Αντιμέτωπη με δίλημμα βρίσκεται η ΕΚΤ στη μάχη κατά του πληθωρισμού, καθώς οι επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων απειλούν να «παγώσουν» την ήδη εύθραυστη οικονομία της Ευρωζώνης.
Ωστόσο, από ανάλυση της Goldman Sachs προκύπτει ότι ενδεχομένως η ΕΚΤ να μην χρειαστεί να κουνήσει ούτε το δάχτυλο της, καθώς οι προσδοκίες των αγορών για μια επικείμενη αυστηρότερη νομισματική πολιτική (δηλαδή για αυξήσεις επιτοκίων) προκαλούν ήδη πιο περιοριστικές χρηματοπιστωτικές και δανειακές συνθήκες.
Η «μετάδοση της αυστηρότερης πολιτικής βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη», έγραψε ο Alexandre Stott, οικονομολόγο για θέματα Ευρώπης στην Goldman Sachs.
«Τα κριτήρια τραπεζικού δανεισμού -τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην Ευρωζώνη, όπου τα δάνεια αντιπροσωπεύουν πάνω από το μισό του συνόλου της εταιρικής χρηματοδότησης- έχουν ήδη γίνει αισθητά πιο αυστηρά και είναι πιθανό να ενταθούν περαιτέρω», δήλωσε ο Stott, προσθέτοντας ότι η πρόκληση έγκειται στην αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο αυτός ο περιορισμός μετακυλίεται στην οικονομία.
«Από τη μία πλευρά, το μεγαλύτερο μέρος του περιορισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη αποδίδεται στις προσδοκίες για υψηλότερα επιτόκια πολιτικής. Επομένως, το Διοικητικό Συμβούλιο [της ΕΚΤ] θα πρέπει να προχωρήσει σε τουλάχιστον μερικές από τις αναμενόμενες αυξήσεις, εάν θέλει να περιορίσει τη ζήτηση και να αναχαιτίσει τις πληθωριστικές πιέσεις», σημείωσε.
«Από την άλλη πλευρά, περίπου το ένα τέταρτο της επιβράδυνσης της οικονομίας φαίνεται να είναι εξωγενές ως προς τις προσδοκίες της νομισματικής πολιτικής, μειώνοντας την ανάγκη για σημαντική σύσφιξη της πολιτικής. Αυτό, υπό αμετάβλητες συνθήκες, θα στήριζε μια προσεκτική προσέγγιση στην αύξηση των επιτοκίων και είναι σύμφωνο με την πρόβλεψή μας για δύο αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο».
Οι προσδοκίες των αγορών
Οι αγορές προεξοφλούν μια υψηλή πιθανότητα (περίπου 91%) για αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 11 Ιουνίου -κάτι που θα διαμόρφωνε το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων της τράπεζας στο 2,25%- και 50% πιθανότητα για μια ακόμη αύξηση αργότερα φέτος, τον Σεπτέμβριο.
Οι αυξήσεις θεωρούνται όλο και πιο πιθανές καθώς οι τιμές καταναλωτή κάνουν άλμα στην Ευρωζώνη ως αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν, με τον πληθωρισμό της περιοχής να εκτινάσσεται στο 3% από τον Απρίλιο. Τα επόμενα στοιχεία για τον πληθωρισμό αναμένονται στις 2 Ιουνίου.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ επανέλαβαν τη στάση της προέδρου, Christine Lagarde, δηλώνοντας ότι θα ακολουθήσουν μια προσέγγιση εξαρτώμενη από τα δεδομένα (data-dependent) και εξετάζοντας κάθε συνεδρίαση ξεχωριστά. Ο Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Luis De Guindos, δήλωσε πρόσφατα στο CNBC ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να σταθμίσουν την ανάγκη τιθάσευσης του πληθωρισμού χωρίς να ασκήσουν υπερβολική πίεση στην οικονομική παραγωγή. «Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένα τετελεσμένο γεγονός όσον αφορά την εξέλιξη των επιτοκίων. Η συζήτηση θα είναι ανοιχτή και όλα τα στοιχεία θα σταθμιστούν και θα ληφθούν υπόψη», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης, Francois Villeroy de Galhau, ο οποίος συμμετέχει επίσης στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, δήλωσε στο CNBC νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι «θα κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο» για να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%.
Σε κίνδυνο η αξιοπιστία της ΕΚΤ
Οι οικονομολόγοι διχάζονται σχετικά με το αν η ΕΚΤ πρέπει να αυξήσει καθόλου τα επιτόκια, δεδομένης της αναιμικής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη· τα τελευταία στοιχεία έδειξαν ανάπτυξη μόλις 0.1% κατά το πρώτο τρίμηνο.
Ο Holger Schmieding, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι οι «τρεις μεγάλες» οικονομίες της Ευρώπης -Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία- έχουν αποδυναμωθεί από την πρόσφατη κατακόρυφη αύξηση του κόστους ενέργειας, οδηγώντας σε ένα περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από αυξανόμενο πληθωρισμό και ανεργία, καθώς και από ασθενέστερη ανάπτυξη.
Ο Schmieding ανέφερε ότι η καταστροφή της ζήτησης θα έπρεπε να «επιληφθεί» του σκέλους του πληθωρισμού στο δίλημμα του στασιμοπληθωρισμού, καθώς οι καταναλωτές ξοδεύουν λιγότερα για άλλα αγαθά προκειμένου να καλύψουν το υψηλότερο κόστος ενέργειας — εξαλείφοντας έτσι την ανάγκη για επιθετική σύσφιξη. «Είναι σημαντικό να διακρίνουμε αυτό που δυστυχώς είναι πιθανό να κάνουν οι κεντρικές τράπεζες από αυτό που θα ήταν το σωστό», δήλωσε ο Schmieding στο CNBC την περασμένη εβδομάδα, προσθέτοντας: «Η εντύπωσή μου είναι ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρόκειται να κάνει ένα μεγάλο λάθος».
Ο Filippo Alloatti από τη Federated Hermes, ανέφερε σε σημείωμα ανάλυσης την Πέμπτη ότι η ΕΚΤ βρίσκεται «μεταξύ σφύρας και άκμονος». «Ο οικονομικός αντίκτυπος από το πλήγμα στις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής είναι σοβαρός και αβέβαιος. Ακόμη και αν οι εντάσεις εκτονωθούν, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι τιμές του πετρελαίου να παραμείνουν δομικά αυξημένες», δήλωσε, με χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία να είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε παρατεταμένα σοκ ενεργειακού κόστους. «Παράλληλα, η ΕΚΤ είναι αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις παλαιότερων λαθών πολιτικής, όταν διατηρούσε τα επιτόκια πολύ χαμηλά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πανδημία», πρόσθεσε.
«Ως εκ τούτου, η κεντρική τράπεζα δέχεται τώρα αυξανόμενη πίεση να απαντήσει αποφασιστικά στις πληθωριστικές πιέσεις και τις δευτερογενείς επιπτώσεις. Η σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό έχει καταστεί υψίστης σημασίας, και αυτό δείχνει την ανάγκη για μια αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης... ήδη από τον Ιούνιο». Τελικά, διακυβεύεται η αξιοπιστία της τράπεζας, κατέληξε ο Alloatti.
«Οποιοσδήποτε δισταγμός κινδυνεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στην ικανότητά της να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών, η οποία, αν χαθεί μια φορά, θα είναι δύσκολο να αποκατασταθεί. Η ΕΚΤ πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στους κινδύνους για την ανάπτυξη και τις πληθωριστικές πιέσεις, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη δέσμευσή της για χρηματοπιστωτική και νομισματική σταθερότητα σε ένα αβέβαιο παγκόσμιο περιβάλλον».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών