Τελευταία Νέα
Απόψεις - Άρθρα

Ο Μητσοτάκης παίζει στα ζάρια την ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια της χώρας

Ο Μητσοτάκης παίζει στα ζάρια την ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια της χώρας
Άρθρο του Μιχάλη Χριστοδουλίδη Διπλωματούχου Μηχανολόγου Μηχανικού ΑΠΘ και ενεργειακού αναλυτή
Η ενεργειακή ασφάλεια μιας χώρας δεν είναι ιδεολογία, ούτε κομματικό σύνθημα.
Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Και ακριβώς γι’ αυτό η επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να επιταχύνει το κλείσιμο και την καταστροφή των λιγνιτικών υποδομών της Ελλάδας, την ώρα που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με γεωπολιτικές αναταράξεις, πολέμους, αβεβαιότητα στις αγορές φυσικού αερίου και προβλήματα στην ηλεκτροπαραγωγή, προκαλεί εύλογα σοβαρά ερωτήματα.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα, τον εγχώριο λιγνίτη.
Αντί όμως να τον διατηρήσει ως στρατηγική εφεδρεία μέχρι να εξασφαλιστούν αξιόπιστες εναλλακτικές, η κυβέρνηση επιλέγει να κλείσει μονάδες και να καταστήσει μη αναστρέψιμη την επαναλειτουργία τους.
Ο ΑΗΣ Καρδιάς έκλεισε το 2021, ο ΑΗΣ Αμυνταίου-Φιλώτα έκλεισε επίσης το 2021, ενώ ο ΑΗΣ Μελίτης Φλώρινας, μονάδα που κατασκευάστηκε το 2003, έκλεισε οριστικά το 2025.
Ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ο μεγαλύτερος λιγνιτικός σταθμός των Βαλκανίων, έκλεισε οριστικά στα τέλη Μαΐου του 2026, παρότι έφτανε να καλύπτει το 20% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Και τώρα εξετάζεται ακόμη και η κατεδάφιση των πέντε πύργων ψύξης και άλλων εγκαταστάσεων.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πτολεμαΐδας 5 

Πρόκειται για μία από τις πλέον σύγχρονες αντιρρυπαντικές λιγνιτικές μονάδες, η οποία τέθηκε σε εμπορική λειτουργία μόλις το 2024 και κόστισε στον ελληνικό λαό πάνω από 1,5 δις ευρώ. Κι όμως, η λειτουργία της προγραμματίζεται να σταματήσει στα τέλη του 2026.
Την ίδια στιγμή, στην περιοχή κατασκευάζεται νέα μονάδα φυσικού αερίου με τελική ισχύ περίπου 450 MW.
Δηλαδή, η Ελλάδα κλείνει μια καινούργια επένδυση άνω των 1,5 δις ευρώ και ταυτόχρονα αυξάνει την εξάρτησή της από ένα εισαγόμενο καύσιμο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Η Ελλάδα εισάγει το 100% της κατανάλωσης φυσικού αερίου της. Από το 2019 μπήκαν σε λειτουργία ή βρίσκονται υπό κατασκευή νέες μονάδες φυσικού αερίου ισχύος περίπου 4.000 MW, ενώ ήδη υπήρχαν μονάδες ισχύος 5.000 MW.
Παρά την εκρηκτική ανάπτυξη των ΑΠΕ, η χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε από το 2019 έως το τέλος του 2025 κατά 56,3%. Μόνο το 2025, όταν προστέθηκαν ακόμη 2.500 MW ΑΠΕ, η χρήση φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 18%.
Και το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι εισαγωγές φυσικού αερίου έφτασαν τις 43,07 TWh, αυξημένες κατά 14,76% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Αυτά είναι δεδομένα που αποκαλύπτουν ότι η περίφημη ενεργειακή μετάβαση δεν είναι μόνο μετάβαση από τον λιγνίτη στις ΑΠΕ.
Είναι μετάβαση από τον εγχώριο λιγνίτη στο εισαγόμενο πανάκριβο φυσικό αέριο.
Το επιχείρημα ότι ο λιγνίτης είναι δήθεν οικονομικά ασύμφορος χρειάζεται επίσης σοβαρή εξέταση.
Στις 16/8/2026 τα δικαιώματα εκπομπών CO2 αναφέρονται στα 82,97 ευρώ ανά τόνο. Με μεταβλητό κόστος λιγνίτη 35-45 ευρώ, η λιγνιτική MWh της Πτολεμαΐδας 5 προσεγγίζει τα 120 ευρώ. Αντίθετα, σε μονάδα φυσικού αερίου απόδοσης 50%, απαιτούνται περίπου 2 MWh φυσικού αερίου για μία MWh ηλεκτρικής ενέργειας. Με τιμή φυσικού αερίου 61,1 ευρώ/MWh, μόνο το καύσιμο κοστίζει 122,22 ευρώ. Με περίπου 35 ευρώ για δικαιώματα ρύπων, το κόστος φτάνει περίπου τα 155 ευρώ, πριν από το λειτουργικό κόστος. Και αν χρησιμοποιείται LNG, το κόστος του καυσίμου αυξάνεται κατά 30%.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο λιγνίτης πρέπει να αποτελεί το μοναδικό καύσιμο της χώρας. Δεν πρέπει. Το ερώτημα είναι γιατί πρέπει να καταστραφεί η δυνατότητα αξιοποίησής του ως στρατηγικής εφεδρείας.
Σε έναν κόσμο όπου πόλεμοι, γεωπολιτικές κρίσεις, ξηρασία και διαταραχές στις μεταφορές μπορούν να προκαλέσουν ξαφνικά ενεργειακά σοκ, η ενεργειακή διαφοροποίηση είναι αυτονόητη. Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητες, αλλά είναι μεταβλητές.
Το φυσικό αέριο είναι χρήσιμο, αλλά είναι εισαγόμενο και δυστυχώς τα επίπεδα πληρότητας των δεξαμενών φυσικού αεριου στην Ε.Ε σήμερα είναι κοντά στο 60%. Στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας.

Ο λιγνίτης έχει περιβαλλοντικό κόστος, αλλά είναι εγχώριος και μπορεί να αποτελέσει εφεδρεία

Η Ευρώπη το αντιλαμβάνεται.
Χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Αυστρία και η Ρουμανία επανεξετάζουν ή επαναφέρουν ανθρακικές μονάδες, ενώ η Πολωνία, η Βουλγαρία, η Τσεχία, η Σλοβενία και η Σλοβακία εξακολουθούν να στηρίζονται σημαντικά στον άνθρακα και τον λιγνίτη. Η Ρουμανία, μάλιστα, ανέστειλε τη δέσμευση για οριστική απόσυρση μονάδων άνθρακα συνολικής ισχύος 710 MW.
Όταν απειλείται η ενεργειακή επάρκεια, οι κυβερνήσεις κρατούν ανοιχτές όλες τις διαθέσιμες επιλογές.
Η Ελλάδα, αντίθετα, επιλέγει να κλείνει τις δικές της. Αυτό δεν είναι προοδευτική ενεργειακή πολιτική.
Είναι επικίνδυνος μονόδρομος.
Η χώρα δεν χρειάζεται μόνον ΑΠΕ, αποθήκευση, διασυνδέσεις, φυσικό αέριο, αλλά και διατήρηση αξιόπιστης εγχώριας θερμικής εφεδρείας απο λιγνίτη.
Γιατί όταν ξεσπάσει η επόμενη ενεργειακή κρίση, μια κατεδαφισμένη μονάδα δεν επαναλειτουργεί με μια κυβερνητική ανακοίνωση και ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο δεν ξαναμπαίνει σε παραγωγή από τη μια ημέρα στην άλλη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει, λοιπόν, να απαντήσει, γιατί καταστρέφει ενεργειακές υποδομές πριν εξασφαλίσει επαρκή και ασφαλή εναλλακτική;
Γιατί αντικαθιστά έναν εγχώριο πόρο με ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο; Και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη αν ένας δύσκολος χειμώνας αποδείξει ότι η Ελλάδα εγκατέλειψε πρόωρα την ενεργειακή της εφεδρεία;
Ο λιγνίτης μπορεί να μην είναι το καύσιμο του μέλλοντος. Μπορεί όμως να είναι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του παρόντος.
Και μια κυβέρνηση που το καταστρέφει χωρίς να έχει εξασφαλίσει την ενεργειακή αυτονομία της χώρας, δεν υπηρετεί την ασφάλεια.
Μπορεις να παίζεις στα ζάρια την ενεργειακή επάρκεια της Ελλάδας;

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης