράξη αυτή έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την αμυντική ισχύ της χώρας, οι ποινές αγγίζουν τα ανώτατα προβλεπόμενα όρια.
Η δικαστική διερεύνηση θα κληθεί να απαντήσει στο αν ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο, ποιο ήταν το οικονομικό ή άλλο αντάλλαγμα και πόσο βαθιά ήταν η πρόσβασή του σε διαβαθμισμένα συστήματα πληροφοριών. Η παρουσία στρατιωτικού εισαγγελέα από την πρώτη στιγμή υπογραμμίζει τη νομική θωράκιση της διαδικασίας ώστε να μην υπάρξουν κενά στην ποινική δίωξη.
Σχόλια αναγνωστών