Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Σοκ από το Ινστιτούτο Levy: Ανάπτυξη με φρέντο και μισθούς πείνας δεν γίνεται – Το 2027 έρχεται νέα, μεγάλη κρίση στην Ελλάδα

Σοκ από το Ινστιτούτο Levy: Ανάπτυξη με φρέντο και μισθούς πείνας δεν γίνεται – Το 2027 έρχεται νέα, μεγάλη κρίση στην Ελλάδα
Είμαστε απλά μια... cafe economy...
Πίσω από τη βιτρίνα της «ανάπτυξης», το Ινστιτούτο Levy αποκαλύπτει μια οικονομία-φούσκα που συντηρείται με μισθούς Βουλγαρίας και αδήλωτα δισεκατομμύρια.
Όπως αναφέρει, η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο καφενείο χωρίς παραγωγική βάση, την ώρα που τα «δανεικά» του Ταμείου Ανάκαμψης στερεύουν επικίνδυνα.
Και ο λογαριασμός για το παραμύθι του success story αναμένεται να επιδοθεί το 2027, φέρνοντας τη χώρα αντιμέτωπη με έναν νέο, επώδυνο κύκλο κρίσης και κοινωνικής εξαθλίωσης.

Το στρεβλό success story

Oι ειδήσεις για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζουν μια εικόνα συνεχόμενων επιτυχιών…
Ωστόσο, προσεκτικότερη εξέταση των δεδομένων δίνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα, υποστηρίζει το Ινστιτούτο Levy.
Oι ανακοινώσεις για τα θετικά στοιχεία της οικονομίας υπερτονίζονται, ενώ οι ανησυχητικές τάσεις είτε δεν προβάλλονται είτε παρουσιάζονται ως αμελητέες.
Φιλικές προς την κυβέρνηση ερευνητικές οργανώσεις, think tanks, ερευνητικά τμήματα των μεγάλων συστημικών τραπεζών, καθώς και κυβερνητικοί φορείς, επαινούν την αποτελεσματική και αποδοτική διαχείριση της οικονομίας.
Φυσικά, οι ανακοινώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) καταγράφουν ορισμένες θετικές τάσεις: αύξηση της παραγωγής, μείωση των «επίσημων» ποσοστών ανεργίας, αυξήσεις στον κατώτατο μηνιαίο μισθό, τον δείκτη PMI, τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και τη δημοσιονομική πειθαρχία, που επιτυγχάνεται μέσω ενός συνδυασμού μεγαλύτερης είσπραξης φορολογικών εσόδων και περιορισμού των πρωτογενών δαπανών, οδηγώντας σε πρωτογενή πλεονάσματα - το τελευταίο αυξάνει την αξιοπιστία της χώρας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπως αντανακλάται στις υψηλότερες πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων και στα σχετικά χαμηλότερα επιτόκια σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους, γεγονός που μειώνει το κόστος δανεισμού.
Από την άλλη, οι οικονομικές τάσεις που δεν προβάλλονται ευρέως επικεντρώνονται στη μειούμενη αγοραστική δύναμη των πολιτών, η οποία βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ μαζί με τη Βουλγαρία, καθώς και στην αυξανόμενη αναλογία ατόμων που βρίσκονται είτε κάτω είτε στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Και αυτό, παρά τις αυξήσεις στον κατώτατο μηνιαίο μισθό που τόσο περήφανα τονίζονται από το κυβερνητικό αφήγημα.
Επιπλέον, οι πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα στα τρόφιμα, την ενέργεια και άλλες βασικές ανάγκες, οδηγούν σε μείωση των επιπέδων ιδιωτικής κατανάλωσης.
Το διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα, παρά τις διάφορες κοινωνικές μεταβιβάσεις (κουπόνια), μειώνεται περισσότερο από κάθε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, γεγονός που αυξάνει την απαισιοδοξία μεταξύ των καταναλωτών, όπως φαίνεται από τον βαθύτατα αρνητικό δείκτη εμπιστοσύνης που κυμαίνεται γύρω στο -46, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα στην ΕΕ, πολύ κάτω από τον μέσο όρο της.
Οι λόγοι αυτής της επίμονης απαισιοδοξίας δεν προέρχονται μόνο από τις αυξανόμενες τιμές, αλλά και από την επιδείνωση της οικονομικής ανασφάλειας.
Άλλες αρνητικές και πράγματι πολύ σημαντικές τάσεις περιλαμβάνουν τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και του τεχνολογικού περιεχομένου της παραγωγής.
Οι συνήθεις δείκτες οικονομικής επίδοσης περιλαμβάνουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο αυξάνεται, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στο πολύ χαμηλό επίπεδο, ισοβαθμώντας με τη Βουλγαρία, όπως αναφέρει η Eurostat.
Ο κρατικός προϋπολογισμός που υποβλήθηκε πρόσφατα στη Βουλή είναι αισιόδοξος, προβλέποντας διατηρήσιμη ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με αυξανόμενα φορολογικά έσοδα κυρίως από τον ΦΠΑ και έλεγχο των πρωτογενών δαπανών της γενικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το πρόσφατα υιοθετημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης.
Οι προβλέψεις της κυβέρνησης πιθανότατα θα αναθεωρηθούν προς τα κάτω, δεδομένων ου επίμονα υψηλού πληθωρισμού και της πρόσφατης σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και ΗΠΑ, ενώ ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος συνεχίζεται αμείωτος.
Η γεωπολιτική αστάθεια θα επιδεινώσει τις ήδη υπάρχουσες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ιδιαίτερα σε εκείνες που επηρεάζουν το πετρέλαιο, το LNG, τα λιπάσματα και τα τρόφιμα, από τα οποία η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό.
Οι γεωπολιτικές γνωστές άγνωστες μεταβλητές, μαζί με τις συνεχιζόμενες αρνητικές συνθήκες (πληθωρισμός, συμπιεσμένοι μισθοί, στάσιμα διαθέσιμα εισοδήματα) και εκείνες που αναμένεται να εμφανιστούν σύντομα, όπως η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και άλλων ευρωπαϊκών μετα-Covid προγραμμάτων στήριξης, θα επιδεινώσουν τις προοπτικές της οικονομίας για το υπόλοιπο του 2026 και πέραν αυτού, σημειώνει το Ινστιτούτο Levy.

Εκτιμήσεις

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Levy, βασιζόμενες στο μακροοικονομικό μοντέλο Stock-Flow Consistent, αποκλίνουν σημαντικά από εκείνες της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ.
Όπως επισημαίνεται, το συνεχές έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σε συνδυασμό με την τάση της κυβέρνησης προς πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, δεν προμηνύει θετικές εξελίξεις για το χρηματοοικονομικό ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα, το οποίο με τη σειρά του θα επηρεάσει αρνητικά τη συνολική ζήτηση και άλλες συναφείς μεταβλητές κρίσιμες για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη.
Η οικονομία της Ελλάδας έχει καταγράψει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένου του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε σύγκριση με την προ-Covid περίοδο.
Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 12,8% μεταξύ 2019 και 2025, σε σύγκριση με αύξηση μόλις 3,7% για το σύνολο της ζώνης του ευρώ.
Ωστόσο, και παρά τις σημαντικές αυξήσεις, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2025 αντιστοιχούσε ακόμη μόνο στο 56% του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, από 66% το 2006, και ήταν πολύ χαμηλότερο σε σχέση με τις μεγάλες οικονομίες.
Το ποσοστό των μισθών στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ), παρά την οικονομική ανάκαμψη, παρέμεινε από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, λόγω του ότι οι μισθοί δεν συμβαδίζουν με τον συνολικό ρυθμό ανάπτυξης.
Αυτό σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ και ανεπαρκής για την κάλυψη και των 13 βασικών και αναγκαίων αγαθών και υπηρεσιών, όπως ορίζονται και καταγράφονται από την ΕΛΣΤΑΤ.
Το διαθέσιμο ατομικό εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών μεταβιβάσεων, υπήρξε επίσης από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, στα 13.381 ευρώ το 2025, ακόμη και με αύξηση 8% σε σχέση με το 2024.
Αυτό φέρνει περισσότερα άτομα κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού – 27,5% του πληθυσμού το 2025, αυξημένο από 26,9% το 2024 (ΕΛΣΤΑΤ).
Επιπλέον, η εικόνα απασχόλησης/ανεργίας στην Ελλάδα παρουσιάζει τις δικές της προκλήσεις.
Το αναθεωρημένο εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας τον Φεβρουάριο του 2026 ήταν 8,5%, αυξημένο από 7,9% τον προηγούμενο μήνα, και καταγράφει υψηλότερα επίπεδα ήδη από τον Οκτώβριο του 2025.
Ο συνολικός αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 410.500 άτομα, ενώ τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού που ούτε εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία είναι 2.906.800. Τα στοιχεία αυτά, μαζί με τον συνολικό αριθμό απασχολουμένων (4.412.200), προέρχονται από την τελευταία έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ.
Επιπλέον, η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, στο 5,4%, γεγονός που αποτελεί κρίσιμο ζήτημα χωρίς εμφανή βελτίωση παρά την επιταχυνόμενη οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών.
Ένα ακόμη ανησυχητικό ζήτημα είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ του επίσημου αριθμού ανέργων που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ βάσει του ορισμού της ΔΟΕ και του αριθμού των εγγεγραμμένων ανέργων από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), ο οποίος είναι πάνω από 2,2 φορές υψηλότερος, δηλαδή 903.928 άτομα.
Οι μακροχρόνια εγγεγραμμένοι άνεργοι ανέρχονται σε 412.191 άτομα (περίπου 45,6%).
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εγγεγραμμένων ανέργων αφορά την ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών (268.539 άτομα ή 29,7% του συνόλου), η οποία περιλαμβάνει νεότερο και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, με συνέπεια το φαινόμενο της έντονης μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης (brain drain), ενώ άλλοι εξαρτώνται από οικογενειακή υποστήριξη ή αδήλωτη χαμηλά αμειβόμενη εργασία.
Πρέπει να σημειωθεί, όπως επισημαίνει το Ινστιτούτο Levy, ότι η διαφορά μεταξύ των δύο μετρήσεων δεν παρατηρείται αποκλειστικά στην Ελλάδα.
Οι διαφορές προκύπτουν από διαφορετικές μεθόδους και ορισμούς.
Για παράδειγμα, στη Γερμανία, το επίσημο ποσοστό ανεργίας τον Φεβρουάριο του 2026 είναι 3,8%, ενώ το αντίστοιχο των εγγεγραμμένων ανέργων φτάνει το 6,3% – πολλαπλάσιο 1,658.
Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας είναι ότι η απόκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη, με το ποσοστό εγγεγραμμένης ανεργίας να αντιστοιχεί σε 18,7%.
Σημασία έχει ότι το πραγματικό ποσοστό ανεργίας δεν είναι ούτε 18,7% ούτε 8,5%, γεγονός που εξηγεί τον υψηλό αριθμό ατόμων κοντά ή κάτω από το όριο φτώχειας, με αντίστοιχες επιπτώσεις στην κατανάλωση και στη συνολική ζήτηση για το υπόλοιπο του 2026 και μετά, εκτός εάν εφαρμοστούν αποτελεσματικές ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης από την κυβέρνηση.
Η κατανάλωση υπήρξε διαχρονικά ο σημαντικότερος καθοριστικός παράγοντας της αύξησης του ΑΕΠ, μαζί με τον Τουρισμό (που καταγράφεται στις εξαγωγές).
Η συμβολή της κατανάλωσης το 2025 ήταν όμως χαμηλότερη και ενδέχεται να μειωθεί περαιτέρω μεσοπρόθεσμα.
Το 2025, οι πάγιες επενδύσεις συνέβαλαν επίσης σημαντικά, κυρίως λόγω χρηματοδότησης από το NGEU και άλλα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Ωστόσο, ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου μειώθηκε το 2025 σε σχέση με το 2024, λόγω της μεγάλης μείωσης στην κατηγορία «μεταβολή αποθεμάτων».
Δεδομένου ότι το μέγεθος αυτό προκύπτει ως υπόλοιπο στην εκτίμηση του ΑΕΠ, περιλαμβάνει σφάλματα μέτρησης και είναι πιθανό οι συνεισφορές των επιμέρους συνιστωσών να αναθεωρηθούν.
Το προφανές ερώτημα είναι κατά πόσο η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη μπορεί να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα.
Η ανάλυση της χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας της ζήτησης βασίζεται στη θέση καθαρής δανειοδότησης/δανειοληψίας του ιδιωτικού τομέα συνολικά, που υπολογίζεται ως άθροισμα των θέσεων των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και του χρηματοπιστωτικού τομέα, ή ως αντανάκλαση των χρηματοοικονομικών ισοζυγίων του δημόσιου και του εξωτερικού τομέα.
Τα ισοζύγια αυτά, όπως δημοσιεύονται στους τριμηνιαίους λογαριασμούς θεσμικών τομέων της ΕΛΣΤΑΤ, προκύπτουν από τη διαφορά μεταξύ εισπράξεων του ιδιωτικού τομέα (διαθέσιμο εισόδημα) και τρεχουσών και κεφαλαιακών δαπανών.
Ένα θετικό ισοζύγιο –καθαρή δανειοδοτική θέση– απαιτεί το κράτος και ο εξωτερικός τομέας να βρίσκονται σε καθαρή δανειοληπτική θέση, σύμφωνα με τη μακροοικονομική ταυτότητα.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, ο βασικός καθοριστικός παράγοντας της κρίσης 2009/2013, επιδεινώθηκε μετά το 2018, αλλά παρουσίασε ανάκαμψη την περίοδο 2022-2025, κυρίως ως αποτέλεσμα της σημαντικής μείωσης της εγχώριας ζήτησης.
Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η μετατροπή του σε πλεονασματική θέση το 2024 συνέβαλαν στην απόσυρση κεφαλαίων από τον ιδιωτικό τομέα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ιδιωτικός τομέας βρίσκεται πλέον σε θέση ελλείμματος που δεν απέχει πολύ από το προ της Μεγάλης Ύφεσης επίπεδο του 2007.
Η συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι ότι ο ιδιωτικός τομέας αυξάνει τις υποχρεώσεις του έναντι ξένων ιδρυμάτων ή μειώνει το απόθεμα των καθαρών ξένων περιουσιακών του στοιχείων.
Μέρος της εξήγησης βρίσκεται στην αύξηση των «Άμεσων Ξένων Επενδύσεων» (ΑΞΕ) σε ακίνητα, η οποία με τη σειρά της συνέβαλε σε ταχεία αύξηση των τιμών της κατοικίας, γεγονός που αυξάνει το κόστος ενοικίασης σε σχέση με το γενικό επίπεδο τιμών.
Με άλλα λόγια, η εκροή συναλλάγματος που υπονοείται από ένα αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αντισταθμίστηκε εν μέρει από την εισροή που σχετίζεται με τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας κατοικιών σε ξένα ιδρύματα.
Αυτές οι ΑΞΕ δεν αυξάνονται περαιτέρω το 2025, αλλά παραμένουν σε υψηλό επίπεδο κάθε τρίμηνο, σχεδόν στο 1% του ΑΕΠ.
Η μείωση στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 οφείλεται στο ότι πολλές αυθαίρετες κατασκευές αντιμετωπίζουν νομική αβεβαιότητα.
Αναμένεται ότι ορισμένες από αυτές τις αυθαίρετες κατασκευές θα τακτοποιηθούν και θα εγκριθούν στο πρώτο τρίμηνο του 2026.
Ορισμένες από αυτές τις κατασκευές αφορούν νέα ιδιωτικά και δημόσια κτίρια (Research and Markets, 2025).
Οι περισσότερες κατασκευές δημοσίων κτιρίων, αν όχι όλες, χρηματοδοτούνται είτε εξ ολοκλήρου από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) είτε συγχρηματοδοτούνται με το κράτος, με αξιοσημείωτες υπερβάσεις κόστους και πιο αργές διαδικασίες ολοκλήρωσης.
Για να διερευνηθούν οι υπόλοιπες μεταβολές στα καθαρά ξένα περιουσιακά στοιχεία/υποχρεώσεις, το Ινστιτούτο Levy εξετάζει τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς των θεσμικών τομέων, όπως δημοσιεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα δεδομένα αυτά αφηγούνται μια αρκετά διαφορετική ιστορία.
Ενώ η καθαρή δανειακή θέση του δημόσιου τομέα εκτιμάται στο ίδιο επίπεδο και από τις δύο πηγές, το ισοζύγιο του εξωτερικού τομέα από τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς δεν δείχνει επιδείνωση.
Αντιθέτως, το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο για το τρίτο τρίμηνο του 2025 δείχνει πλεόνασμα περίπου 3% του ΑΕΠ, το οποίο αντισταθμίζει το πλεόνασμα της κυβέρνησης, υποδηλώνοντας ένα μικρό θετικό ισοζύγιο για τον ιδιωτικό τομέα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΕΛΣΤΑΤ είναι πλήρως ενήμερες για τις μεγάλες διαφορές στις αντίστοιχες εκτιμήσεις τους σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ισοζύγια, και το 2025 συστάθηκε ειδική ομάδα εργασίας για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος, χωρίς όμως αποτελέσματα μέχρι στιγμής.
Μια εύλογη εξήγηση της απόκλισης που θα πρέπει να διερευνηθεί μπορεί να σχετίζεται με την υποεκτίμηση του εισοδήματος του ιδιωτικού τομέα, η οποία θα συνεπαγόταν υψηλότερη αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα, αλλά δεν θα εξηγούσε το κενό στη μέτρηση του ισοζυγίου του εξωτερικού τομέα, εκτός αν το υποεκτιμημένο εισόδημα προέρχεται από το εξωτερικό, δηλαδή από τον τουρισμό.
Είναι γνωστό ότι ένα σημαντικό μέρος, της τάξης των 45–50 δισεκατομμυρίων ευρώ αδήλωτου εισοδήματος, που αντιπροσωπεύει πάνω από το 20% του ΑΕΠ, της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στον άτυπο τομέα.
Λόγω της υψηλής φορολόγησης στην επίσημη οικονομία, πολλές επιχειρήσεις, αυτοαπασχολούμενοι και νοικοκυριά οδηγούνται στην παραοικονομία.
Η επέκταση της σκιώδους οικονομίας συνήθως συμβαίνει σε περιόδους οικονομικών δυσκολιών (Pappada και Zylberberg 2025• Dellas, κ.ά., 2024• KEPE 2025).
Η μείωση της σκιώδους οικονομίας απαιτεί αποτελεσματικές πολιτικές, και κυρίως τη μείωση της φορολογίας εισοδήματος και κατανάλωσης, αντί της αποκλειστικής εστίασης σε αυστηρότερη επιβολή της νομοθεσίας.

Νομισματική πολιτική

Η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής είναι ασαφής. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, κυρία Lagarde, παραδέχθηκε ότι «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με βαθιά αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία της οικονομίας.»
Η Ευρώπη και ο κόσμος αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του πολέμου κατά του Ιράν, ο οποίος μαζί με τη συνεχιζόμενη ουκρανο-ρωσική σύγκρουση έχει προκαλέσει εκ νέου απότομη αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές, αλλά παραμένει δύσκολο να προβλεφθεί η διάρκεια της τελευταίας σύγκρουσης, με ακόμη μεγαλύτερες επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας• η ΕΚΤ σημειώνει ότι η επίδραση στον πληθωρισμό θα εξαρτηθεί από μια ευρεία διάχυση, η οποία «είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας».
Επιπλέον, μια επίμονη αύξηση των τιμών ενέργειας και των σχετικών προϊόντων είναι πιθανό να προκαλέσει μείωση της κατανάλωσης και, κατά συνέπεια, της αύξησης του ΑΕΠ όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στη ζώνη του ευρώ συνολικά, καθιστώντας απίθανη την προοπτική αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Συνεπώς, εκτιμάται πως τα επιτόκια θα παραμείνουν στο τρέχον επίπεδό τους.

Δημοσιονομική πολιτική

Η ελληνική κυβέρνηση, το 2025 συνέχισε την πολιτική της με στόχο τη μείωση του υφιστάμενου δημόσιου χρέους της χώρας μέσω της δημιουργίας δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Η κυβερνητική κατανάλωση έχει μειωθεί σταθερά από την περίοδο της Covid-19 ως ποσοστό του ΑΕΠ: έφτασε στο 18,4% του ΑΕΠ το 2025, σε σύγκριση με 21,6% το 2021.
Οι κοινωνικές παροχές επίσης μειώθηκαν, από 19,4% του ΑΕΠ το 2021 σε 16,5% το 2025.
Εκτιμάται πως τόσο η κατανάλωση όσο και οι κοινωνικές παροχές θα σταθεροποιηθούν σε πραγματικούς όρους.
Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν αυξηθεί σε σχέση με την προ-Covid περίοδο, κυρίως λόγω των πόρων που κατευθύνονται από το πρόγραμμα NGEU μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Έχουν κυμανθεί γύρω στο 3% του ΑΕΠ, υψηλότερα από την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, αλλά περίπου στο μισό του κανονικού επιπέδου πριν από αυτήν.
Προβλέπεται ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα μειωθούν, καθώς τα κονδύλια του RRF θα ολοκληρωθούν και το μέρος των δανείων θα αρχίσει να αποπληρώνεται από το 2027 και μετά.

Πληθωρισμός

Δεδομένων της παγκόσμιας αστάθειας και της αβεβαιότητας σχετικά με την έκβαση των τρεχουσών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που παρατηρήθηκαν πέρυσι και φέτος, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί τι θα συμβεί στις εγχώριες και διεθνείς τιμές στα επόμενα τρίμηνα.
Αυτό που είναι γνωστό είναι ότι οι τιμές της ενέργειας, των λιπασμάτων και των τροφίμων αυξάνονται, καθιστώντας δύσκολη την κάλυψη των αναγκών για πολλά νοικοκυριά.
Στο βασικό σενάριο του Ινστιτούτου Levy, ωστόσο, υπονοείται ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 3%, υψηλότερο από τον στόχο 2% της ΕΚΤ, αλλά πιθανότατα χαμηλότερο από αυτό που μπορεί να προκύψει λόγω των εξωτερικών διαταραχών που αναφέρθηκαν.

Απασχόληση και καταναλωτικές δαπάνες

Η αύξηση της απασχόλησης υπήρξε σχετικά ισχυρή, αν και κυρίως στις ανειδίκευτες και χαμηλόμισθες κατηγορίες, σε συνδυασμό με χαμηλή παραγωγικότητα.
Η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μειωθεί, καθώς δυσανάλογα ο τομέας του τουρισμού, της φιλοξενίας και των συναφών δραστηριοτήτων προσελκύει τους περισσότερους ανέργους, όντας χαμηλής τεχνολογικής έντασης.
Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η φαινομενική ανάκαμψη της απασχόλησης συνοδεύεται από διαρκή συμπίεση των μισθών, αντανακλώντας μια διαρθρωτική μεταμόρφωση της ελληνικής αγοράς εργασίας και όχι μια κυκλική προσαρμογή.
Παρά την αποκατάσταση της συνολικής απασχόλησης και των ωρών εργασίας στα προ κρίσης επίπεδα, η αμοιβή ανά εργαζόμενο παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης, ενώ ο μέσος χρόνος εργασίας είναι ο υψηλότερος μεταξύ των κρατών-μελών.
Ο συνδυασμός αυξημένης έντασης εργασίας και χαμηλής αμοιβής υποδηλώνει ένα καθεστώς «ανάπτυξης χωρίς εισόδημα», όπου η δημιουργία θέσεων εργασίας συμβάλλει ασθενώς στην εγχώρια ζήτηση.
Οι θεσμικές αλλαγές που εφαρμόστηκαν κατά τα προγράμματα προσαρμογής —ιδίως η αυξημένη ευελιξία της αγοράς εργασίας και η εσωτερική υποτίμηση— είχαν μόνιμες επιπτώσεις, συμπιέζοντας την κατανομή των μισθών και αγκυρώνοντας μεγάλο μέρος των εργαζομένων κοντά στον κατώτατο μισθό.
Οι εξελίξεις αυτές εξηγούν τη συνεχιζόμενη αδυναμία του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενισχύοντας τη γενικότερη ανησυχία ότι η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική δεν υποστηρίζεται από μια βιώσιμη εισοδηματική βάση για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (Missos και Rodousakis, 2025).
Επιπλέον, η άνιση κατανομή της απασχόλησης μεταξύ υψηλής ειδίκευσης και υψηλών αμοιβών θέσεων και χαμηλόμισθων θέσεων, μαζί με τα σημαντικά ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης, δημιουργεί σημαντική πρόκληση για τη διατήρηση των καταναλωτικών δαπανών σε επίπεδα ικανά να στηρίξουν την ανάπτυξη.

Εξωτερική ζήτηση

Οι καθαρές εξαγωγές αγαθών από την Ελλάδα δεν αποτελούν κινητήριο δύναμη ανάπτυξης, με εξαίρεση τον τουρισμό, τις μεταφορές και τα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα.
Η ζήτηση για εξαγωγές εξαρτάται συνήθως από έναν σταθμισμένο μέσο όρο του πραγματικού ΑΕΠ των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας, όπως προκύπτει από τις προβλέψεις του ΔΝΤ (World Economic Outlook, 2025).
Σε αυτή τη συγκυρία, ωστόσο, η γεωπολιτική αναταραχή μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει την εξωτερική ζήτηση.
Τα αποτελέσματα των παγκόσμιων εξωγενών διαταραχών είναι δύσκολο να εκτιμηθούν και ενδέχεται να επηρεάσουν τη μικρή βελτίωση του εξωτερικού τομέα της Ελλάδας.

Προβλέψεις 2025–2026

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, παρατηρούνται ενδείξεις σταδιακής αλλά επίμονης αποδυνάμωσης της οικονομικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα.
Η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί από 2,0% το 2025 σε 1,3% το 2026, πριν μειωθεί περαιτέρω στο 0,7% το 2027 και τελικά καταστεί αρνητική έως το 2029 (-0,5%).
Αυτή η πορεία αντανακλά μια προοδευτική συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, ιδίως της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία μεταβαίνει από μέτρια ανάπτυξη (1,8% το 2025) σε διαρκή συρρίκνωση στη συνέχεια, φτάνοντας στο -4,3% έως το 2029.
Η μείωση της κατανάλωσης συνάδει με τις συνδυασμένες επιπτώσεις του υψηλού πληθωρισμού, των στάσιμων πραγματικών εισοδημάτων και της δημοσιονομικής πολιτικής που ευνοεί τη διατήρηση σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Η δυναμική των επενδύσεων παρέχει μόνο μερική στήριξη στη συνολική ζήτηση.
Αν και οι επενδύσεις εμφανίζουν ισχυρή ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα (9,8% τόσο το 2025 όσο και το 2026), κυρίως λόγω της συνέχισης έργων που σχετίζονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), λαμβανομένου υπόψη πως αυτά τα κονδύλια σταδιακά ολοκληρώνονται, η αύξηση των επενδύσεων μετριάζεται σημαντικά, υποχωρώντας περίπου στο 3–4% την περίοδο 2027–2028 και περαιτέρω στο 1,4% το 2029.
Αυτή η επιβράδυνση υπογραμμίζει τη περιορισμένη ικανότητα των ιδιωτικών επενδύσεων να αντισταθμίσουν την απόσυρση της δημόσιας στήριξης, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον υποτονικών προσδοκιών ζήτησης.
Οι δημόσιες δαπάνες συμβάλλουν ελάχιστα στην ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια του ορίζοντα προβολής, παραμένοντας σε γενικές γραμμές σταθερές σε πραγματικούς όρους.
Αυτό αντανακλά τη δέσμευση των αρχών για δημοσιονομική εξυγίανση, όπως αποδεικνύεται από τη διαρκή αύξηση τόσο των συνολικών όσο και των πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Το συνολικό πλεόνασμα αυξάνεται από 4,1% του ΑΕΠ το 2025 και κορυφώνεται στο 5,6% την περίοδο 2027–2028, πριν μειωθεί ελαφρώς στο 5,2% το 2029.
Παρομοίως, το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει διαρκώς υψηλό, υπερβαίνοντας το 7% του ΑΕΠ καθ’ όλη την περίοδο.
Παρότι αυτή η πορεία στηρίζει τη μείωση του χρέους, συνεπάγεται επίσης συνεχή απόσυρση της δημόσιας ζήτησης από την οικονομία, με επιπτώσεις στην ανάπτυξη, την απασχόληση και τα εισοδήματα.
Ο εξωτερικός τομέας καθίσταται σταδιακά ο κύριος μοχλός ανάπτυξης.
Η αύξηση των εξαγωγών ενισχύεται από 1,5% το 2025 σε πάνω από 4% το 2026, πριν σταθεροποιηθεί γύρω στο 3% τα επόμενα έτη, υποστηριζόμενη από τις συνθήκες εξωτερικής ζήτησης.
Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές παρουσιάζουν μια ασταθή αλλά γενικά πτωτική πορεία, αντανακλώντας τη συρρίκνωση της εγχώριας απορρόφησης.
Ως αποτέλεσμα, το εξωτερικό ισοζύγιο βελτιώνεται σημαντικά, μεταβαίνοντας από έλλειμμα -3,9% του ΑΕΠ το 2025 σε σχεδόν ισορροπία το 2027 και τελικά σε πλεόνασμα 4,6% το 2029.
Αυτή η προσαρμογή δείχνει ότι η διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της συμπίεσης της ζήτησης και όχι μέσω σημαντικής επέκτασης της εξαγωγικής ικανότητας.
Από την οπτική των τομεακών ισοζυγίων, αυτό συνεπάγεται ότι ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας θα καταγράφει χρηματοοικονομικά ελλείμματα, αν και αυτά θα μειώνονται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου καθώς βελτιώνεται η εξωτερική θέση.
Η πορεία προσαρμογής χαρακτηρίζεται επομένως από συνεχή αφαίρεση χρηματοοικονομικών πόρων από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς η καθαρή απόκτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (NAFA) του ιδιωτικού τομέα παραμένει αρνητική καθ’ όλη την περίοδο προβολής.
Το 2025, η NAFA ισούται με -8,0% του ΑΕΠ και παραμένει στο ίδιο επίπεδο και το 2026.
Αν και η ενίσχυση του εξωτερικού ισοζυγίου μετριάζει εν μέρει αυτή την επίδραση τα επόμενα έτη, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους και η βελτίωση των εξωτερικών λογαριασμών επιτυγχάνονται με κόστος μια παρατεταμένη συμπίεση του καθαρού χρηματοοικονομικού πλούτου του ιδιωτικού τομέα.
Συνολικά, το βασικό σενάριο περιγράφει μια πορεία προσαρμογής στην οποία η δημοσιονομική εξυγίανση και η αδύναμη εγχώρια ζήτηση οδηγούν σε αναδιάρθρωση της οικονομίας προς τον εξωτερικό τομέα.
Ωστόσο, αυτή η διαδικασία συνοδεύεται από μείωση της παραγωγής και συρρίκνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, υποδηλώνοντας ότι τα διαρκή δημοσιονομικά πλεονάσματα επιτυγχάνονται με κόστος τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα μεσοπρόθεσμα και τις συνακόλουθες επιπτώσεις για τη συνολική οικονομία.
11_90.JPG
Συμπεράσματα

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Levy, η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει επιτύχει μια επιτυχημένη επιστροφή στην κανονικότητα μετά την οικονομική κρίση της περιόδου 2009-2015 και την πανδημία Covid-19 της περιόδου 2019-2020.
Η σημερινή κυβέρνηση, από το 2019 και έπειτα, έχει χαρακτηριστεί από τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως αποτελεσματική και αποδοτική στην ανάπτυξη της οικονομίας, στην αύξηση της απασχόλησης, στη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και στη μετατροπή τους σε πλεονάσματα, στην επίτευξη επενδυτικής βαθμίδας για το χρέος της και στην εφαρμογή τόσο θεσμικών όσο και ευέλικτων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας.
Ωστόσο, αυτή η εικόνα καλύπτει τις σοβαρές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η οικονομία μεσοπρόθεσμα.
Τα έτη μετά το 2026 πολύ πιθανόν θα μετατρέψουν την επιτυχημένη αυτή πορεία σε μια κατάσταση μακροοικονομικής ευαλωτότητας.
Η συνεχιζόμενη αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής, απουσία ενός νέου ευρωπαϊκού προγράμματος στήριξης των δημόσιων δαπανών μετά τη λήξη των πόρων του RRF, θα συρρικνώσει σημαντικά την οικονομία.
Όπως δείχνουν οι προβολές του Levy, έως το 2027 η ελληνική οικονομία θα βρίσκεται στην αρχή μιας οικονομικής κρίσης με επιδείνωση της ανεργίας, περαιτέρω μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και ακόμη υψηλότερα ποσοστά φτώχειας.
Η χαμένη ευκαιρία αξιοποίησης των διαρθρωτικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψη για την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που θα στοχεύει στην υποκατάσταση εισαγωγών (ηλιακή και αιολική ενέργεια, logistics και τρόφιμα ενδεικτικά) και, με αυτόν τον τρόπο, στη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές (Papadimitriou, et. al., 2024), ενδέχεται να μην είναι πλέον εφικτή στο μέλλον, υπό το πρίσμα των αυστηρότερων ελέγχων διακυβέρνησης που έχουν θεσπίσει η ΕΕ για τα ιδιαίτερα υπερχρεωμένα κράτη-μέλη.
Επιπλέον, η εμπειρία των τελευταίων δύο περίπου ετών δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή έχει καταστεί επείγουσα προτεραιότητα για την προστασία του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας από ανεξέλεγκτες πλημμύρες και πυρκαγιές, με σοβαρές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας και στο βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού.
Το παροιμιώδες μοντέλο «business as usual» που έχει μετατρέψει την ελληνική οικονομία σε μια «café economy» (Nikiforos, et. al 2025), εξαρτώμενη κυρίως από τον τουρισμό και συναφείς δραστηριότητες, δεν μπορεί ούτε να αναπτύξει την οικονομία ούτε να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο.
Οι οικονομικές μας προσομοιώσεις σε πολλές από τις προηγούμενες εκθέσεις μας ήταν απαισιόδοξες και το ίδιο ισχύει και για την παρούσα έκθεση. Μας υπενθυμίζεται η γνωστή φράση του Andrew Smithers σχετικά με την οικονομική κρίση (2007-08), όταν έγραψε:
«Η Κασσάνδρα ήταν μια ορθή αναλύτρια. Οι προβλέψεις της ήταν σωστές• δεν έκανε καμία αναφορά στον χρονισμό τους και οι απόψεις της αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό.
Όμως αυτό που την εξόργιζε ήταν ένας τίτλος στην Troy Times: “Η βασίλισσα Εκάβη ρωτά ‘Γιατί κανείς δεν μας προειδοποίησε για το ξύλινο άλογο;’”» καταλήγει το Ινστιτούτου Levy.
99999_1.JPG
Chevalier Noir
www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης