Γράφει ο Νικόλαος Γεωργικόπουλος, Καθηγητής στο Rutgers Business School, USA. Πρόεδρος Επιτροπής στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ). Σύμβουλος Αναπτυξιακής Πολιτικής της Δημάρχου Πεντέλης και Συνεργάτης του Δημάρχου Αμαρουσίου…
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ξανά κεφάλαια, κερδοφορία και ισχυρή ρευστότητα.
Το επόμενο στοίχημα είναι τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα να μετατραπούν ταχύτερα σε επενδύσεις και έργα. Για τους Δήμους, ιδιαίτερα όσους σηκώνουν ακόμη το βάρος παλαιού δανεισμού, ανοίγει η συζήτηση για ένα νέο μοντέλο: συνέπεια, ισχυρότερη πιστοληπτική εικόνα και δυνατότητα αναδιάρθρωσης ακριβού χρέους.
Το Μαρούσι δείχνει πώς η οικονομική εξυγίανση μπορεί να απελευθερώσει πόρους για την κοινωνία.
Η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει αλλάξει ουσιαστικά.
Οι τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, βελτιωμένη κερδοφορία, σημαντική ρευστότητα και καλύτερη ποιότητα δανειακών χαρτοφυλακίων.
Στο εννεάμηνο του 2026 η ρευστότητά τους παρέμεινε πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ένωσης, ενώ η ανθεκτικότητα του συστήματος έχει ενισχυθεί. Τα μεγέθη είναι ενδεικτικά.
Οι καταθέσεις και τα repos από νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκαν στο εννεάμηνο κατά 16,8 δισ. ευρώ ή 6,8%. Οι τράπεζες άντλησαν παράλληλα 4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 16,9%, από τις εγχώριες και διεθνείς αγορές μέσω εκδόσεων ομολόγων, ενώ οι υποχρεώσεις προς άλλα νομισματικά ιδρύματα ενισχύθηκαν κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 13,1%. Η χρηματοδοτική «δεξαμενή», συνεπώς, υπάρχει.
Το κρίσιμο ερώτημα της επόμενης ημέρας είναι πώς ακόμα μεγαλύτερο μέρος αυτής της χρηματοδοτικής ισχύος θα διοχετευθεί με αποτελεσματικό τρόπο στην πραγματική οικονομία.
Οι τράπεζες επέστρεψαν στην κερδοφορία και η αλλαγή αποτυπώνεται και στα οικονομικά αποτελέσματα.
Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες είχαν καταγράψει συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένα κατά 5%, με μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο 12%.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση, με την αύξηση να φθάνει το 11% χωρίς την επίδραση έκτακτων στοιχείων.
Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων είχε περιοριστεί στο 2,6% στα τέλη Ιουνίου.
Υπάρχει, βέβαια, ήδη σημαντική πιστωτική επέκταση. Τα εταιρικά δάνεια αυξήθηκαν περίπου κατά 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το περίπου 4% της ευρωζώνης. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν την οικονομία. Το στοίχημα είναι η υψηλή ρευστότητα να αξιοποιηθεί ακόμη περισσότερο και αποτελεσματικότερα προς βιώσιμες παραγωγικές επενδύσεις, υποδομές, πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό και ώριμα αναπτυξιακά έργα.
Τα διαθέσιμα κεφάλαια πρέπει να βρουν ώριμα έργα
Η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αποτελεί ήδη το μεγαλύτερο τμήμα της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της επιβραδύνθηκε στο πρώτο εξάμηνο του 2026, παρέμεινε όμως σε υψηλό επίπεδο. Σημαντικός είναι και ο ρόλος των προγραμμάτων συγχρηματοδότησης και εγγυοδοσίας, αλλά και των δανείων που συνδέονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η υψηλή τραπεζική ρευστότητα δημιουργεί δυνατότητες ενεργότερης συμμετοχής στη συγχρηματοδότηση μεγάλων έργων, ιδιαίτερα σε επενδύσεις πράσινου και ψηφιακού μετασχηματισμού. Παράλληλα έχει ενισχυθεί και η αγορά εταιρικών ομολόγων. Από την αρχή του 2026 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν εννέα εκδόσεις, συνολικού ύψους 2,4 δισ. ευρώ. Δεν λείπουν, βέβαια, οι κίνδυνοι. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, το ενεργειακό κόστος, οι πληθωριστικές πιέσεις και το ενδεχόμενο διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να επηρεάσουν τις επενδυτικές αποφάσεις και τη δυναμική της οικονομίας. Γι' αυτό ακριβώς το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία:
Πώς μπορεί η ισχυρή τραπεζική ρευστότητα να συναντήσει περισσότερα ώριμα και οικονομικά βιώσιμα επενδυτικά σχέδια;
Και σε αυτό το σημείο η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να αποκτήσει έναν πιο ενεργό ρόλο.
Οι Δήμοι βρίσκονται μπροστά σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά, καλούνται να χρηματοδοτήσουν ολοένα και περισσότερες ανάγκες: έργα οδοποιίας, αναπλάσεις, σχολικές υποδομές, ενεργειακές και περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και συνολικά την καθημερινότητα της πόλης. Η ενίσχυση των ιδίων πόρων επιτρέπει την απευθείας χρηματοδότηση τέτοιων έργων χωρίς αναγκαστική προσφυγή σε νέο δανεισμό. Από την άλλη, υπάρχουν ΟΤΑ που εξακολουθούν να φέρουν στον προϋπολογισμό τους το βάρος δανειακών υποχρεώσεων προηγούμενων ετών. Εκεί απαιτείται διαφορετική φιλοσοφία.
Η προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι ο νέος δανεισμός.
Πρέπει να είναι η τακτοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεων, η συνεπής εξυπηρέτηση των υφιστάμενων δανείων και η σταδιακή οικοδόμηση ισχυρότερης πιστοληπτικής ικανότητας. Η μείωση του δείκτη εξυπηρέτησης του χρέους προς τα τακτικά έσοδα βελτιώνει το συνολικό χρηματοοικονομικό προφίλ ενός ΟΤΑ και μπορεί να δημιουργήσει δυνατότητες ευνοϊκότερων όρων σε μελλοντικές χρηματοδοτήσεις και εξειδικευμένα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Μια νέα αρχή: η συνέπεια να επιβραβεύεται
Εδώ ανοίγει ένα ζήτημα θεσμικής πολιτικής που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά.
Οι Δήμοι που αποδεδειγμένα τακτοποιούν τις υποχρεώσεις τους, εξυπηρετούν με συνέπεια τα δάνειά τους και εμφανίζουν βιώσιμα οικονομικά χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να αποκτήσουν, υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης ή αναχρηματοδότησης παλαιότερου και ακριβότερου χρέους.
Η συζήτηση αφορά τόσο υποχρεώσεις προς το τραπεζικό σύστημα όσο και προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Δεν πρόκειται για διαγραφή χρεών. Δεν πρόκειται για επιβράβευση της ασυνέπειας.
Και ασφαλώς δεν πρέπει να αποτελέσει αφετηρία ενός νέου κύκλου ανεξέλεγκτου δημοτικού δανεισμού.
Πρόκειται για επιβράβευση της οικονομικής συνέπειας.
Εφόσον ένας Δήμος μπορεί να εξυπηρετήσει το ίδιο υφιστάμενο χρέος με χαμηλότερο χρηματοοικονομικό κόστος, η εξοικονόμηση μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό δημοσιονομικό χώρο. Και αυτός ο χώρος μπορεί να μετατραπεί σε έργα.
Το Μαρούσι ως παράδειγμα
Σε αυτή τη λογική παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περίπτωση του Δήμου Αμαρουσίου υπό τη διοίκηση του δημάρχου Θεοδωρου Αμπατζόγλου. Η δημοτική αρχή έχει θέσει δημόσια ως προτεραιότητα τη μείωση των δανειακών υποχρεώσεων, αναφέροντας παράλληλα ότι κατά τη διάρκεια της διοίκησής της δεν έχει συναφθεί νέος δανεισμός και ότι συνεχίζεται η εκτέλεση τεχνικού προγράμματος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ολοκληρώθηκε η αποπληρωμή δανειακής σύμβασης του 2009, αρχικού ύψους 19 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, από την ολοκλήρωση της αποπληρωμής απελευθερώθηκε ετήσια δόση ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, με προγραμματισμό οι πόροι αυτοί να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα στις ανάγκες σχολείων, παιδικών σταθμών και παιδικών χαρών. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει στην πράξη μια οικονομική λογική που μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη σημασία για την Αυτοδιοίκηση, η εξυγίανση δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό. Πρέπει να δημιουργεί το έδαφος για την επόμενη ημέρα. Ο Δήμος που περιορίζει το βάρος των παλαιών οικονομικών υποχρεώσεων δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για κοινωνικές παρεμβάσεις και νέα έργα. Ο τόκος του χθες να γίνει το έργο του αύριο
Αυτό ίσως είναι και το κεντρικό ζήτημα της νέας συζήτησης για τη χρηματοδότηση των ΟΤΑ. Η συστηματική επανεπένδυση της ρευστότητας που απελευθερώνεται από τη μείωση του χρηματοοικονομικού κόστους μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για την τοπική οικονομία, μετατρέποντας ουσιαστικά τις δαπάνες τόκων σε ενεργό κοινωνικό κεφάλαιο. Και δεν πρόκειται μόνο για απευθείας χρηματοδότηση μικρών ή μεγάλων έργων. Η ύπαρξη πρόσθετων ιδίων πόρων μπορεί να επιτρέψει στους Δήμους να καλύπτουν αποτελεσματικότερα την απαιτούμενη συμμετοχή τους σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, όπως το ΕΣΠΑ ή το Πράσινο Ταμείο, επιταχύνοντας την υλοποίηση παρεμβάσεων και αυξάνοντας την απορρόφηση διαθέσιμων κονδυλίων. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένας ενάρετος χρηματοοικονομικός κύκλος:
Οικονομικό νοικοκύρεμα → συνέπεια στις αποπληρωμές → βελτίωση πιστοληπτικής εικόνας → χαμηλότερο κόστος εξυπηρέτησης → απελευθέρωση πόρων → περισσότερες επενδύσεις → ισχυρότερη τοπική οικονομία.
Τα 36 δισ. ευρώ και η ανάγκη να περάσουμε από τη χρηματοδότηση στην υλοποίηση.
Το ευρύτερο χρηματοδοτικό περιβάλλον ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την ανάγκη.
Οι συνολικοί διαθέσιμοι επενδυτικοί πόροι του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την περίοδο 2022-2026 ανέρχονται σε 36 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,3 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 17,7 δισ. ευρώ δάνεια. Οι δανειακές συμβάσεις που είχαν υπογραφεί στο πλαίσιο του δανειακού σκέλους αφορούσαν επενδύσεις συνολικού προϋπολογισμού 29,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 13,2 δισ. ευρώ ήταν δάνεια RRF, 9,4 δισ. ευρώ τραπεζικά δάνεια και 6,6 δισ. ευρώ ίδια συμμετοχή επενδυτών.
Οι σχετικές εκταμιεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2029, ανάλογα με την πρόοδο υλοποίησης των επενδύσεων.
Παράλληλα, το 2025 σχεδόν 4 δισ. ευρώ τραπεζικών δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις υποστηρίχθηκαν από χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων.
Το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 20% των νέων τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις και περίπου στο 40% των νέων δανείων προς ΜΜΕ. Τα κεφάλαια, επομένως, υπάρχουν.
Τα εργαλεία επίσης υπάρχουν. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η αποτελεσματική διοχέτευση και αξιοποίησή τους.
Ένα νέο χρηματοδοτικό συμβόλαιο για την Αυτοδιοίκηση
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα μπορεί να διαμορφωθεί μια διαφορετική σχέση μεταξύ τραπεζικού συστήματος, Πολιτείας και Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρή ρευστότητα και πρόσβαση στις αγορές. Οι Δήμοι χρειάζονται υποδομές και αναπτυξιακές επενδύσεις. Και το κράτος διαθέτει τη θεσμική δυνατότητα να διαμορφώσει κανόνες που θα συνδέουν τη χρηματοδότηση με τη συνέπεια, τη βιωσιμότητα και την ποιότητα των επενδύσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δυνατότητα αναδιάρθρωσης ακριβού παλαιού χρέους για οικονομικά υγιείς και συνεπείς ΟΤΑ θα μπορούσε να αποκτήσει σαφές αναπτυξιακό περιεχόμενο, με αυστηρά κριτήρια, με διαφάνεια και με έλεγχο βιωσιμότητας. Και κυρίως με έναν ξεκάθαρο στόχο: η εξοικονόμηση να επιστρέφει στην κοινωνία μέσα από συγκεκριμένες επενδύσεις και έργα. Η ενίσχυση της δημοσιονομικής αυτονομίας παρέχει, άλλωστε, περισσότερο χώρο στις δημοτικές αρχές για μακροπρόθεσμη κοινωνική και περιβαλλοντική πολιτική, ενώ η σταθερή βελτίωση των δεικτών βιωσιμότητας του χρέους ενισχύει το σήμα αξιοπιστίας προς αγορές και επενδυτικούς φορείς.
Η μεγάλη συζήτηση της επόμενης ημέρας δεν μπορεί, λοιπόν, να περιοριστεί στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Η πραγματική επιτυχία θα κριθεί από το πόσο η τραπεζική ρευστότητα, τα χρηματοδοτικά εργαλεία και η δημοσιονομική εξυγίανση μπορούν να συναντηθούν σε ένα κοινό σημείο: στην παραγωγή πραγματικής οικονομικής και κοινωνικής αξίας. Για τις τράπεζες, η πρόκληση είναι να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν βιώσιμες επενδύσεις.
Για τους Δήμους, να αποδεικνύουν ότι η οικονομική συνέπεια μπορεί να συμβαδίζει με την αναπτυξιακή φιλοδοξία. Και για την Πολιτεία, να δημιουργήσει εκείνες τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στους συνεπείς ΟΤΑ να μετατρέπουν τη βελτίωση του οικονομικού τους προφίλ σε πραγματικό επενδυτικό χώρο. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι οι Δήμοι να δανειστούν περισσότερο. Είναι να μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα αυτό που ήδη χρωστούν και να επενδύσουν περισσότερα σε αυτό που πραγματικά χρειάζονται οι πολίτες. Έτσι, ο τόκος του χθες μπορεί να γίνει το έργο του αύριο. Και τα χρήματα που απελευθερώνονται από την οικονομική εξυγίανση μπορούν να μετατραπούν σε δρόμους, σχολεία, αναπλάσεις, κοινωνικές υποδομές, πράσινες επενδύσεις και νέες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Αυτή είναι, τελικά, η ουσία: η ρευστότητα να γίνεται επένδυση, η συνέπεια να αποκτά αξία και η χρηματοοικονομική εξυγίανση να επιστρέφει ως μέρισμα στην κοινωνία και στην εθνική οικονομία.
www.bankingnews.gr
Το επόμενο στοίχημα είναι τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα να μετατραπούν ταχύτερα σε επενδύσεις και έργα. Για τους Δήμους, ιδιαίτερα όσους σηκώνουν ακόμη το βάρος παλαιού δανεισμού, ανοίγει η συζήτηση για ένα νέο μοντέλο: συνέπεια, ισχυρότερη πιστοληπτική εικόνα και δυνατότητα αναδιάρθρωσης ακριβού χρέους.
Το Μαρούσι δείχνει πώς η οικονομική εξυγίανση μπορεί να απελευθερώσει πόρους για την κοινωνία.
Η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει αλλάξει ουσιαστικά.
Οι τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, βελτιωμένη κερδοφορία, σημαντική ρευστότητα και καλύτερη ποιότητα δανειακών χαρτοφυλακίων.
Στο εννεάμηνο του 2026 η ρευστότητά τους παρέμεινε πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ένωσης, ενώ η ανθεκτικότητα του συστήματος έχει ενισχυθεί. Τα μεγέθη είναι ενδεικτικά.
Οι καταθέσεις και τα repos από νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκαν στο εννεάμηνο κατά 16,8 δισ. ευρώ ή 6,8%. Οι τράπεζες άντλησαν παράλληλα 4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 16,9%, από τις εγχώριες και διεθνείς αγορές μέσω εκδόσεων ομολόγων, ενώ οι υποχρεώσεις προς άλλα νομισματικά ιδρύματα ενισχύθηκαν κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 13,1%. Η χρηματοδοτική «δεξαμενή», συνεπώς, υπάρχει.
Το κρίσιμο ερώτημα της επόμενης ημέρας είναι πώς ακόμα μεγαλύτερο μέρος αυτής της χρηματοδοτικής ισχύος θα διοχετευθεί με αποτελεσματικό τρόπο στην πραγματική οικονομία.
Οι τράπεζες επέστρεψαν στην κερδοφορία και η αλλαγή αποτυπώνεται και στα οικονομικά αποτελέσματα.
Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες είχαν καταγράψει συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένα κατά 5%, με μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο 12%.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση, με την αύξηση να φθάνει το 11% χωρίς την επίδραση έκτακτων στοιχείων.
Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων είχε περιοριστεί στο 2,6% στα τέλη Ιουνίου.
Υπάρχει, βέβαια, ήδη σημαντική πιστωτική επέκταση. Τα εταιρικά δάνεια αυξήθηκαν περίπου κατά 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το περίπου 4% της ευρωζώνης. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν την οικονομία. Το στοίχημα είναι η υψηλή ρευστότητα να αξιοποιηθεί ακόμη περισσότερο και αποτελεσματικότερα προς βιώσιμες παραγωγικές επενδύσεις, υποδομές, πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό και ώριμα αναπτυξιακά έργα.
Τα διαθέσιμα κεφάλαια πρέπει να βρουν ώριμα έργα
Η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αποτελεί ήδη το μεγαλύτερο τμήμα της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της επιβραδύνθηκε στο πρώτο εξάμηνο του 2026, παρέμεινε όμως σε υψηλό επίπεδο. Σημαντικός είναι και ο ρόλος των προγραμμάτων συγχρηματοδότησης και εγγυοδοσίας, αλλά και των δανείων που συνδέονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η υψηλή τραπεζική ρευστότητα δημιουργεί δυνατότητες ενεργότερης συμμετοχής στη συγχρηματοδότηση μεγάλων έργων, ιδιαίτερα σε επενδύσεις πράσινου και ψηφιακού μετασχηματισμού. Παράλληλα έχει ενισχυθεί και η αγορά εταιρικών ομολόγων. Από την αρχή του 2026 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν εννέα εκδόσεις, συνολικού ύψους 2,4 δισ. ευρώ. Δεν λείπουν, βέβαια, οι κίνδυνοι. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, το ενεργειακό κόστος, οι πληθωριστικές πιέσεις και το ενδεχόμενο διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να επηρεάσουν τις επενδυτικές αποφάσεις και τη δυναμική της οικονομίας. Γι' αυτό ακριβώς το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία:
Πώς μπορεί η ισχυρή τραπεζική ρευστότητα να συναντήσει περισσότερα ώριμα και οικονομικά βιώσιμα επενδυτικά σχέδια;
Και σε αυτό το σημείο η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να αποκτήσει έναν πιο ενεργό ρόλο.
Οι Δήμοι βρίσκονται μπροστά σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά, καλούνται να χρηματοδοτήσουν ολοένα και περισσότερες ανάγκες: έργα οδοποιίας, αναπλάσεις, σχολικές υποδομές, ενεργειακές και περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και συνολικά την καθημερινότητα της πόλης. Η ενίσχυση των ιδίων πόρων επιτρέπει την απευθείας χρηματοδότηση τέτοιων έργων χωρίς αναγκαστική προσφυγή σε νέο δανεισμό. Από την άλλη, υπάρχουν ΟΤΑ που εξακολουθούν να φέρουν στον προϋπολογισμό τους το βάρος δανειακών υποχρεώσεων προηγούμενων ετών. Εκεί απαιτείται διαφορετική φιλοσοφία.
Η προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι ο νέος δανεισμός.
Πρέπει να είναι η τακτοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεων, η συνεπής εξυπηρέτηση των υφιστάμενων δανείων και η σταδιακή οικοδόμηση ισχυρότερης πιστοληπτικής ικανότητας. Η μείωση του δείκτη εξυπηρέτησης του χρέους προς τα τακτικά έσοδα βελτιώνει το συνολικό χρηματοοικονομικό προφίλ ενός ΟΤΑ και μπορεί να δημιουργήσει δυνατότητες ευνοϊκότερων όρων σε μελλοντικές χρηματοδοτήσεις και εξειδικευμένα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Μια νέα αρχή: η συνέπεια να επιβραβεύεται
Εδώ ανοίγει ένα ζήτημα θεσμικής πολιτικής που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά.
Οι Δήμοι που αποδεδειγμένα τακτοποιούν τις υποχρεώσεις τους, εξυπηρετούν με συνέπεια τα δάνειά τους και εμφανίζουν βιώσιμα οικονομικά χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να αποκτήσουν, υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης ή αναχρηματοδότησης παλαιότερου και ακριβότερου χρέους.
Η συζήτηση αφορά τόσο υποχρεώσεις προς το τραπεζικό σύστημα όσο και προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Δεν πρόκειται για διαγραφή χρεών. Δεν πρόκειται για επιβράβευση της ασυνέπειας.
Και ασφαλώς δεν πρέπει να αποτελέσει αφετηρία ενός νέου κύκλου ανεξέλεγκτου δημοτικού δανεισμού.
Πρόκειται για επιβράβευση της οικονομικής συνέπειας.
Εφόσον ένας Δήμος μπορεί να εξυπηρετήσει το ίδιο υφιστάμενο χρέος με χαμηλότερο χρηματοοικονομικό κόστος, η εξοικονόμηση μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό δημοσιονομικό χώρο. Και αυτός ο χώρος μπορεί να μετατραπεί σε έργα.
Το Μαρούσι ως παράδειγμα
Σε αυτή τη λογική παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περίπτωση του Δήμου Αμαρουσίου υπό τη διοίκηση του δημάρχου Θεοδωρου Αμπατζόγλου. Η δημοτική αρχή έχει θέσει δημόσια ως προτεραιότητα τη μείωση των δανειακών υποχρεώσεων, αναφέροντας παράλληλα ότι κατά τη διάρκεια της διοίκησής της δεν έχει συναφθεί νέος δανεισμός και ότι συνεχίζεται η εκτέλεση τεχνικού προγράμματος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ολοκληρώθηκε η αποπληρωμή δανειακής σύμβασης του 2009, αρχικού ύψους 19 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, από την ολοκλήρωση της αποπληρωμής απελευθερώθηκε ετήσια δόση ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, με προγραμματισμό οι πόροι αυτοί να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα στις ανάγκες σχολείων, παιδικών σταθμών και παιδικών χαρών. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει στην πράξη μια οικονομική λογική που μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη σημασία για την Αυτοδιοίκηση, η εξυγίανση δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό. Πρέπει να δημιουργεί το έδαφος για την επόμενη ημέρα. Ο Δήμος που περιορίζει το βάρος των παλαιών οικονομικών υποχρεώσεων δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για κοινωνικές παρεμβάσεις και νέα έργα. Ο τόκος του χθες να γίνει το έργο του αύριο
Αυτό ίσως είναι και το κεντρικό ζήτημα της νέας συζήτησης για τη χρηματοδότηση των ΟΤΑ. Η συστηματική επανεπένδυση της ρευστότητας που απελευθερώνεται από τη μείωση του χρηματοοικονομικού κόστους μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για την τοπική οικονομία, μετατρέποντας ουσιαστικά τις δαπάνες τόκων σε ενεργό κοινωνικό κεφάλαιο. Και δεν πρόκειται μόνο για απευθείας χρηματοδότηση μικρών ή μεγάλων έργων. Η ύπαρξη πρόσθετων ιδίων πόρων μπορεί να επιτρέψει στους Δήμους να καλύπτουν αποτελεσματικότερα την απαιτούμενη συμμετοχή τους σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, όπως το ΕΣΠΑ ή το Πράσινο Ταμείο, επιταχύνοντας την υλοποίηση παρεμβάσεων και αυξάνοντας την απορρόφηση διαθέσιμων κονδυλίων. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένας ενάρετος χρηματοοικονομικός κύκλος:
Οικονομικό νοικοκύρεμα → συνέπεια στις αποπληρωμές → βελτίωση πιστοληπτικής εικόνας → χαμηλότερο κόστος εξυπηρέτησης → απελευθέρωση πόρων → περισσότερες επενδύσεις → ισχυρότερη τοπική οικονομία.
Τα 36 δισ. ευρώ και η ανάγκη να περάσουμε από τη χρηματοδότηση στην υλοποίηση.
Το ευρύτερο χρηματοδοτικό περιβάλλον ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την ανάγκη.
Οι συνολικοί διαθέσιμοι επενδυτικοί πόροι του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την περίοδο 2022-2026 ανέρχονται σε 36 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,3 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 17,7 δισ. ευρώ δάνεια. Οι δανειακές συμβάσεις που είχαν υπογραφεί στο πλαίσιο του δανειακού σκέλους αφορούσαν επενδύσεις συνολικού προϋπολογισμού 29,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 13,2 δισ. ευρώ ήταν δάνεια RRF, 9,4 δισ. ευρώ τραπεζικά δάνεια και 6,6 δισ. ευρώ ίδια συμμετοχή επενδυτών.
Οι σχετικές εκταμιεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2029, ανάλογα με την πρόοδο υλοποίησης των επενδύσεων.
Παράλληλα, το 2025 σχεδόν 4 δισ. ευρώ τραπεζικών δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις υποστηρίχθηκαν από χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων.
Το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 20% των νέων τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις και περίπου στο 40% των νέων δανείων προς ΜΜΕ. Τα κεφάλαια, επομένως, υπάρχουν.
Τα εργαλεία επίσης υπάρχουν. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η αποτελεσματική διοχέτευση και αξιοποίησή τους.
Ένα νέο χρηματοδοτικό συμβόλαιο για την Αυτοδιοίκηση
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα μπορεί να διαμορφωθεί μια διαφορετική σχέση μεταξύ τραπεζικού συστήματος, Πολιτείας και Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρή ρευστότητα και πρόσβαση στις αγορές. Οι Δήμοι χρειάζονται υποδομές και αναπτυξιακές επενδύσεις. Και το κράτος διαθέτει τη θεσμική δυνατότητα να διαμορφώσει κανόνες που θα συνδέουν τη χρηματοδότηση με τη συνέπεια, τη βιωσιμότητα και την ποιότητα των επενδύσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δυνατότητα αναδιάρθρωσης ακριβού παλαιού χρέους για οικονομικά υγιείς και συνεπείς ΟΤΑ θα μπορούσε να αποκτήσει σαφές αναπτυξιακό περιεχόμενο, με αυστηρά κριτήρια, με διαφάνεια και με έλεγχο βιωσιμότητας. Και κυρίως με έναν ξεκάθαρο στόχο: η εξοικονόμηση να επιστρέφει στην κοινωνία μέσα από συγκεκριμένες επενδύσεις και έργα. Η ενίσχυση της δημοσιονομικής αυτονομίας παρέχει, άλλωστε, περισσότερο χώρο στις δημοτικές αρχές για μακροπρόθεσμη κοινωνική και περιβαλλοντική πολιτική, ενώ η σταθερή βελτίωση των δεικτών βιωσιμότητας του χρέους ενισχύει το σήμα αξιοπιστίας προς αγορές και επενδυτικούς φορείς.
Η μεγάλη συζήτηση της επόμενης ημέρας δεν μπορεί, λοιπόν, να περιοριστεί στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Η πραγματική επιτυχία θα κριθεί από το πόσο η τραπεζική ρευστότητα, τα χρηματοδοτικά εργαλεία και η δημοσιονομική εξυγίανση μπορούν να συναντηθούν σε ένα κοινό σημείο: στην παραγωγή πραγματικής οικονομικής και κοινωνικής αξίας. Για τις τράπεζες, η πρόκληση είναι να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν βιώσιμες επενδύσεις.
Για τους Δήμους, να αποδεικνύουν ότι η οικονομική συνέπεια μπορεί να συμβαδίζει με την αναπτυξιακή φιλοδοξία. Και για την Πολιτεία, να δημιουργήσει εκείνες τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στους συνεπείς ΟΤΑ να μετατρέπουν τη βελτίωση του οικονομικού τους προφίλ σε πραγματικό επενδυτικό χώρο. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι οι Δήμοι να δανειστούν περισσότερο. Είναι να μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα αυτό που ήδη χρωστούν και να επενδύσουν περισσότερα σε αυτό που πραγματικά χρειάζονται οι πολίτες. Έτσι, ο τόκος του χθες μπορεί να γίνει το έργο του αύριο. Και τα χρήματα που απελευθερώνονται από την οικονομική εξυγίανση μπορούν να μετατραπούν σε δρόμους, σχολεία, αναπλάσεις, κοινωνικές υποδομές, πράσινες επενδύσεις και νέες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Αυτή είναι, τελικά, η ουσία: η ρευστότητα να γίνεται επένδυση, η συνέπεια να αποκτά αξία και η χρηματοοικονομική εξυγίανση να επιστρέφει ως μέρισμα στην κοινωνία και στην εθνική οικονομία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών