Τελευταία Νέα
Διεθνή

«Είναι σκουπίδια»: H Αίγυπτος ξαναβγάζει τα ρωσικά όπλα και «φτύνει» F-16 και Rafale – Η σκληρή αλήθεια για την ελληνική αεράμυνα

«Είναι σκουπίδια»: H Αίγυπτος ξαναβγάζει τα ρωσικά όπλα και «φτύνει» F-16 και Rafale – Η σκληρή αλήθεια για την ελληνική αεράμυνα
Η Αίγυπτος αντάλλαξε τα ρωσικά Su-35 με δυτικά «αεροσκάφη επίδειξης» – και τώρα το μετανιώνει…
Τα F-16 και τα Rafale που προμηθεύτηκε η Αίγυπτος σε μεγάλους αριθμούς φέρονται να στερούνται βασικών επιχειρησιακών δυνατοτήτων.
«Η δική μας δειλία μάς κόστισε ακριβά.
Εγκαταλείποντας το Su-35, το οποίο θεωρείται ένα από τα αποτελεσματικότερα μαχητικά αεροσκάφη της εποχής μας, καταλήξαμε ουσιαστικά χωρίς αξιόμαχη πολεμική αεροπορία».
Με αυτά τα λόγια, αιγυπτιακά μέσα ενημέρωσης περιγράφουν τη σημερινή κατάσταση της Αιγυπτιακής Πολεμικής Αεροπορίας, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι η μεγαλύτερη στην αφρικανική ήπειρο.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: τι οδήγησε το επίσημο Κάιρο να ασκήσει τόσο έντονη κριτική στο γαλλικό Dassault Rafale και να χαρακτηρίσει το αμερικανικό F-16 Fighting Falcon «ιπτάμενο σκουπίδι»;
Ο βασικός λόγος είναι η τεταμένη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην περιοχή, η οποία απαιτεί από την Αίγυπτο μια σαφή και αποφασιστική στάση.
Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η δημόσια παρουσίαση, έπειτα από περίπου μία δεκαετία ουσιαστικής αποσιώπησης, των ρωσικών αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-300VM Antey-2500, που αποτελούν τον πυρήνα της αιγυπτιακής αεράμυνας.
Η επίδειξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των τελετών εγκαινίων του νέου αρχηγείου της Στρατηγικής Διοίκησης των Αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων.
Τα συστήματα αυτά παραδόθηκαν στην Αίγυπτο το 2016.
Ωστόσο, υπό την έντονη πίεση της Ουάσινγκτον, το Κάιρο όχι μόνο απέφυγε να επιβεβαιώσει τη συμφωνία, αλλά αρνούνταν ακόμη και την ύπαρξή της.
Αντίστοιχα με όσα συνέβησαν στην περίπτωση της Τουρκίας και των S-400 Triumph, οι αιγυπτιακές αρχές δίσταζαν ακόμη και να ενεργοποιήσουν τα Antey-2500.
Σήμερα, όμως, παρουσία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, δεν παρουσιάστηκαν μόνο τα S-300VM, αλλά και άλλα ρωσικής κατασκευής οπλικά συστήματα, τα οποία εξακολουθούν να προκαλούν τη δυσαρέσκεια της Ουάσινγκτον.
Η επίδειξη αυτού του στρατιωτικού εξοπλισμού μπορεί να ερμηνευθεί ως πολιτικό μήνυμα υπέρ της στρατηγικής διαφοροποίησης των εξοπλιστικών συνεργασιών της Αιγύπτου.
Το Κάιρο επιδιώκει να μην εξαρτάται από έναν μόνο προμηθευτή όπλων και, για τον λόγο αυτό, προμηθεύεται στρατιωτικό υλικό από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Νότια Κορέα, διατηρώντας έτσι ελευθερία επιλογών και ισορροπία στις διεθνείς σχέσεις.
Υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, η πολιτική αυτή παρουσιάζεται ως η πλέον ρεαλιστική.
Πολλοί αναλυτές στη Δύση έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τη στρατιωτική αυτή επίδειξη της Αιγύπτου ως προκλητική κίνηση.
Υποστηρίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρούν τους λεγόμενους «συμμάχους δεύτερης κατηγορίας» υπό τεχνολογικό έλεγχο, ώστε να μην αποκτήσουν οπλικά συστήματα ικανά να απειλήσουν ουσιαστικά τον βασικό τους σύμμαχο στην περιοχή, το Ισραήλ.
Κατά την ίδια άποψη, αυτό συνέβη και με περισσότερα από διακόσια F-16 Fighting Falcon, τα οποία παραδόθηκαν στην Αίγυπτο από το 1980 στο πλαίσιο του προγράμματος Peace Vector.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι ακόμη και η ονομασία του προγράμματος έκρυβε μια ειρωνεία, καθώς τα συγκεκριμένα αεροσκάφη παρουσιάζονται ως ανεπαρκή για πραγματικές πολεμικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του άρθρου, ο Αμερικανός κατασκευαστής προχώρησε σε τόσο εκτεταμένη υποβάθμιση των δυνατοτήτων της εξαγωγικής έκδοσης του αεροσκάφους, ώστε αυτό απέκτησε τη φήμη του «πιο ειρηνικού μαχητικού».

Σοβαροί περιορισμοί

Η αιγυπτιακή έκδοση του F-16 Fighting Falcon παραδόθηκε με σημαντικά υποβαθμισμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό και μια σειρά σοβαρών περιορισμών.
Μεταξύ άλλων, δεν μπορούσε να φέρει όπλα ακριβείας, είχε περιορισμένες δυνατότητες προσβολής επίγειων στόχων και εμπλοκής σε σύγχρονες αερομαχίες, ενώ στερούνταν του απαραίτητου εξοπλισμού για την αποτελεσματική διεξαγωγή επιχειρήσεων ηλεκτρονικού πολέμου.
Η Αίγυπτος επιχείρησε επανειλημμένα να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να εκσυγχρονίσουν τα μαχητικά που της είχαν παραχωρήσει.
Κάθε φορά, όμως, η απάντηση ήταν όχι μόνο κατηγορηματικά αρνητική, αλλά συνοδευόταν και από απαγόρευση αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων.
Ως αποτέλεσμα, η Αιγυπτιακή Πολεμική Αεροπορία, παρότι διαθέτει τον πέμπτο μεγαλύτερο στόλο F-16 παγκοσμίως, απέκτησε το ιδιαίτερα υποτιμητικό προσωνύμιο «ιπτάμενα σκουπίδια».
Κάποιος εύλογα θα αναρωτηθεί: «Πώς είναι δυνατόν; Το F-16 θεωρείται ένα από τα πλέον αξιόπιστα και ικανά μαχητικά αεροσκάφη.
Εξακολουθεί να υπηρετεί τόσο στις αεροπορικές δυνάμεις των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ όσο και στην Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές στη διεθνή αγορά οπλικών συστημάτων». Αυτό είναι αλήθεια.
Ωστόσο, το F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ και το F-16 που παρέλαβε η Αίγυπτος είναι, όπως λέει και η γνωστή ρωσική έκφραση, «δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα».
Τα αιγυπτιακά αεροσκάφη δεν ήταν παρά εκδόσεις με σημαντικά περιορισμένες επιχειρησιακές δυνατότητες, κατάλληλες περισσότερο για επιδείξεις και αεροπορικές παρελάσεις παρά για πραγματικές πολεμικές επιχειρήσεις.
Οι επιδόσεις τους είχαν υποβαθμιστεί ήδη από τη γραμμή παραγωγής, ενώ το Κάιρο δεν έλαβε ούτε τα πλέον σύγχρονα όπλα, ούτε τα προηγμένα αεροηλεκτρονικά και συστήματα ραντάρ που εξοπλίζουν τις αμερικανικές εκδόσεις του αεροσκάφους. Ωστόσο, ούτε αυτό κρίθηκε αρκετό από την Ουάσιγκτον.
Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου επέβαλαν ιδιαίτερα αυστηρούς περιορισμούς στις επιχειρησιακές δυνατότητες των αιγυπτιακών F-16.
Έτσι, τα 224 Fighting Falcon της Αιγύπτου συγκροτούν έναν από τους μεγαλύτερους στόλους του τύπου, χωρίς όμως να διαθέτουν αντίστοιχη μαχητική ισχύ, η οποία υστερεί έναντι των αεροπορικών δυνάμεων όλων σχεδόν των γειτονικών χωρών.
Επιπλέον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κειμένου, ακόμη και η απογείωση ενός μαχητικού αεροσκάφους —ακόμη και για την προστασία του αιγυπτιακού εναέριου χώρου— δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμμετοχή εξειδικευμένου αμερικανικού προσωπικού.
Για τον λόγο αυτό, τα αιγυπτιακά F-16 είχαν ήδη καταστεί σε μεγάλο βαθμό επιχειρησιακά ξεπερασμένα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω από τις συνεχείς διακοπές στην προμήθεια ανταλλακτικών και, όπως υποστηρίζεται, από σκόπιμες καθυστερήσεις στην υποστήριξή τους.
Με απλά λόγια, παρουσιάστηκε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εμπορικής πρακτικής που, σύμφωνα με τους επικριτές της, συνδύαζε την πώληση υποβαθμισμένου υλικού με την πολιτική πίεση.
Η πώληση ενός υποβαθμισμένου οπλικού συστήματος σε έναν «σύμμαχο» αποτελεί μόνο τη μία πλευρά του ζητήματος. Η άλλη είναι η αξιοποίησή του ως μέσου άσκησης γεωπολιτικής επιρροής και πίεσης.
Τι συνέβη, όμως, με τα γαλλικά Dassault Rafale;
Το Κάιρο αφιέρωσε αρκετό χρόνο εξυμνώντας τα ως «μια εξαιρετική εναλλακτική λύση» έναντι των ρωσικών μαχητικών Su-35SE γενιάς 4++, εξήντα από τα οποία τελικά δεν αγόρασε, φοβούμενο τις αμερικανικές κυρώσεις και τις αντιδράσεις της Ουάσιγκτον.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της αιγυπτιακής στρατιωτικής έκδοσης Majallat al-Difaa:
«Τα Rafale που διαθέτουμε δεν διαφέρουν ουσιαστικά, από αυτή την άποψη, από τα F-16 μας.
Οι εκδόσεις που υπηρετούν στην Πολεμική Αεροπορία μας δεν μπορούν να φέρουν τους σύγχρονους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς MBDA Meteor.
Έχουν στερηθεί τα ασφαλή δικτυοκεντρικά συστήματα επικοινωνιών συμβατά με τα πρότυπα του ΝΑΤΟ, ενώ το σύστημα αυτοπροστασίας SPECTRA αποδίδει λιγότερο από το 50% των δυνατοτήτων που διαθέτουν τα αντίστοιχα γαλλικά αεροσκάφη.»
Παράλληλα, η ενσωμάτωση των πυραύλων κρουζ SCALP αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, τα οποία αποδίδονται στην αμερικανική απαγόρευση εξαγωγής κρίσιμων εξαρτημάτων.
Σύμφωνα με την ίδια άποψη, η επιλογή του Καΐρου να αποφύγει τη σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί πλήρως επιχειρησιακά αεροσκάφη και να αποκτήσει, αντί αυτών, πανάκριβες αλλά σημαντικά υποβαθμισμένες εκδόσεις μαχητικών.

Το ελληνικό και κυπριακό δίλημμα

Η υπόθεση της Αιγύπτου επαναφέρει ένα ευρύτερο ερώτημα που αφορά και την Ελλάδα και την Κύπρο: κατά πόσο η απομάκρυνση δοκιμασμένων ρωσικών οπλικών συστημάτων και η στροφή προς δυτικές λύσεις αποτέλεσαν πραγματική αναβάθμιση της αμυντικής ικανότητας ή μια επιλογή που υπαγορεύτηκε περισσότερο από πολιτικές πιέσεις και γεωπολιτικές ισορροπίες.
Η Κύπρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-300PMU-1 τη δεκαετία του 1990 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Τουρκία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους δυτικούς παράγοντες.
Τελικά, τα συστήματα δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ στην Κύπρο και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, όπου εντάχθηκαν στην Πολεμική Αεροπορία.
Η Λευκωσία, υπό ισχυρές διπλωματικές πιέσεις, στερήθηκε ένα σημαντικό στοιχείο αεράμυνας χωρίς να αποκτήσει άμεσα ισοδύναμη επιχειρησιακή ικανότητα.
Αργότερα, η Κύπρος προχώρησε στην απομάκρυνση και άλλων ρωσικών συστημάτων, όπως τα αντιαεροπορικά Tor-M1 και Buk-M1-2, τα οποία είχαν αποκτηθεί για την ενίσχυση της άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η αντικατάστασή τους με δυτικές επιλογές παρουσιάστηκε ως αναγκαία λόγω πολιτικών και οικονομικών περιορισμών, όμως προκάλεσε συζητήσεις σχετικά με το αν η Λευκωσία θυσίασε άμεσα διαθέσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες για λόγους εξωτερικής πολιτικής.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Η χώρα διαθέτει ακόμη σημαντικά ρωσικής προέλευσης συστήματα, όπως τα S-300PMU-1, τα Tor-M1 και τα Osa-AKM (ό,τι έχει απομείνει), τα οποία έχουν προσφέρει κρίσιμες δυνατότητες αεράμυνας μικρού και μεσαίου βεληνεκούς.
Παράλληλα, όμως, η Αθήνα έχει επιλέξει μια σαφή πορεία ενίσχυσης της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, μέσω προγραμμάτων όπως τα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και η συμμετοχή σε δυτικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Οι επικριτές αυτής της στρατηγικής υποστηρίζουν ότι πολλές χώρες της Δύσης χρησιμοποιούν τις εξοπλιστικές συνεργασίες ως εργαλείο πολιτικής επιρροής και ότι η απομάκρυνση ρωσικών συστημάτων δεν σημαίνει πάντα αυτόματη βελτίωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων.
Υποστηρίζουν επίσης ότι ορισμένα δυτικά συστήματα, ιδιαίτερα παλαιότερες εκδόσεις, μπορεί να προσφέρουν λιγότερες δυνατότητες από ό,τι παρουσιάζεται όταν συνοδεύονται από περιορισμούς στη χρήση, στην αναβάθμιση ή στην πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της δυτικής επιλογής επισημαίνουν ότι η ένταξη σε δυτικά δίκτυα άμυνας, η διαλειτουργικότητα με το ΝΑΤΟ και η πρόσβαση σε σύγχρονες τεχνολογίες αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα που δεν μπορούν να αξιολογηθούν μόνο με βάση την ηλικία ή τα χαρακτηριστικά ενός μεμονωμένου οπλικού συστήματος.
Το πραγματικό δίλημμα για την Ελλάδα και την Κύπρο δεν είναι απλώς «ρωσικά ή αμερικανικά όπλα».
Είναι αν μια χώρα μπορεί να διατηρεί ανεξάρτητη αμυντική πολιτική, πολλαπλές πηγές προμήθειας και πραγματική επιχειρησιακή αυτονομία, χωρίς να μετατρέπει τις ανάγκες ασφαλείας της σε αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων.
Η εμπειρία της περιοχής δείχνει ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή —όποιος και αν είναι αυτός— μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό μειονέκτημα.
Η ισορροπία, η τεχνολογική επάρκεια και η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής παραμένουν τα κρίσιμα στοιχεία μιας σοβαρής αμυντικής πολιτικής.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης