Έχασαν τη λάμψη τους οι βαθμολογίες των Οίκων Αξιολόγησης για την Ελλάδα
Τη διατήρηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB επιβεβαιώνει η DBRS, αναθεωρώντας παράλληλα τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές, σε μια μάλλον... σχιζοφρενική αξιολόγηση, καθώς από τη μια εκτιμά πως η χώρα παρουσιάζει μεγάλες ανισορροπίες στο εξωτερικό (το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα επιδεινωθεί) και παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη (υπερβολικά εξαρτώμενη από τον Τουρισμό, που θα απειληθεί λόγω γεωπολιτικής κρίσης), ενώ τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης, οπότε θα εξασθενήσει η επενδυτική δραστηριότητα, και η θεσμική ποιότητα παραμένει χαμηλή, και από την άλλη παρουσιάζει μια εικόνα που παραπέμπει... σε Ελβετία.
Εντύπωση δε προκαλεί το γεγονός πως ενόψει εκλογών η DBRS βλέπει... πολιτική σταθερότητα... ενώ καμία δημοσκόπηση δεν εκτιμά αυτοδυναμία για τον σχηματισμό κυβέρνησης και όλοι οι αναλυτές κάνουν λόγο για όξυνση του πολιτικού ρίσκου.
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον καναδικό οίκο, οι αλλαγές στο trend αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) προβλέπει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 134,4% στο τέλος του 2027, καθώς η δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να παραμείνει συγκριτικά ισχυρή και η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.
Η ελληνική οικονομία έχει μέχρι στιγμής αντιμετωπίσει ικανοποιητικά το σοκ των τιμών ενέργειας, ενώ οι τουριστικές αφίξεις συνεχίζουν να αυξάνονται έντονα κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους.
Σε ετήσια βάση, η ΕΕ προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 και κατά 1,6% το 2027.
Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι λογαριασμοί της κυβέρνησης ωφελούνται όχι μόνο από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και, ως αποτέλεσμα, διεύρυναν τη φορολογική βάση της χώρας.
Παρότι η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει ορισμένα επεκτατικά μέτρα φέτος, όπως μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος, η δημοσιονομική επίδοση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή.
Η ΕΕ προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα της κυβέρνησης ύψους 4,0% του ΑΕΠ το 2026 και 3,7% το 2027, έναντι 4,9% το 2025.
Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να ακολουθήσει μια δυνητικά δύσκολη περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές του επόμενου έτους, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι ο κίνδυνος άσκησης πολιτικής παραμένει περιορισμένος, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής.
Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας σε βαθμίδα BBB στηρίζονται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής της χώρας, καθώς και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και στη ζώνη του ευρώ.
Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Ωστόσο, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας εξακολουθούν να περιορίζονται από το υψηλό επίπεδο του λόγου δημόσιου χρέους, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της οικονομίας, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.
Παράγοντες πιστοληπτικής αξιολόγησης
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις εάν συμβεί ένα ή συνδυασμός των ακόλουθων:
1. Ο λόγος του δημόσιου χρέους μειωθεί σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες βραχυπρόθεσμα και προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερά καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, χάρη στα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα ή
2. Συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει τις τάσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων σε «Σταθερές» (Stable), εάν η προβλεπόμενη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών της.
Επίσης, θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις εάν συμβεί ένα ή συνδυασμός των ακόλουθων:
1. Παρατεταμένη εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θέτει τον λόγο του δημόσιου χρέους σε διατηρήσιμη ανοδική πορεία•
2. Αναστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων• ή
3. Σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.
Αιτιολόγηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης
Τα πρωτογενή πλεονάσματα αναμένεται να παραμείνουν υψηλά
Η Ελλάδα κατέγραψε πολύ ισχυρότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα από τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ τα τελευταία χρόνια.
Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης, έναντι μέσου πρωτογενούς ελλείμματος 1,0% στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
Αυτή η συγκριτικά ισχυρή δημοσιονομική επίδοση προέκυψε από τον περιορισμό των δαπανών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μισθολογική δαπάνη του Δημοσίου και τις κοινωνικές παροχές, καθώς και από την έντονη αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Τα δημόσια φορολογικά έσοδα ενισχύθηκαν όχι μόνο από το ευνοϊκό περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνεχιζόμενου ψηφιακού μετασχηματισμού της φορολογικής διοίκησης της χώρας, ο οποίος έχει αυξήσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση.
Μεταξύ 2019 και 2025, το συνολικό μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, η ΕΕ αναμένει ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει ισχυρή, με το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα να προβλέπεται στο 4,0% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,7% το 2027.
Η μέτρια συρρίκνωση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων οφείλεται κυρίως στην υιοθέτηση επεκτατικών μέτρων, όπως οι μειώσεις στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι αυξήσεις στις συντάξεις και τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια.
Παράλληλα, τα δημόσια έσοδα είναι πιθανό να συνεχίσουν να επωφελούνται από τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.
Παρότι οι πιέσεις στις δαπάνες είναι πιθανό να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδίως λόγω των αμυντικών δαπανών, της γήρανσης του πληθυσμού και της πράσινης/κλιματικής μετάβασης, η Morningstar DBRS αναμένει ότι η δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή τα επόμενα χρόνια.
Η επίμονη υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη διαρθρωτική βελτίωση των δημοσιονομικών εσόδων, δικαιολογεί θετική προσαρμογή στην αξιολόγηση του επιμέρους πυλώνα «Δημοσιονομική Διαχείριση και Πολιτική» (Fiscal Management and Policy).
Υψηλό το χρέος αλλά μειώνεται
Σύμφωνα με την DBRS, ο λόγος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών-μελών της ζώνης του ευρώ.
Τον Μάρτιο του 2026, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν στο 143,5% του ΑΕΠ, έναντι 152,9% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ το μέσο βάρος χρέους για το σύνολο της ζώνης του ευρώ ανερχόταν στο 88,9%.
Με βάση τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΚ), ο λόγος του δημόσιου χρέους αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω, στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027.
Η εξέλιξη αυτή στηρίζεται στην ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, στο σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και στην πρόωρη αποπληρωμή υφιστάμενου κρατικού χρέους, κυρίως των δανείων του Greek Loan Facility (GLF).
Παρότι το υψηλό επίπεδο του χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία από πλευράς πιστοληπτικής αξιολόγησης, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στην ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους και στα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της κυβέρνησης.
Η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026, καθώς σημαντικό μέρος του χρέους αποτελείται από δανεισμό με ευνοϊκούς όρους από τον επίσημο τομέα (π.χ. ESM και EFSF), με πολύ μακρές διάρκειες.
Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% του ΑΕΠ.
Επιπλέον, το 100% του ελληνικού χρέους διακρατείται με σταθερά επιτόκια, μετά την εφαρμογή των σχετικών πράξεων αντιστάθμισης κινδύνου (hedging). Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του σκέλους «Χρέος και Ρευστότητα».
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα και από τη διατήρηση ισχυρών ρυθμών ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα αντικαθίσταται σταδιακά από χρέος που χρηματοδοτείται μέσω των αγορών, εκθέτοντας την Ελλάδα σε αυξημένη μεταβλητότητα των αγορών.
Οι κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προέρχονται επίσης από τις κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 23,9 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 9,5% του ΑΕΠ. Περίπου το 69% αυτών συνδέεται με το πρόγραμμα προστασίας περιουσιακών στοιχείων «Ηρακλής» (Hercules Asset Protection Scheme).
Ισχυρή ανάπτυξη
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ισχυρούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο 2,1% ετησίως μεταξύ 2023 και 2025, υποστηριζόμενο από την αύξηση των τουριστικών αφίξεων, τις ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας και τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI) και ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Κοιτάζοντας μπροστά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί μέτρια, στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027. Συγκριτικά, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για το σύνολο της ζώνης του ευρώ προβλέπεται στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027.
Η επιβράδυνση της δυναμικής ανάπτυξης το 2026 οφείλεται κυρίως στην ασθενέστερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η προσωρινή αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω του ενεργειακού σοκ επηρεάζει αρνητικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Αυτό συμβαίνει παρά την υιοθέτηση δημοσιονομικών μέτρων στήριξης από την κυβέρνηση, όπως οι μειώσεις φόρου εισοδήματος και τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια.
Αντίθετα, η αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας δεν έχει αποδυναμώσει τη δυναμική ανάπτυξης στον μεγάλο κλάδο του τουρισμού. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% σε ετήσια βάση.
Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά στη συνέχεια να εξασθενήσει, καθώς ολοκληρώνεται η εκταμίευση των επιχορηγήσεων από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP) της ΕΕ.
Οι οικονομικές προοπτικές είναι εκτεθειμένες σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
Παρότι η ελληνική οικονομία επωφελείται από συγκριτικά ισχυρή δυναμική ανάπτυξης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.
Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι πιθανό να απαιτήσει τη συνέχιση σημαντικών εισροών ξένων κεφαλαίων, δεδομένου του χαμηλού ποσοστού εγχώριων αποταμιεύσεων της οικονομίας.
Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός κλάδος σε μια οικονομία που στηρίζεται στις υπηρεσίες.
Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιπροσώπευαν το 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2025, έναντι 73% το 2019.
Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ανερχόταν μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2025, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και πιθανότατα θα στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα.
Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του σκέλους «Οικονομική Δομή και Απόδοση».
Οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν μεγάλες
Το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η αυξημένη αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.
Παρότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, λόγω των χαμηλότερων εισαγωγών ενέργειας, παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η επιδείνωση αυτή μπορεί να αποδοθεί κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα όσον αφορά την επενδυτική δραστηριότητα, η οποία συνέβαλε στην αύξηση των όγκων εισαγωγών.
Η επίδραση αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών που σχετίζονται με τον τουρισμό.
Για το επόμενο διάστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, προτού περιοριστεί στο 5,8% το 2027. Η προβλεπόμενη διεύρυνση κατά το τρέχον έτος οφείλεται στην άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, καθώς και στην ισχυρή εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα, η οποία ενισχύει τις εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι πλέον πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτήθηκε μέσω εισροών που δεν δημιουργούν χρέος (π.χ. επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο και επενδυτικές επιχορηγήσεις).
Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας ανήλθε, αν και παραμένει υψηλό, στο 238% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026, από 243% ένα έτος νωρίτερα.
Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας διαμορφώθηκε σε αρνητικό 133% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος της εξωτερικής θέσης υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, το οποίο χαρακτηρίζεται από χαμηλό κόστος επιτοκίου και μακρές περιόδους λήξης.
Ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με τον σημαντικό ρόλο σταθερών πηγών εξωτερικής χρηματοδότησης, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις (FDI), εξηγεί τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του επιμέρους πυλώνα «Ισοζύγιο Πληρωμών».
Η χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού τομέα είναι ισχυρή
Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τη στήριξη των κυβερνητικών μέτρων και της ανάκαμψης της οικονομίας.
Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επωφελήθηκε από το κρατικά υποστηριζόμενο πρόγραμμα προστασίας στοιχείων ενεργητικού «Ηρακλής», μέσω του οποίου απομακρύνθηκαν παλαιά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPLs) από τους ισολογισμούς των τραπεζών.
Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL ratio) των εγχώριων τραπεζών μειώθηκε στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026, από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η επίλυση των προβληματικών δανείων που μεταφέρθηκαν σε εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων έχει μέχρι στιγμής προχωρήσει με αργούς ρυθμούς. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το συνολικό ύψος των μη επιλυμένων προβληματικών δανείων εκτός του τραπεζικού τομέα ανέρχεται στο 37% του ΑΕΠ, γεγονός που με τη σειρά του περιορίζει τον αριθμό των δανειοληπτών που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τις εγχώριες τράπεζες.
Οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρά αποθέματα ρευστότητας και χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες καταθέσεις. Επιπλέον, η κερδοφορία των τραπεζών έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενη από την αύξηση της πιστωτικής επέκτασης, την προσωρινή διεύρυνση του καθαρού περιθωρίου επιτοκίου, τη βελτίωση της διαφοροποίησης των εσόδων, τον έλεγχο του κόστους και τη μείωση των προβλέψεων απομείωσης.
Σύμφωνα με την EBA, η μέση απόδοση επί του ενεργητικού (ROA) του κλάδου ανήλθε σε 1,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η αύξηση των κερδών συνέβαλε στην ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 15,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Παράλληλα, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών εξακολουθεί να είναι αδύναμη, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) αποτελούν σημαντικό, αν και μειούμενο, μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.
Τον Δεκέμβριο του 2025, τα DTC αντιστοιχούσαν στο 40,1% των κεφαλαίων CET1.
Τα DTC προβλέπεται να αποσβεστούν σταδιακά έως το 2034.
Η πολιτική σταθερότητα αναμένεται να παραμείνει υψηλή
Το πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από υψηλό βαθμό πολιτικής σταθερότητας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τις βουλευτικές εκλογές του 2023. Αυτό έχει επιτρέψει την υιοθέτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων και οροσήμων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP), σκοπός του οποίου είναι η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας.
Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν το αργότερο έως το τέλος Ιουλίου 2027.
Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις υποδεικνύουν ότι η περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές ενδέχεται να είναι δύσκολη, η Morningstar DBRS δεν αναμένει σημαντικές ανατροπές στην οικονομική πολιτική μεσοπρόθεσμα, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πολιτικής.
Η θεσμική ποιότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να επηρεάζεται αρνητικά από αδυναμίες στη διακυβέρνηση, όπως η ακόμη μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών.
Οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα είναι ασθενέστεροι σε σχέση με εκείνους των περισσότερων χωρών της ΕΕ, ιδιαίτερα όσον αφορά τον δείκτη «Κράτος Δικαίου».
Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η θεσμική ποιότητα τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να ενισχυθεί από τις συνεχιζόμενες δικαστικές μεταρρυθμίσεις, όπως η αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη και η μεταρρύθμιση του κτηματολογίου.
Η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας δικαιολογούν μια θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του επιμέρους πυλώνα «Πολιτικό Περιβάλλον».
www.bankingnews.gr
Εντύπωση δε προκαλεί το γεγονός πως ενόψει εκλογών η DBRS βλέπει... πολιτική σταθερότητα... ενώ καμία δημοσκόπηση δεν εκτιμά αυτοδυναμία για τον σχηματισμό κυβέρνησης και όλοι οι αναλυτές κάνουν λόγο για όξυνση του πολιτικού ρίσκου.
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον καναδικό οίκο, οι αλλαγές στο trend αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) προβλέπει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 134,4% στο τέλος του 2027, καθώς η δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να παραμείνει συγκριτικά ισχυρή και η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.
Η ελληνική οικονομία έχει μέχρι στιγμής αντιμετωπίσει ικανοποιητικά το σοκ των τιμών ενέργειας, ενώ οι τουριστικές αφίξεις συνεχίζουν να αυξάνονται έντονα κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους.
Σε ετήσια βάση, η ΕΕ προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 και κατά 1,6% το 2027.
Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι λογαριασμοί της κυβέρνησης ωφελούνται όχι μόνο από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και, ως αποτέλεσμα, διεύρυναν τη φορολογική βάση της χώρας.
Παρότι η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει ορισμένα επεκτατικά μέτρα φέτος, όπως μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος, η δημοσιονομική επίδοση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή.
Η ΕΕ προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα της κυβέρνησης ύψους 4,0% του ΑΕΠ το 2026 και 3,7% το 2027, έναντι 4,9% το 2025.
Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να ακολουθήσει μια δυνητικά δύσκολη περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές του επόμενου έτους, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι ο κίνδυνος άσκησης πολιτικής παραμένει περιορισμένος, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής.
Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας σε βαθμίδα BBB στηρίζονται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής της χώρας, καθώς και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και στη ζώνη του ευρώ.
Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Ωστόσο, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας εξακολουθούν να περιορίζονται από το υψηλό επίπεδο του λόγου δημόσιου χρέους, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της οικονομίας, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.
Παράγοντες πιστοληπτικής αξιολόγησης
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις εάν συμβεί ένα ή συνδυασμός των ακόλουθων:
1. Ο λόγος του δημόσιου χρέους μειωθεί σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες βραχυπρόθεσμα και προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερά καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, χάρη στα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα ή
2. Συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει τις τάσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων σε «Σταθερές» (Stable), εάν η προβλεπόμενη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών της.
Επίσης, θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις εάν συμβεί ένα ή συνδυασμός των ακόλουθων:
1. Παρατεταμένη εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θέτει τον λόγο του δημόσιου χρέους σε διατηρήσιμη ανοδική πορεία•
2. Αναστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων• ή
3. Σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.
Αιτιολόγηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης
Τα πρωτογενή πλεονάσματα αναμένεται να παραμείνουν υψηλά
Η Ελλάδα κατέγραψε πολύ ισχυρότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα από τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ τα τελευταία χρόνια.
Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης, έναντι μέσου πρωτογενούς ελλείμματος 1,0% στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
Αυτή η συγκριτικά ισχυρή δημοσιονομική επίδοση προέκυψε από τον περιορισμό των δαπανών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μισθολογική δαπάνη του Δημοσίου και τις κοινωνικές παροχές, καθώς και από την έντονη αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Τα δημόσια φορολογικά έσοδα ενισχύθηκαν όχι μόνο από το ευνοϊκό περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνεχιζόμενου ψηφιακού μετασχηματισμού της φορολογικής διοίκησης της χώρας, ο οποίος έχει αυξήσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση.
Μεταξύ 2019 και 2025, το συνολικό μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, η ΕΕ αναμένει ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει ισχυρή, με το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα να προβλέπεται στο 4,0% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,7% το 2027.
Η μέτρια συρρίκνωση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων οφείλεται κυρίως στην υιοθέτηση επεκτατικών μέτρων, όπως οι μειώσεις στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι αυξήσεις στις συντάξεις και τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια.
Παράλληλα, τα δημόσια έσοδα είναι πιθανό να συνεχίσουν να επωφελούνται από τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.
Παρότι οι πιέσεις στις δαπάνες είναι πιθανό να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδίως λόγω των αμυντικών δαπανών, της γήρανσης του πληθυσμού και της πράσινης/κλιματικής μετάβασης, η Morningstar DBRS αναμένει ότι η δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή τα επόμενα χρόνια.
Η επίμονη υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη διαρθρωτική βελτίωση των δημοσιονομικών εσόδων, δικαιολογεί θετική προσαρμογή στην αξιολόγηση του επιμέρους πυλώνα «Δημοσιονομική Διαχείριση και Πολιτική» (Fiscal Management and Policy).
Υψηλό το χρέος αλλά μειώνεται
Σύμφωνα με την DBRS, ο λόγος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών-μελών της ζώνης του ευρώ.
Τον Μάρτιο του 2026, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν στο 143,5% του ΑΕΠ, έναντι 152,9% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ το μέσο βάρος χρέους για το σύνολο της ζώνης του ευρώ ανερχόταν στο 88,9%.
Με βάση τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΚ), ο λόγος του δημόσιου χρέους αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω, στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027.
Η εξέλιξη αυτή στηρίζεται στην ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, στο σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και στην πρόωρη αποπληρωμή υφιστάμενου κρατικού χρέους, κυρίως των δανείων του Greek Loan Facility (GLF).
Παρότι το υψηλό επίπεδο του χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία από πλευράς πιστοληπτικής αξιολόγησης, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στην ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους και στα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της κυβέρνησης.
Η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026, καθώς σημαντικό μέρος του χρέους αποτελείται από δανεισμό με ευνοϊκούς όρους από τον επίσημο τομέα (π.χ. ESM και EFSF), με πολύ μακρές διάρκειες.
Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% του ΑΕΠ.
Επιπλέον, το 100% του ελληνικού χρέους διακρατείται με σταθερά επιτόκια, μετά την εφαρμογή των σχετικών πράξεων αντιστάθμισης κινδύνου (hedging). Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του σκέλους «Χρέος και Ρευστότητα».
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα και από τη διατήρηση ισχυρών ρυθμών ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα αντικαθίσταται σταδιακά από χρέος που χρηματοδοτείται μέσω των αγορών, εκθέτοντας την Ελλάδα σε αυξημένη μεταβλητότητα των αγορών.
Οι κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προέρχονται επίσης από τις κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 23,9 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 9,5% του ΑΕΠ. Περίπου το 69% αυτών συνδέεται με το πρόγραμμα προστασίας περιουσιακών στοιχείων «Ηρακλής» (Hercules Asset Protection Scheme).
Ισχυρή ανάπτυξη
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ισχυρούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο 2,1% ετησίως μεταξύ 2023 και 2025, υποστηριζόμενο από την αύξηση των τουριστικών αφίξεων, τις ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας και τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI) και ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Κοιτάζοντας μπροστά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί μέτρια, στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027. Συγκριτικά, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για το σύνολο της ζώνης του ευρώ προβλέπεται στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027.
Η επιβράδυνση της δυναμικής ανάπτυξης το 2026 οφείλεται κυρίως στην ασθενέστερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η προσωρινή αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω του ενεργειακού σοκ επηρεάζει αρνητικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Αυτό συμβαίνει παρά την υιοθέτηση δημοσιονομικών μέτρων στήριξης από την κυβέρνηση, όπως οι μειώσεις φόρου εισοδήματος και τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια.
Αντίθετα, η αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας δεν έχει αποδυναμώσει τη δυναμική ανάπτυξης στον μεγάλο κλάδο του τουρισμού. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% σε ετήσια βάση.
Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά στη συνέχεια να εξασθενήσει, καθώς ολοκληρώνεται η εκταμίευση των επιχορηγήσεων από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP) της ΕΕ.
Οι οικονομικές προοπτικές είναι εκτεθειμένες σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
Παρότι η ελληνική οικονομία επωφελείται από συγκριτικά ισχυρή δυναμική ανάπτυξης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.
Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι πιθανό να απαιτήσει τη συνέχιση σημαντικών εισροών ξένων κεφαλαίων, δεδομένου του χαμηλού ποσοστού εγχώριων αποταμιεύσεων της οικονομίας.
Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός κλάδος σε μια οικονομία που στηρίζεται στις υπηρεσίες.
Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιπροσώπευαν το 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2025, έναντι 73% το 2019.
Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ανερχόταν μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2025, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και πιθανότατα θα στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα.
Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του σκέλους «Οικονομική Δομή και Απόδοση».
Οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν μεγάλες
Το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η αυξημένη αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.
Παρότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, λόγω των χαμηλότερων εισαγωγών ενέργειας, παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η επιδείνωση αυτή μπορεί να αποδοθεί κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα όσον αφορά την επενδυτική δραστηριότητα, η οποία συνέβαλε στην αύξηση των όγκων εισαγωγών.
Η επίδραση αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών που σχετίζονται με τον τουρισμό.
Για το επόμενο διάστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, προτού περιοριστεί στο 5,8% το 2027. Η προβλεπόμενη διεύρυνση κατά το τρέχον έτος οφείλεται στην άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, καθώς και στην ισχυρή εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα, η οποία ενισχύει τις εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι πλέον πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτήθηκε μέσω εισροών που δεν δημιουργούν χρέος (π.χ. επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο και επενδυτικές επιχορηγήσεις).
Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας ανήλθε, αν και παραμένει υψηλό, στο 238% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026, από 243% ένα έτος νωρίτερα.
Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας διαμορφώθηκε σε αρνητικό 133% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος της εξωτερικής θέσης υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, το οποίο χαρακτηρίζεται από χαμηλό κόστος επιτοκίου και μακρές περιόδους λήξης.
Ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με τον σημαντικό ρόλο σταθερών πηγών εξωτερικής χρηματοδότησης, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις (FDI), εξηγεί τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του επιμέρους πυλώνα «Ισοζύγιο Πληρωμών».
Η χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού τομέα είναι ισχυρή
Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τη στήριξη των κυβερνητικών μέτρων και της ανάκαμψης της οικονομίας.
Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επωφελήθηκε από το κρατικά υποστηριζόμενο πρόγραμμα προστασίας στοιχείων ενεργητικού «Ηρακλής», μέσω του οποίου απομακρύνθηκαν παλαιά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPLs) από τους ισολογισμούς των τραπεζών.
Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL ratio) των εγχώριων τραπεζών μειώθηκε στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026, από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η επίλυση των προβληματικών δανείων που μεταφέρθηκαν σε εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων έχει μέχρι στιγμής προχωρήσει με αργούς ρυθμούς. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το συνολικό ύψος των μη επιλυμένων προβληματικών δανείων εκτός του τραπεζικού τομέα ανέρχεται στο 37% του ΑΕΠ, γεγονός που με τη σειρά του περιορίζει τον αριθμό των δανειοληπτών που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τις εγχώριες τράπεζες.
Οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρά αποθέματα ρευστότητας και χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες καταθέσεις. Επιπλέον, η κερδοφορία των τραπεζών έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενη από την αύξηση της πιστωτικής επέκτασης, την προσωρινή διεύρυνση του καθαρού περιθωρίου επιτοκίου, τη βελτίωση της διαφοροποίησης των εσόδων, τον έλεγχο του κόστους και τη μείωση των προβλέψεων απομείωσης.
Σύμφωνα με την EBA, η μέση απόδοση επί του ενεργητικού (ROA) του κλάδου ανήλθε σε 1,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η αύξηση των κερδών συνέβαλε στην ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 15,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Παράλληλα, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών εξακολουθεί να είναι αδύναμη, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) αποτελούν σημαντικό, αν και μειούμενο, μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.
Τον Δεκέμβριο του 2025, τα DTC αντιστοιχούσαν στο 40,1% των κεφαλαίων CET1.
Τα DTC προβλέπεται να αποσβεστούν σταδιακά έως το 2034.
Η πολιτική σταθερότητα αναμένεται να παραμείνει υψηλή
Το πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από υψηλό βαθμό πολιτικής σταθερότητας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τις βουλευτικές εκλογές του 2023. Αυτό έχει επιτρέψει την υιοθέτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων και οροσήμων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP), σκοπός του οποίου είναι η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας.
Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν το αργότερο έως το τέλος Ιουλίου 2027.
Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις υποδεικνύουν ότι η περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές ενδέχεται να είναι δύσκολη, η Morningstar DBRS δεν αναμένει σημαντικές ανατροπές στην οικονομική πολιτική μεσοπρόθεσμα, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πολιτικής.
Η θεσμική ποιότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να επηρεάζεται αρνητικά από αδυναμίες στη διακυβέρνηση, όπως η ακόμη μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών.
Οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα είναι ασθενέστεροι σε σχέση με εκείνους των περισσότερων χωρών της ΕΕ, ιδιαίτερα όσον αφορά τον δείκτη «Κράτος Δικαίου».
Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η θεσμική ποιότητα τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να ενισχυθεί από τις συνεχιζόμενες δικαστικές μεταρρυθμίσεις, όπως η αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη και η μεταρρύθμιση του κτηματολογίου.
Η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας δικαιολογούν μια θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του επιμέρους πυλώνα «Πολιτικό Περιβάλλον».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών