Για τους επενδυτές, η πολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο ανασταλτικό παράγοντα
Παρά τις διαβεβαιώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, για στήριξη της Ουκρανίας μέσω της παραγωγής πυραυλικών συστημάτων Patriot, η Boeing δεν δείχνει διατεθειμένη να ανταποκριθεί.
Αντίστοιχη στάση τηρούν και ενεργειακοί κολοσσοί, όπως η ExxonMobil και η Chevron, οι οποίοι αποφεύγουν να επενδύσουν στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν «παγωμένες», καθώς εξακολουθούν να εκκρεμούν οι αποζημιώσεις για παλαιότερες απαλλοτριώσεις, ενώ η Βενεζουέλα εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πλέον ασταθείς και απρόβλεπτες αγορές για επενδύσεις.
Παρότι μετά την αποχώρηση του Nicolas Maduro και την πολιτική μετάβαση στο Καράκας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην οικονομική πολιτική της χώρας, οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν συμμερίζονται αυτή την αισιοδοξία. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου να καταλήγουν σε λογαριασμούς υπό αμερικανικό έλεγχο, με την εκταμίευσή τους να μετατίθεται έως ότου αναδειχθεί, μέσω εκλογών, μια πλήρως αναγνωρισμένη κυβέρνηση.
Ο πολιτικός κίνδυνος αποθαρρύνει τις επενδύσεις
Για τους επενδυτές, η πολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο ανασταλτικό παράγοντα. Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εκδίδει προσωρινές άδειες δραστηριοποίησης στη Βενεζουέλα, οι οποίες έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ και μπορούν να ανακληθούν οποιαδήποτε στιγμή από τον Λευκό Οίκο. Ένα τόσο αβέβαιο πλαίσιο δεν συνάδει με επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα, οι οποίες συνήθως απαιτούν ορίζοντα 10 έως 15 ετών για να αποδώσουν.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται οι Τσαβιστές να επιστρέψουν στην εξουσία αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης απέναντι στις μεταρρυθμίσεις που στηρίζουν οι ΗΠΑ. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι ξένες επενδύσεις θα μπορούσαν να βρεθούν ξανά αντιμέτωπες με εθνικοποιήσεις, ενώ τα έσοδα από το πετρέλαιο ενδέχεται να παραμείνουν δεσμευμένα σε λογαριασμούς που ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις αποζημίωσης για τις εταιρείες.
Οι προσδοκίες για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας διαψεύδονται
Η απροθυμία των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων να επενδύσουν δείχνει ότι οι προσδοκίες για σημαντική αύξηση της παραγωγής αργού από τη Βενεζουέλα δεν επιβεβαιώνονται. Σήμερα, η χώρα παράγει περίπου 1,1 έως 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ χωρίς νέα κεφάλαια θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να προστεθούν στην αγορά τα επιπλέον 1,5 έως 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως που αρκετοί Αμερικανοί αναλυτές προέβλεπαν έως το τέλος της δεκαετίας.
Η μη αξιοποίηση της Ζώνης του Ορινόκο, που φιλοξενεί ένα από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα αποθέματα υδρογονανθράκων παγκοσμίως, περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Αυτό λειτουργεί υποστηρικτικά για τις τιμές του Brent, οι οποίες εκτιμάται ότι θα διατηρηθούν μακροπρόθεσμα πάνω από τα 70-75 δολάρια ανά βαρέλι, εξέλιξη που ευνοεί τους Ρώσους παραγωγούς και ενισχύει τα δημόσια έσοδα της Ρωσίας.
Οι επιχειρήσεις δεν λειτουργούν με πολιτικά κριτήρια
Ο Donald Trump συχνά αντιμετωπίζει τις μεγάλες πολυεθνικές σαν να αποτελούν προέκταση της κρατικής πολιτικής. Ωστόσο, εταιρείες όπως η Chevron και η Boeing λογοδοτούν στους μετόχους και στα διοικητικά τους συμβούλια και όχι στις πολιτικές επιδιώξεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να δεσμεύσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων αποκλειστικά για να εξυπηρετήσουν τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου.
Οι βραχυχρόνιες άδειες λειτουργίας, οι απειλές για επιβολή δασμών και οι συχνές μεταβολές της αμερικανικής πολιτικής υπονομεύουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που απαιτούν μεγάλα ενεργειακά έργα. Οι επενδύσεις αυτού του μεγέθους προϋποθέτουν σταθερό κανονιστικό πλαίσιο και προβλέψιμο πολιτικό περιβάλλον, όχι προσωρινές πολιτικές αποφάσεις.
Παρότι ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι η επαναφορά της Βενεζουέλας στο επενδυτικό προσκήνιο δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική. Η παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα έχει οδηγήσει τις μεγαλύτερες εταιρείες σε στάση αναμονής, καθώς προτιμούν να καθυστερήσουν τις επενδύσεις τους μέχρι να διαμορφωθεί ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως μακροπρόθεσμου οικονομικού εταίρου.
www.bankingnews.gr
Αντίστοιχη στάση τηρούν και ενεργειακοί κολοσσοί, όπως η ExxonMobil και η Chevron, οι οποίοι αποφεύγουν να επενδύσουν στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν «παγωμένες», καθώς εξακολουθούν να εκκρεμούν οι αποζημιώσεις για παλαιότερες απαλλοτριώσεις, ενώ η Βενεζουέλα εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πλέον ασταθείς και απρόβλεπτες αγορές για επενδύσεις.
Παρότι μετά την αποχώρηση του Nicolas Maduro και την πολιτική μετάβαση στο Καράκας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην οικονομική πολιτική της χώρας, οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν συμμερίζονται αυτή την αισιοδοξία. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου να καταλήγουν σε λογαριασμούς υπό αμερικανικό έλεγχο, με την εκταμίευσή τους να μετατίθεται έως ότου αναδειχθεί, μέσω εκλογών, μια πλήρως αναγνωρισμένη κυβέρνηση.
Ο πολιτικός κίνδυνος αποθαρρύνει τις επενδύσεις
Για τους επενδυτές, η πολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο ανασταλτικό παράγοντα. Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εκδίδει προσωρινές άδειες δραστηριοποίησης στη Βενεζουέλα, οι οποίες έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ και μπορούν να ανακληθούν οποιαδήποτε στιγμή από τον Λευκό Οίκο. Ένα τόσο αβέβαιο πλαίσιο δεν συνάδει με επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα, οι οποίες συνήθως απαιτούν ορίζοντα 10 έως 15 ετών για να αποδώσουν.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται οι Τσαβιστές να επιστρέψουν στην εξουσία αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης απέναντι στις μεταρρυθμίσεις που στηρίζουν οι ΗΠΑ. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι ξένες επενδύσεις θα μπορούσαν να βρεθούν ξανά αντιμέτωπες με εθνικοποιήσεις, ενώ τα έσοδα από το πετρέλαιο ενδέχεται να παραμείνουν δεσμευμένα σε λογαριασμούς που ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις αποζημίωσης για τις εταιρείες.
Οι προσδοκίες για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας διαψεύδονται
Η απροθυμία των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων να επενδύσουν δείχνει ότι οι προσδοκίες για σημαντική αύξηση της παραγωγής αργού από τη Βενεζουέλα δεν επιβεβαιώνονται. Σήμερα, η χώρα παράγει περίπου 1,1 έως 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ χωρίς νέα κεφάλαια θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να προστεθούν στην αγορά τα επιπλέον 1,5 έως 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως που αρκετοί Αμερικανοί αναλυτές προέβλεπαν έως το τέλος της δεκαετίας.
Η μη αξιοποίηση της Ζώνης του Ορινόκο, που φιλοξενεί ένα από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα αποθέματα υδρογονανθράκων παγκοσμίως, περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Αυτό λειτουργεί υποστηρικτικά για τις τιμές του Brent, οι οποίες εκτιμάται ότι θα διατηρηθούν μακροπρόθεσμα πάνω από τα 70-75 δολάρια ανά βαρέλι, εξέλιξη που ευνοεί τους Ρώσους παραγωγούς και ενισχύει τα δημόσια έσοδα της Ρωσίας.
Οι επιχειρήσεις δεν λειτουργούν με πολιτικά κριτήρια
Ο Donald Trump συχνά αντιμετωπίζει τις μεγάλες πολυεθνικές σαν να αποτελούν προέκταση της κρατικής πολιτικής. Ωστόσο, εταιρείες όπως η Chevron και η Boeing λογοδοτούν στους μετόχους και στα διοικητικά τους συμβούλια και όχι στις πολιτικές επιδιώξεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να δεσμεύσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων αποκλειστικά για να εξυπηρετήσουν τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου.
Οι βραχυχρόνιες άδειες λειτουργίας, οι απειλές για επιβολή δασμών και οι συχνές μεταβολές της αμερικανικής πολιτικής υπονομεύουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που απαιτούν μεγάλα ενεργειακά έργα. Οι επενδύσεις αυτού του μεγέθους προϋποθέτουν σταθερό κανονιστικό πλαίσιο και προβλέψιμο πολιτικό περιβάλλον, όχι προσωρινές πολιτικές αποφάσεις.
Παρότι ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι η επαναφορά της Βενεζουέλας στο επενδυτικό προσκήνιο δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική. Η παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα έχει οδηγήσει τις μεγαλύτερες εταιρείες σε στάση αναμονής, καθώς προτιμούν να καθυστερήσουν τις επενδύσεις τους μέχρι να διαμορφωθεί ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως μακροπρόθεσμου οικονομικού εταίρου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών