Ο στόχος του Zelensky είναι να πείσει τον Donald Trump πως η Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος «Ισραήλ της Ανατολικής Ευρώπης», αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην ανάσχεση της Ρωσίας και στην προστασία των συμφερόντων του ΝΑΤΟ
Ο Ουκρανός πρόεδρος Volodymyr Zelensky επιχειρεί να προσαρμόσει τη στρατηγική του στις πολιτικές ισορροπίες που διαμορφώνονται στην Ουάσιγκτον.
Η επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον πραγματοποιήθηκε λίγο μετά από ουκρανικό πυραυλικό πλήγμα εναντίον ιρανικού εμπορικού πλοίου στην Κασπία Θάλασσα, μια ενέργεια που ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η Ουκρανία αποτελεί ενεργό σύμμαχο των ΗΠΑ και πρόθυμο εταίρο απέναντι στους κοινούς αντιπάλους της Δύσης.
Ο αναλυτής George Beebe του Quincy Institute εκτιμά ότι ο στόχος του Zelensky είναι να πείσει τον Donald Trump πως η Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος «Ισραήλ της Ανατολικής Ευρώπης», αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην ανάσχεση της Ρωσίας και στην προστασία των συμφερόντων του ΝΑΤΟ.
Η σύνδεση της Ρωσίας με το Ιράν
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, το Κίεβο επιχειρεί να αναδείξει τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ιράν.
Ο Zelensky έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία παρέχει στο Ιράν δορυφορικές πληροφορίες, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιούνται σε επιχειρήσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων.
Ωστόσο, ο Donald Trump εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στους ισχυρισμούς αυτούς, δηλώνοντας ότι θα εξετάσει κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι θα συζητήσει το ζήτημα με τον Vladimir Putin.

Σκεπτικισμός για τις πληροφορίες του Κιέβου
Ο George Beebe εκφράζει έντονο σκεπτικισμό απέναντι στην άποψη ότι η Ουκρανία διαθέτει κρίσιμες πληροφορίες που δεν έχουν ήδη στη διάθεσή τους οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Κατά την εκτίμησή του, οι σχετικοί ισχυρισμοί αποτελούν κυρίως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να ενισχυθεί η εικόνα μιας στενής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ιράν, ώστε να καταστεί ευκολότερη η περαιτέρω εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο.
Ο κίνδυνος γενικότερης κλιμάκωσης
Η ολοένα στενότερη σύνδεση των εξελίξεων στην Ουκρανία με τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή προκαλεί αυξανόμενες ανησυχίες για τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Ο George Beebe υποστηρίζει ότι η απευθείας επικοινωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στην αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν, όσο και στη δημιουργία προϋποθέσεων για έναν συμβιβασμό στο ουκρανικό μέτωπο.
Εν κατακλείδι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα στον πόλεμο φθοράς ενώ η διαρκής καλλιέργεια προσδοκιών περί ουκρανικής νίκης ενδέχεται να δυσχεραίνει την αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η προσπάθεια του Volodymyr Zelensky να συνδέσει περισσότερο την ουκρανική υπόθεση με τις αντιπαραθέσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αποσκοπεί στη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης και στην αποτροπή μιας στροφής προς διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία.

Χάθηκε ο πόλεμος των εντυπώσεων
Την ίδια στιγμή και ενώ έχουν περάσει περισσότερα από τέσσερα χρόνια από την έναρξη της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο στα χαρακώματα και στον αέρα, αλλά και στο πεδίο της ενημέρωσης.
Ενώ οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να διατηρούν την πρωτοβουλία σε μεγάλο μέρος του μετώπου και να καταγράφουν σταδιακές εδαφικές προωθήσεις στην ανατολική Ουκρανία, σημαντικό μέρος των δυτικών μέσων ενημέρωσης εξακολουθεί να παρουσιάζει κάθε ουκρανική επιτυχία ως ένδειξη επικείμενης στρατηγικής ανατροπής.
Η αυξημένη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών από το Κίεβο αποτέλεσε τη νέα αφορμή για τίτλους που προεξοφλούν μια αλλαγή της πορείας του πολέμου.
Το περιοδικό TIME υποστήριξε ότι η βιομηχανία drones της Ουκρανίας δίνει στο Κίεβο «τα χαρτιά για να κερδίσει ακόμη και χωρίς αμερικανική βοήθεια».
Το CNN χαρακτήρισε πρόσφατα ουκρανικά πλήγματα κοντά στη Μόσχα ως πιθανό «σημείο καμπής», ενώ το Defense One έφθασε στο σημείο να δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «Πώς η Ουκρανία κέρδισε τον πρώτο μεγάλο πόλεμο των ρομπότ».
Ωστόσο, μια σειρά αναλυτών αμφισβητεί έντονα αυτή την αφήγηση, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα που προβάλλεται από μεγάλο μέρος των δυτικών ΜΜΕ απέχει σημαντικά από τις πραγματικές στρατιωτικές ισορροπίες.

Οι επιτυχίες των drones δεν αλλάζουν τη στρατηγική εικόνα
Ο στρατιωτικός αναλυτής Daniel Davis από το Defense Priorities θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί περί «ανατροπής της κατάστασης» δεν αντέχουν σε σοβαρή στρατιωτική αξιολόγηση.
Κατά την εκτίμησή του, τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, αποθήκες ή εγκαταστάσεις, ακόμη και εκείνα κοντά στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη δημιουργούν εντυπωσιακές εικόνες για τα δελτία ειδήσεων, όμως δεν περιορίζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα της Ρωσίας να συνεχίσει έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς.
Ανάλογη είναι και η θέση του καθηγητή διεθνών σχέσεων Michael Desch του Πανεπιστημίου Notre Dame.
Όπως σημειώνει, τα drones μπορούν να προκαλέσουν απώλειες και να επιβραδύνουν προσωρινά τις ρωσικές επιχειρήσεις, όμως από μόνα τους δεν είναι ικανά να εξασφαλίσουν στρατιωτική νίκη στην Ουκρανία.
Παράλληλα υπενθυμίζει ότι η δημόσια συζήτηση συχνά παραβλέπει δύο βασικά δεδομένα: αφενός ότι και η Ρωσία χρησιμοποιεί μαζικά drones και επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς, αφετέρου ότι οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να σημειώνουν σταδιακές προόδους στο έδαφος.

Η πραγματικότητα στο μέτωπο
Παρά την έντονη δημοσιότητα που λαμβάνουν οι ουκρανικές επιθέσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας, οι εξελίξεις στην πρώτη γραμμή δείχνουν διαφορετική εικόνα.
Οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να προωθούνται αργά αλλά σταθερά προς δυσμάς στην ανατολική Ουκρανία, καταλαμβάνοντας οικισμούς έπειτα από πολύμηνες επιχειρήσεις φθοράς.
Οι μάχες χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά υψηλό κόστος και για τις δύο πλευρές, όμως η γενική εικόνα παραμένει εκείνη ενός πολέμου όπου η Ρωσία διατηρεί σημαντικά μεγαλύτερες εφεδρείες σε ανθρώπινο δυναμικό, πυρομαχικά και βιομηχανική παραγωγή.
Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του MIT Barry Posen εκτιμά ότι μεγάλο μέρος του δυτικού Τύπου τείνει να προβάλλει δυσανάλογα κάθε θετική είδηση για την Ουκρανία, ενώ υποβαθμίζει ή αποσιωπά τις αποτυχίες της.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την ουκρανική επιχείρηση στην περιοχή του Kursk το 2024.
Σύμφωνα με τον ίδιο, επρόκειτο για μια ενέργεια που απορρόφησε πολύτιμες δυνάμεις χωρίς να προσφέρει ουσιαστικό στρατηγικό αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι αρχικά παρουσιάστηκε ως σημαντική επιτυχία.
Η αντεπίθεση του 2023 και οι προσδοκίες που διαψεύστηκαν
Παρόμοια κριτική διατυπώνεται και για τη μεγάλη ουκρανική αντεπίθεση του 2023.
Η ερευνήτρια Almut Rochowanski του Quincy Institute υποστηρίζει ότι η επιχείρηση παρουσιάστηκε στη δυτική κοινή γνώμη ως πιθανή καμπή του πολέμου.
Στην πράξη όμως εξελίχθηκε, όπως αναφέρει, σε ιδιαίτερα δαπανηρή προσπάθεια μέσα σε εκτεταμένα ναρκοπέδια και περιοχές που κυριαρχούνταν από drones, χωρίς να επιτύχει ουσιαστική ανακατάληψη εδαφών.
Το αποτέλεσμα ήταν σημαντικές απώλειες προσωπικού και μεγάλες καταναλώσεις δυτικού στρατιωτικού εξοπλισμού, χωρίς αντίστοιχο επιχειρησιακό όφελος.

Οι αισιόδοξες προβλέψεις που επαναλαμβάνονται
Ο αναλυτής Mark Episkopos σημειώνει ότι, παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις, αρκετοί υποστηρικτές της ουκρανικής στρατηγικής συνεχίζουν να προβλέπουν επικείμενη κατάρρευση της Ρωσίας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τον απόστρατο Αμερικανό στρατηγό Ben Hodges, ο οποίος κατά τα προηγούμενα χρόνια είχε επανειλημμένα προβλέψει την κατάρρευση του ρωσικού στρατού και την επιστροφή της Κριμαίας στον ουκρανικό έλεγχο.
Παρά το γεγονός ότι αυτές οι προβλέψεις δεν επιβεβαιώθηκαν, παρόμοιες εκτιμήσεις εξακολουθούν να διατυπώνονται στη δημόσια συζήτηση.

Η κοινωνική κόπωση στην Ουκρανία
Ένα ακόμη στοιχείο που, σύμφωνα με τους επικριτές της δυτικής αφήγησης, υποεκπροσωπείται στη διεθνή ειδησεογραφία αφορά τη σταδιακή εξάντληση της ουκρανικής κοινωνίας.
Περιστατικά αντίστασης στην επιστράτευση, προβλήματα στρατολόγησης, δημογραφικές απώλειες και αυξανόμενη κόπωση του πληθυσμού αποτελούν ζητήματα που εμφανίζονται συχνότερα στον ουκρανικό δημόσιο διάλογο απ' ό,τι στα αγγλόφωνα μέσα ενημέρωσης.
Κατά τους επικριτές αυτής της προσέγγισης, η περιορισμένη προβολή αυτών των εξελίξεων δημιουργεί μια εικόνα σημαντικά πιο αισιόδοξη από εκείνη που επικρατεί στο εσωτερικό της χώρας.

Η παράταση του πολέμου μέσω της αισιοδοξίας
Οι αναλυτές που ασκούν κριτική στη δυτική στρατηγική θεωρούν ότι η συνεχής προβολή μιας επικείμενης ουκρανικής νίκης εξυπηρετεί και πολιτικούς στόχους.
Ο Mark Episkopos υποστηρίζει ότι έχει διαμορφωθεί η αντίληψη πως ακόμη ένα πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ή νέες κυρώσεις αρκούν ώστε να αλλάξει ριζικά η κατάσταση, παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη διατεθεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε στρατιωτική υποστήριξη και έχουν επιβληθεί χιλιάδες κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας.
Από την πλευρά του, ο Daniel Davis θεωρεί ότι η υπερεκτίμηση της στρατιωτικής θέσης του Κιέβου ενδέχεται να παρατείνει έναν πόλεμο που συνεπάγεται συνεχή ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η αναζήτηση μιας διαπραγματευτικής λύσης εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόφευκτη επιλογή.
www.bankingnews.gr
Η επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον πραγματοποιήθηκε λίγο μετά από ουκρανικό πυραυλικό πλήγμα εναντίον ιρανικού εμπορικού πλοίου στην Κασπία Θάλασσα, μια ενέργεια που ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η Ουκρανία αποτελεί ενεργό σύμμαχο των ΗΠΑ και πρόθυμο εταίρο απέναντι στους κοινούς αντιπάλους της Δύσης.
Ο αναλυτής George Beebe του Quincy Institute εκτιμά ότι ο στόχος του Zelensky είναι να πείσει τον Donald Trump πως η Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος «Ισραήλ της Ανατολικής Ευρώπης», αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην ανάσχεση της Ρωσίας και στην προστασία των συμφερόντων του ΝΑΤΟ.
Η σύνδεση της Ρωσίας με το Ιράν
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, το Κίεβο επιχειρεί να αναδείξει τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ιράν.
Ο Zelensky έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία παρέχει στο Ιράν δορυφορικές πληροφορίες, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιούνται σε επιχειρήσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων.
Ωστόσο, ο Donald Trump εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στους ισχυρισμούς αυτούς, δηλώνοντας ότι θα εξετάσει κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι θα συζητήσει το ζήτημα με τον Vladimir Putin.

Σκεπτικισμός για τις πληροφορίες του Κιέβου
Ο George Beebe εκφράζει έντονο σκεπτικισμό απέναντι στην άποψη ότι η Ουκρανία διαθέτει κρίσιμες πληροφορίες που δεν έχουν ήδη στη διάθεσή τους οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Κατά την εκτίμησή του, οι σχετικοί ισχυρισμοί αποτελούν κυρίως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να ενισχυθεί η εικόνα μιας στενής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ιράν, ώστε να καταστεί ευκολότερη η περαιτέρω εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο.
Ο κίνδυνος γενικότερης κλιμάκωσης
Η ολοένα στενότερη σύνδεση των εξελίξεων στην Ουκρανία με τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή προκαλεί αυξανόμενες ανησυχίες για τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Ο George Beebe υποστηρίζει ότι η απευθείας επικοινωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στην αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν, όσο και στη δημιουργία προϋποθέσεων για έναν συμβιβασμό στο ουκρανικό μέτωπο.
Εν κατακλείδι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα στον πόλεμο φθοράς ενώ η διαρκής καλλιέργεια προσδοκιών περί ουκρανικής νίκης ενδέχεται να δυσχεραίνει την αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η προσπάθεια του Volodymyr Zelensky να συνδέσει περισσότερο την ουκρανική υπόθεση με τις αντιπαραθέσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αποσκοπεί στη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης και στην αποτροπή μιας στροφής προς διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία.

Χάθηκε ο πόλεμος των εντυπώσεων
Την ίδια στιγμή και ενώ έχουν περάσει περισσότερα από τέσσερα χρόνια από την έναρξη της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο στα χαρακώματα και στον αέρα, αλλά και στο πεδίο της ενημέρωσης.
Ενώ οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να διατηρούν την πρωτοβουλία σε μεγάλο μέρος του μετώπου και να καταγράφουν σταδιακές εδαφικές προωθήσεις στην ανατολική Ουκρανία, σημαντικό μέρος των δυτικών μέσων ενημέρωσης εξακολουθεί να παρουσιάζει κάθε ουκρανική επιτυχία ως ένδειξη επικείμενης στρατηγικής ανατροπής.
Η αυξημένη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών από το Κίεβο αποτέλεσε τη νέα αφορμή για τίτλους που προεξοφλούν μια αλλαγή της πορείας του πολέμου.
Το περιοδικό TIME υποστήριξε ότι η βιομηχανία drones της Ουκρανίας δίνει στο Κίεβο «τα χαρτιά για να κερδίσει ακόμη και χωρίς αμερικανική βοήθεια».
Το CNN χαρακτήρισε πρόσφατα ουκρανικά πλήγματα κοντά στη Μόσχα ως πιθανό «σημείο καμπής», ενώ το Defense One έφθασε στο σημείο να δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «Πώς η Ουκρανία κέρδισε τον πρώτο μεγάλο πόλεμο των ρομπότ».
Ωστόσο, μια σειρά αναλυτών αμφισβητεί έντονα αυτή την αφήγηση, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα που προβάλλεται από μεγάλο μέρος των δυτικών ΜΜΕ απέχει σημαντικά από τις πραγματικές στρατιωτικές ισορροπίες.

Οι επιτυχίες των drones δεν αλλάζουν τη στρατηγική εικόνα
Ο στρατιωτικός αναλυτής Daniel Davis από το Defense Priorities θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί περί «ανατροπής της κατάστασης» δεν αντέχουν σε σοβαρή στρατιωτική αξιολόγηση.
Κατά την εκτίμησή του, τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, αποθήκες ή εγκαταστάσεις, ακόμη και εκείνα κοντά στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη δημιουργούν εντυπωσιακές εικόνες για τα δελτία ειδήσεων, όμως δεν περιορίζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα της Ρωσίας να συνεχίσει έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς.
Ανάλογη είναι και η θέση του καθηγητή διεθνών σχέσεων Michael Desch του Πανεπιστημίου Notre Dame.
Όπως σημειώνει, τα drones μπορούν να προκαλέσουν απώλειες και να επιβραδύνουν προσωρινά τις ρωσικές επιχειρήσεις, όμως από μόνα τους δεν είναι ικανά να εξασφαλίσουν στρατιωτική νίκη στην Ουκρανία.
Παράλληλα υπενθυμίζει ότι η δημόσια συζήτηση συχνά παραβλέπει δύο βασικά δεδομένα: αφενός ότι και η Ρωσία χρησιμοποιεί μαζικά drones και επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς, αφετέρου ότι οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να σημειώνουν σταδιακές προόδους στο έδαφος.

Η πραγματικότητα στο μέτωπο
Παρά την έντονη δημοσιότητα που λαμβάνουν οι ουκρανικές επιθέσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας, οι εξελίξεις στην πρώτη γραμμή δείχνουν διαφορετική εικόνα.
Οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να προωθούνται αργά αλλά σταθερά προς δυσμάς στην ανατολική Ουκρανία, καταλαμβάνοντας οικισμούς έπειτα από πολύμηνες επιχειρήσεις φθοράς.
Οι μάχες χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά υψηλό κόστος και για τις δύο πλευρές, όμως η γενική εικόνα παραμένει εκείνη ενός πολέμου όπου η Ρωσία διατηρεί σημαντικά μεγαλύτερες εφεδρείες σε ανθρώπινο δυναμικό, πυρομαχικά και βιομηχανική παραγωγή.
Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του MIT Barry Posen εκτιμά ότι μεγάλο μέρος του δυτικού Τύπου τείνει να προβάλλει δυσανάλογα κάθε θετική είδηση για την Ουκρανία, ενώ υποβαθμίζει ή αποσιωπά τις αποτυχίες της.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την ουκρανική επιχείρηση στην περιοχή του Kursk το 2024.
Σύμφωνα με τον ίδιο, επρόκειτο για μια ενέργεια που απορρόφησε πολύτιμες δυνάμεις χωρίς να προσφέρει ουσιαστικό στρατηγικό αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι αρχικά παρουσιάστηκε ως σημαντική επιτυχία.
Η αντεπίθεση του 2023 και οι προσδοκίες που διαψεύστηκαν
Παρόμοια κριτική διατυπώνεται και για τη μεγάλη ουκρανική αντεπίθεση του 2023.
Η ερευνήτρια Almut Rochowanski του Quincy Institute υποστηρίζει ότι η επιχείρηση παρουσιάστηκε στη δυτική κοινή γνώμη ως πιθανή καμπή του πολέμου.
Στην πράξη όμως εξελίχθηκε, όπως αναφέρει, σε ιδιαίτερα δαπανηρή προσπάθεια μέσα σε εκτεταμένα ναρκοπέδια και περιοχές που κυριαρχούνταν από drones, χωρίς να επιτύχει ουσιαστική ανακατάληψη εδαφών.
Το αποτέλεσμα ήταν σημαντικές απώλειες προσωπικού και μεγάλες καταναλώσεις δυτικού στρατιωτικού εξοπλισμού, χωρίς αντίστοιχο επιχειρησιακό όφελος.

Οι αισιόδοξες προβλέψεις που επαναλαμβάνονται
Ο αναλυτής Mark Episkopos σημειώνει ότι, παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις, αρκετοί υποστηρικτές της ουκρανικής στρατηγικής συνεχίζουν να προβλέπουν επικείμενη κατάρρευση της Ρωσίας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τον απόστρατο Αμερικανό στρατηγό Ben Hodges, ο οποίος κατά τα προηγούμενα χρόνια είχε επανειλημμένα προβλέψει την κατάρρευση του ρωσικού στρατού και την επιστροφή της Κριμαίας στον ουκρανικό έλεγχο.
Παρά το γεγονός ότι αυτές οι προβλέψεις δεν επιβεβαιώθηκαν, παρόμοιες εκτιμήσεις εξακολουθούν να διατυπώνονται στη δημόσια συζήτηση.

Η κοινωνική κόπωση στην Ουκρανία
Ένα ακόμη στοιχείο που, σύμφωνα με τους επικριτές της δυτικής αφήγησης, υποεκπροσωπείται στη διεθνή ειδησεογραφία αφορά τη σταδιακή εξάντληση της ουκρανικής κοινωνίας.
Περιστατικά αντίστασης στην επιστράτευση, προβλήματα στρατολόγησης, δημογραφικές απώλειες και αυξανόμενη κόπωση του πληθυσμού αποτελούν ζητήματα που εμφανίζονται συχνότερα στον ουκρανικό δημόσιο διάλογο απ' ό,τι στα αγγλόφωνα μέσα ενημέρωσης.
Κατά τους επικριτές αυτής της προσέγγισης, η περιορισμένη προβολή αυτών των εξελίξεων δημιουργεί μια εικόνα σημαντικά πιο αισιόδοξη από εκείνη που επικρατεί στο εσωτερικό της χώρας.

Η παράταση του πολέμου μέσω της αισιοδοξίας
Οι αναλυτές που ασκούν κριτική στη δυτική στρατηγική θεωρούν ότι η συνεχής προβολή μιας επικείμενης ουκρανικής νίκης εξυπηρετεί και πολιτικούς στόχους.
Ο Mark Episkopos υποστηρίζει ότι έχει διαμορφωθεί η αντίληψη πως ακόμη ένα πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ή νέες κυρώσεις αρκούν ώστε να αλλάξει ριζικά η κατάσταση, παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη διατεθεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε στρατιωτική υποστήριξη και έχουν επιβληθεί χιλιάδες κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας.
Από την πλευρά του, ο Daniel Davis θεωρεί ότι η υπερεκτίμηση της στρατιωτικής θέσης του Κιέβου ενδέχεται να παρατείνει έναν πόλεμο που συνεπάγεται συνεχή ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η αναζήτηση μιας διαπραγματευτικής λύσης εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόφευκτη επιλογή.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών