Η κρίση του ιταλικού ποδοσφαίρου εξελίσσεται σε μια κρίσιμη δοκιμασία για την πολιτική επιρροή της Giorgia Meloni
Η αποτυχία της εθνικής Ιταλίας να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο για τρίτη συνεχόμενη διοργάνωση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί σχεδόν εθνική υπόθεση.
Ωστόσο, η αγωνιστική αποτυχία έχει πλέον μετατραπεί σε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον έλεγχο της διοίκησης του αθλήματος.
Το κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d’Italia) της Giorgia Meloni έσπευσε να προτείνει τον περιορισμό των εξουσιών της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (FIGC), μετά την παραίτηση του 72χρονου προέδρου της, Gabriele Gravina, τον περασμένο Απρίλιο.
Ο Gravina βρέθηκε υπό ασφυκτική πίεση μετά τον αποκλεισμό της Ιταλίας στα μπαράζ του Μουντιάλ από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Με τις εκλογές για τη νέα διοίκηση της FIGC να έχουν προγραμματιστεί για τις 22 Ιουνίου, πολιτικοί σύμμαχοι της Meloni ζητούν την αναβολή τους και την υπαγωγή της Ομοσπονδίας σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, μια διαδικασία που έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν σε περιπτώσεις σοβαρών σκανδάλων διαφθοράς στο ιταλικό ποδόσφαιρο.
Σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο διαθέτει τεράστιο πολιτισμικό και κοινωνικό βάρος, η αποτυχία πρόκρισης στο Μουντιάλ έχει εξελιχθεί σε πεδίο αντιπαράθεσης για τη διακυβέρνηση, τις μεταρρυθμίσεις, τις επενδύσεις και τα όρια της πολιτικής παρέμβασης της κυβέρνησης Meloni σε ανεξάρτητους θεσμούς.
«Το πρώτο μέλημα δεν θα έπρεπε να είναι οι νέες εκλογές. Οι εκλογές από μόνες τους δεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ανάκαμψη», δήλωσε ο υπουργός Αθλητισμού Andrea Abodi.
Παράγοντες του ποδοσφαίρου καταγγέλλουν ότι η κυβερνητική παρέμβαση αποτελεί στην πραγματικότητα μια προσπάθεια ελέγχου της διαδικασίας, με στόχο να αποτραπεί η εκλογή του μεγάλου φαβορί Giovanni Malagò, πρώην προέδρου της Ιταλικής Ολυμπιακής Επιτροπής (CONI), ο οποίος δεν χαίρει της εκτίμησης του κυβερνώντος κόμματος.
Ο Gabriele Gravina δεν έκρυψε την ενόχλησή του απέναντι στα κυβερνητικά σχέδια.
«Η ιδέα της υπαγωγής της FIGC σε ειδική διαχείριση παραπέμπει περισσότερο σε κατάληψη του οργανισμού παρά σε σχέδιο για το μέλλον. Η επιθυμία ελέγχου του ποδοσφαίρου κυκλοφορεί εδώ και πολύ καιρό», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατηγορούν την Meloni ότι συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερη εξουσία, περιορίζει τις αντίθετες φωνές και τοποθετεί πρόσωπα της επιρροής της σε καίριες θέσεις. Αντίστοιχες κατηγορίες έχουν διατυπωθεί για τη δημόσια τηλεόραση, την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών και τη Δικαιοσύνη.
Η κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις αυτές. Ο Andrea Abodi χαρακτήρισε «αβάσιμους και γελοίους» τους ισχυρισμούς περί κυβερνητικής απόπειρας ελέγχου της Ομοσπονδίας.
Η πτώση μιας ποδοσφαιρικής υπερδύναμης
Από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006 στο Βερολίνο απέναντι στη Γαλλία, η Ιταλία ακολουθεί μια σταθερά πτωτική πορεία, περνώντας από την ελίτ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου στη δεύτερη ταχύτητα των διεθνών διοργανώσεων.
Η εικόνα αυτή θυμίζει σε πολλούς τη γενικότερη οικονομική στασιμότητα που χαρακτηρίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια.
Όπως και το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της Ιταλίας, έτσι και η ηγεσία του ποδοσφαίρου γερνά, ενώ οι προσπάθειες μεταρρύθμισης προσκρούουν συστηματικά σε οργανωμένα συμφέροντα, τόσο από τις μεγάλες ομάδες όσο και από τις μικρότερες κατηγορίες.
Πρώην αξιωματούχος του ιταλικού ποδοσφαίρου περιέγραψε το σύστημα ως «κλειστό και απρόθυμο να παράγει νέες ιδέες».
Το θεσμικό πλαίσιο της FIGC επιτρέπει σε πολλές επιμέρους συνιστώσες — ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, ποδοσφαιριστές, προπονητές και διαιτητές — να διαθέτουν ουσιαστικά δικαίωμα βέτο, εμποδίζοντας σημαντικές μεταρρυθμίσεις.
Ο Gravina υποστήριξε ότι οι προτάσεις για μείωση των ανόδων και υποβιβασμών αλλά και για περιορισμό των ομάδων της Serie A από 20 σε 18 απορρίφθηκαν συνολικά 17 φορές από τις χαμηλότερες κατηγορίες.
Στόχος των αλλαγών ήταν η ενίσχυση της οικονομικής βιωσιμότητας και η βελτίωση της αγωνιστικής ποιότητας του ιταλικού πρωταθλήματος.
Ωστόσο, μετά τον αποκλεισμό από τη Βοσνία, η δημόσια συζήτηση για τα βαθύτερα προβλήματα του ιταλικού ποδοσφαίρου — από τα απαρχαιωμένα γήπεδα έως την περιορισμένη αξιοποίηση νεαρών Ιταλών ποδοσφαιριστών στη Serie A — παραμερίστηκε από τη μάχη διαδοχής στην κορυφή της Ομοσπονδίας.
Ο Giovanni Malagò στο επίκεντρο
Οι σύλλογοι της Serie A, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν μόλις το 18% των ψήφων, τάχθηκαν αμέσως υπέρ του Giovanni Malagò.
Ο 67χρονος παράγοντας θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματικός διαχειριστής με ισχυρές διασυνδέσεις και μεγάλη αποδοχή στον αθλητικό χώρο. Στο πλευρό του συντάχθηκαν γρήγορα και οι ενώσεις ποδοσφαιριστών και προπονητών, εξασφαλίζοντάς του άνετο προβάδισμα.
Αντίπαλός του είναι ο Giancarlo Abete, πρώην πρόεδρος της FIGC, ο οποίος είχε βρεθεί στο τιμόνι της Ομοσπονδίας όταν η Ιταλία συμμετείχε για τελευταία φορά σε Μουντιάλ το 2014.
Η υποψηφιότητα Malagò θεωρείται πολιτική ήττα για τον Andrea Abodi αλλά και για τον υπουργό Οικονομικών Giancarlo Giorgetti, με τους οποίους έχει συγκρουστεί στο παρελθόν.
Ο Abodi άφησε σαφείς αιχμές για τον Malagò, υπενθυμίζοντας τον ρόλο του στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες Μιλάνο-Κορτίνα 2026, οι οποίοι βρέθηκαν πρόσφατα στο μικροσκόπιο δικαστικής έρευνας, καθώς και τη σχετικά περιορισμένη εμπειρία του στην ποδοσφαιρική διοίκηση.
Παρά τις επιφυλάξεις του, ο υπουργός Αθλητισμού ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με όποιον εκλεγεί νόμιμα πρόεδρος της FIGC, υπό την προϋπόθεση ότι θα προωθήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Η ύστατη προσπάθεια της κυβέρνησης
Καθώς απομένουν λίγες ημέρες μέχρι τις εκλογές, το σενάριο υπαγωγής της FIGC σε ειδική διαχείριση φαίνεται να απομακρύνεται.
Η αρμοδιότητα για μια τέτοια απόφαση ανήκει στην Ολυμπιακή Επιτροπή και όχι στην κυβέρνηση, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν μια τόσο δραστική παρέμβαση, όπως σοβαρές παραβιάσεις ή δυσλειτουργίες των διοργανώσεων.
Ο Andrea Abodi κάλεσε τη FIGC να αναγνωρίσει από μόνη της την αδυναμία αυτομεταρρύθμισης και να ζητήσει ειδική διαχείριση, ωστόσο ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται εξαιρετικά απίθανο.
Η τελευταία επιλογή της κυβέρνησης για να ανακόψει την πορεία του Malagò είναι μια νομική εξέταση σχετικά με το κατά πόσο η υποψηφιότητά του παραβιάζει κανόνες περί σύγκρουσης συμφερόντων λόγω της πρόσφατης θητείας του στην CONI.
Η κυβέρνηση Meloni έχει αναθέσει τον σχετικό έλεγχο σε ανεξάρτητη αρχή κατά της διαφθοράς και στην Ολυμπιακή Επιτροπή, ωστόσο πρώην στελέχη του ποδοσφαίρου εκτιμούν ότι η προσπάθεια δύσκολα θα ευδοκιμήσει.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές σχέσεις συχνά αποδεικνύονται εξίσου σημαντικές με τα τυπικά προσόντα, η δύσκολη σχέση του Giovanni Malagò με την κυβέρνηση Meloni ενδέχεται να εξελιχθεί σε σοβαρό μειονέκτημα.
Ο απερχόμενος πρόεδρος Gabriele Gravina έκλεισε με μια πικρή παρατήρηση:
«Όποιος κι αν εκλεγεί, ελπίζω οι σχέσεις του με την πολιτική εξουσία να μη μετατραπούν σε βάρος, όπως συνέβη τελικά με εμένα».
www.bankingnews.gr
Ωστόσο, η αγωνιστική αποτυχία έχει πλέον μετατραπεί σε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον έλεγχο της διοίκησης του αθλήματος.
Το κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d’Italia) της Giorgia Meloni έσπευσε να προτείνει τον περιορισμό των εξουσιών της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (FIGC), μετά την παραίτηση του 72χρονου προέδρου της, Gabriele Gravina, τον περασμένο Απρίλιο.
Ο Gravina βρέθηκε υπό ασφυκτική πίεση μετά τον αποκλεισμό της Ιταλίας στα μπαράζ του Μουντιάλ από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Με τις εκλογές για τη νέα διοίκηση της FIGC να έχουν προγραμματιστεί για τις 22 Ιουνίου, πολιτικοί σύμμαχοι της Meloni ζητούν την αναβολή τους και την υπαγωγή της Ομοσπονδίας σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, μια διαδικασία που έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν σε περιπτώσεις σοβαρών σκανδάλων διαφθοράς στο ιταλικό ποδόσφαιρο.
Σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο διαθέτει τεράστιο πολιτισμικό και κοινωνικό βάρος, η αποτυχία πρόκρισης στο Μουντιάλ έχει εξελιχθεί σε πεδίο αντιπαράθεσης για τη διακυβέρνηση, τις μεταρρυθμίσεις, τις επενδύσεις και τα όρια της πολιτικής παρέμβασης της κυβέρνησης Meloni σε ανεξάρτητους θεσμούς.
«Το πρώτο μέλημα δεν θα έπρεπε να είναι οι νέες εκλογές. Οι εκλογές από μόνες τους δεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ανάκαμψη», δήλωσε ο υπουργός Αθλητισμού Andrea Abodi.
Παράγοντες του ποδοσφαίρου καταγγέλλουν ότι η κυβερνητική παρέμβαση αποτελεί στην πραγματικότητα μια προσπάθεια ελέγχου της διαδικασίας, με στόχο να αποτραπεί η εκλογή του μεγάλου φαβορί Giovanni Malagò, πρώην προέδρου της Ιταλικής Ολυμπιακής Επιτροπής (CONI), ο οποίος δεν χαίρει της εκτίμησης του κυβερνώντος κόμματος.
Ο Gabriele Gravina δεν έκρυψε την ενόχλησή του απέναντι στα κυβερνητικά σχέδια.
«Η ιδέα της υπαγωγής της FIGC σε ειδική διαχείριση παραπέμπει περισσότερο σε κατάληψη του οργανισμού παρά σε σχέδιο για το μέλλον. Η επιθυμία ελέγχου του ποδοσφαίρου κυκλοφορεί εδώ και πολύ καιρό», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατηγορούν την Meloni ότι συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερη εξουσία, περιορίζει τις αντίθετες φωνές και τοποθετεί πρόσωπα της επιρροής της σε καίριες θέσεις. Αντίστοιχες κατηγορίες έχουν διατυπωθεί για τη δημόσια τηλεόραση, την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών και τη Δικαιοσύνη.
Η κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις αυτές. Ο Andrea Abodi χαρακτήρισε «αβάσιμους και γελοίους» τους ισχυρισμούς περί κυβερνητικής απόπειρας ελέγχου της Ομοσπονδίας.
Η πτώση μιας ποδοσφαιρικής υπερδύναμης
Από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006 στο Βερολίνο απέναντι στη Γαλλία, η Ιταλία ακολουθεί μια σταθερά πτωτική πορεία, περνώντας από την ελίτ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου στη δεύτερη ταχύτητα των διεθνών διοργανώσεων.
Η εικόνα αυτή θυμίζει σε πολλούς τη γενικότερη οικονομική στασιμότητα που χαρακτηρίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια.
Όπως και το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της Ιταλίας, έτσι και η ηγεσία του ποδοσφαίρου γερνά, ενώ οι προσπάθειες μεταρρύθμισης προσκρούουν συστηματικά σε οργανωμένα συμφέροντα, τόσο από τις μεγάλες ομάδες όσο και από τις μικρότερες κατηγορίες.
Πρώην αξιωματούχος του ιταλικού ποδοσφαίρου περιέγραψε το σύστημα ως «κλειστό και απρόθυμο να παράγει νέες ιδέες».
Το θεσμικό πλαίσιο της FIGC επιτρέπει σε πολλές επιμέρους συνιστώσες — ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, ποδοσφαιριστές, προπονητές και διαιτητές — να διαθέτουν ουσιαστικά δικαίωμα βέτο, εμποδίζοντας σημαντικές μεταρρυθμίσεις.
Ο Gravina υποστήριξε ότι οι προτάσεις για μείωση των ανόδων και υποβιβασμών αλλά και για περιορισμό των ομάδων της Serie A από 20 σε 18 απορρίφθηκαν συνολικά 17 φορές από τις χαμηλότερες κατηγορίες.
Στόχος των αλλαγών ήταν η ενίσχυση της οικονομικής βιωσιμότητας και η βελτίωση της αγωνιστικής ποιότητας του ιταλικού πρωταθλήματος.
Ωστόσο, μετά τον αποκλεισμό από τη Βοσνία, η δημόσια συζήτηση για τα βαθύτερα προβλήματα του ιταλικού ποδοσφαίρου — από τα απαρχαιωμένα γήπεδα έως την περιορισμένη αξιοποίηση νεαρών Ιταλών ποδοσφαιριστών στη Serie A — παραμερίστηκε από τη μάχη διαδοχής στην κορυφή της Ομοσπονδίας.
Ο Giovanni Malagò στο επίκεντρο
Οι σύλλογοι της Serie A, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν μόλις το 18% των ψήφων, τάχθηκαν αμέσως υπέρ του Giovanni Malagò.
Ο 67χρονος παράγοντας θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματικός διαχειριστής με ισχυρές διασυνδέσεις και μεγάλη αποδοχή στον αθλητικό χώρο. Στο πλευρό του συντάχθηκαν γρήγορα και οι ενώσεις ποδοσφαιριστών και προπονητών, εξασφαλίζοντάς του άνετο προβάδισμα.
Αντίπαλός του είναι ο Giancarlo Abete, πρώην πρόεδρος της FIGC, ο οποίος είχε βρεθεί στο τιμόνι της Ομοσπονδίας όταν η Ιταλία συμμετείχε για τελευταία φορά σε Μουντιάλ το 2014.
Η υποψηφιότητα Malagò θεωρείται πολιτική ήττα για τον Andrea Abodi αλλά και για τον υπουργό Οικονομικών Giancarlo Giorgetti, με τους οποίους έχει συγκρουστεί στο παρελθόν.
Ο Abodi άφησε σαφείς αιχμές για τον Malagò, υπενθυμίζοντας τον ρόλο του στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες Μιλάνο-Κορτίνα 2026, οι οποίοι βρέθηκαν πρόσφατα στο μικροσκόπιο δικαστικής έρευνας, καθώς και τη σχετικά περιορισμένη εμπειρία του στην ποδοσφαιρική διοίκηση.
Παρά τις επιφυλάξεις του, ο υπουργός Αθλητισμού ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με όποιον εκλεγεί νόμιμα πρόεδρος της FIGC, υπό την προϋπόθεση ότι θα προωθήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Η ύστατη προσπάθεια της κυβέρνησης
Καθώς απομένουν λίγες ημέρες μέχρι τις εκλογές, το σενάριο υπαγωγής της FIGC σε ειδική διαχείριση φαίνεται να απομακρύνεται.
Η αρμοδιότητα για μια τέτοια απόφαση ανήκει στην Ολυμπιακή Επιτροπή και όχι στην κυβέρνηση, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν μια τόσο δραστική παρέμβαση, όπως σοβαρές παραβιάσεις ή δυσλειτουργίες των διοργανώσεων.
Ο Andrea Abodi κάλεσε τη FIGC να αναγνωρίσει από μόνη της την αδυναμία αυτομεταρρύθμισης και να ζητήσει ειδική διαχείριση, ωστόσο ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται εξαιρετικά απίθανο.
Η τελευταία επιλογή της κυβέρνησης για να ανακόψει την πορεία του Malagò είναι μια νομική εξέταση σχετικά με το κατά πόσο η υποψηφιότητά του παραβιάζει κανόνες περί σύγκρουσης συμφερόντων λόγω της πρόσφατης θητείας του στην CONI.
Η κυβέρνηση Meloni έχει αναθέσει τον σχετικό έλεγχο σε ανεξάρτητη αρχή κατά της διαφθοράς και στην Ολυμπιακή Επιτροπή, ωστόσο πρώην στελέχη του ποδοσφαίρου εκτιμούν ότι η προσπάθεια δύσκολα θα ευδοκιμήσει.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές σχέσεις συχνά αποδεικνύονται εξίσου σημαντικές με τα τυπικά προσόντα, η δύσκολη σχέση του Giovanni Malagò με την κυβέρνηση Meloni ενδέχεται να εξελιχθεί σε σοβαρό μειονέκτημα.
Ο απερχόμενος πρόεδρος Gabriele Gravina έκλεισε με μια πικρή παρατήρηση:
«Όποιος κι αν εκλεγεί, ελπίζω οι σχέσεις του με την πολιτική εξουσία να μη μετατραπούν σε βάρος, όπως συνέβη τελικά με εμένα».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών