Το νέο δορυφορικό δίκτυο Rassvet-3 και το εξειδικευμένο σύστημα παρεμβολών επιχειρούν να καλύψουν το κενό που άφησε η διακοπή πρόσβασης της Ρωσίας στο Starlink
Η Ρωσία εισάγει νέες τεχνολογίες στον πόλεμο της Ουκρανίας, σε μια προσπάθεια να καλύψει κρίσιμα επιχειρησιακά κενά και να ενισχύσει τις δυνατότητές της στο πεδίο της μάχης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δύο από τα σημαντικότερα νέα συστήματα έχουν αναπτυχθεί από ιδιωτικές ρωσικές εταιρείες.
Ρωσία και Ουκρανία παρουσιάζουν συχνά νέα προϊόντα ως τεχνολογικά «θαυματουργά όπλα» (wunderwaffen), τα οποία στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι έχουν περιορισμένη επίδραση στο πεδίο της μάχης.
Αυτή τη φορά, η Μόσχα έχει παρουσιάσει δύο νέα συστήματα που υπόσχονται σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούν πράγματι να ανταποκριθούν στις προσδοκίες.
Το πρώτο και πιθανότατα σημαντικότερο είναι ένα νέο σύστημα δορυφορικών επικοινωνιών με την ονομασία Rassvet-3 («Αυγή»), το οποίο αποτελεί τη ρωσική απάντηση στο Starlink του Elon Musk, το δίκτυο του οποίου διαθέτει περίπου 10.870 έως 10.890 δορυφόρους.
Οι ουκρανικές δυνάμεις στην πρώτη γραμμή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το Starlink για τις δυνατότητες C4ISR - δηλαδή τη διοίκηση, τον έλεγχο, τις επικοινωνίες, τους υπολογιστές, τις πληροφορίες, την επιτήρηση και την αναγνώριση.
Το σύστημα επιτρέπει τη μετάδοση εικόνας σε πραγματικό χρόνο από αναγνωριστικά και επιθετικά drones, τις άμεσες διορθώσεις πυρών για πυροβολικό και πυραυλικά συστήματα, καθώς και την κρυπτογραφημένη επικοινωνία μεταξύ διοικητών μονάδων και στρατιωτών επί του πεδίου.
Η Ρωσία χρησιμοποιούσε επίσης το Starlink έως ότου ο Elon Musk διέκοψε την πρόσβαση στις αρχές Φεβρουαρίου του 2026, εφαρμόζοντας συνδυασμό γεωγραφικού αποκλεισμού (geofencing) και «λευκών λιστών» τερματικών (terminal whitelisting), με αποτέλεσμα να σταματήσει η ρωσική χρήση του συστήματος.
Η εξέλιξη αυτή υποχρέωσε τη Μόσχα να αναζητήσει εναλλακτικό τρόπο για την εξασφάλιση ευρυζωνικών επικοινωνιών στο πεδίο της μάχης.
Από τα mesh networks στο Rassvet-3
Αρχικά, οι Ρώσοι στράφηκαν στα λεγόμενα mesh networks, δηλαδή δίκτυα στα οποία διαφορετικές πλατφόρμες, κυρίως μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV), συνδέονται μεταξύ τους ώστε να δημιουργήσουν ευρυζωνική επικοινωνία.
Για τον σκοπό αυτό, η Ρωσία ενίσχυσε την ενσωμάτωση μικρών ψηφιακών modem τύπου mesh σε drones αναγνώρισης και κρούσης.
Τα συστήματα αυτά χρησιμοποιούν συχνά τεχνολογία frequency-hopping spread spectrum (FHSS) στη ζώνη συχνοτήτων 1,3-1,5 GHz.
Τα mesh networks σε drones και επίγειους κόμβους μπορούν να λειτουργήσουν, αλλά παρουσιάζουν σημαντικούς περιορισμούς.
Η κάλυψή τους είναι γενικά περιορισμένη, γεγονός που απαιτεί τη διατήρηση πολλαπλών δικτύων για την κάλυψη μεγαλύτερων περιοχών.
Παράλληλα, επειδή τα σήματα υφίστανται επεξεργασία και επανεπεξεργασία, δημιουργείται καθυστέρηση, γνωστή ως latency.
Η καθυστέρηση αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα όταν, για παράδειγμα, καθοδηγείται ένα drone-καμικάζι προς έναν στόχο ή όταν πρέπει να μεταδοθεί έγκαιρη προειδοποίηση για μια εισερχόμενη απειλή.
Επιπλέον, τα mesh networks εκπέμπουν συνεχώς, γεγονός που καθιστά σχετικά εύκολο τον εντοπισμό τους από τον αντίπαλο, ο οποίος μπορεί στη συνέχεια να επιχειρήσει την παρεμβολή τους ή να καταστρέψει τον αντίστοιχο κόμβο.
Το Starlink, αντίθετα, χρησιμοποιεί ταυτόχρονα εκατοντάδες δορυφόρους, παρουσιάζοντας πολύ χαμηλή καθυστέρηση, της τάξης των 20-50 milliseconds.
Η μεγάλη πυκνότητα των δορυφόρων καθιστά επίσης δυσχερέστερη την παρεμβολή στο σύστημα.
Η συνηθέστερη μέθοδος παρεμβολής είναι η εξουδετέρωση των σημάτων σε μια συγκεκριμένη περιοχή του πεδίου της μάχης, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα τα κατάλληλα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.
Το Starlink χρησιμοποιεί πολύ υψηλές ραδιοσυχνότητες, αντίστοιχες με εκείνες που χρησιμοποιούνται σε ραντάρ, κυρίως στις ζώνες Ku και Ka. Παράλληλα, οι δορυφόροι συνδέονται μεταξύ τους και μέσω επικοινωνιών λέιζερ, οι οποίες δεν είναι δυνατό να παρεμβληθούν με συμβατικές μεθόδους ηλεκτρονικού πολέμου.
Καθώς η Ουκρανία άρχισε να επιτίθεται στα ρωσικά drones με καινοτόμες τεχνολογίες, όπως το αντι-drone Zirka, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη και λειτουργεί αυτόνομα μετά την εκτόξευσή του, η Ρωσία δεν μπορούσε να είναι βέβαιη ότι τα mesh networks θα επιβίωναν στο πεδίο της μάχης.
Αυτό οδήγησε στην ανάπτυξη του δορυφορικού συστήματος Rassvet-3.
Οι πρώτοι 12 έως 15 δορυφόροι έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία, ενώ η Ρωσία επιταχύνει την κατασκευή φορητών επίγειων τερματικών, προκειμένου το Rassvet να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πεδίο της μάχης.
Το Rassvet-3 απέναντι στο Starlink
Οι 12 έως 15 δορυφόροι του Rassvet-3 απέχουν πολύ από τους περισσότερους από 10.000 δορυφόρους που βρίσκονται σε τροχιά στο δίκτυο Starlink.
Σήμερα, η κάλυψη πάνω από την Ουκρανία περιορίζεται σε περίπου δύο έως τρία «παράθυρα» επικοινωνίας την ημέρα, διάρκειας από μία έως μιάμιση ώρα το καθένα.
Η δυνατότητα αυτή επαρκεί για τον εντοπισμό τεχνικών προβλημάτων και τη δοκιμή της δορυφορικής συστοιχίας, όχι όμως για να καλύψει τις επιχειρησιακές ανάγκες του ρωσικού στρατού.
Η Ρωσία εκτόξευσε ακόμη 16 δορυφόρους στις 19 Ιουλίου, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής διαθέσιμες πληροφορίες για τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες. Ο στόχος της Μόσχας είναι να έχει 156 δορυφόρους σε τροχιά έως το τέλος του 2026.
Το Rassvet-3 βρίσκεται σε κάπως υψηλότερη τροχιά από το Starlink και χρησιμοποιεί, όπως και το αμερικανικό σύστημα, τις ζώνες Ka και Ku.
Υποστηρίζει επίσης επικοινωνίες λέιζερ μεταξύ δορυφόρων, με ταχύτητες δεδομένων που έφτασαν έως και τα 10 Gbit/s στις δοκιμές, καθώς και το πρότυπο 5G NTN (Non-Terrestrial Network), το οποίο επιτρέπει απευθείας συνδεσιμότητα μεταξύ δορυφόρων και κινητών συσκευών.
Το Rassvet παρέχει κρυπτογραφημένη μεταφορά στρατιωτικών δεδομένων, συνδέσεις διοίκησης και ελέγχου drones, καθώς και ασφαλή backhaul επικοινωνία, καλύπτοντας έτσι μέρος του επιχειρησιακού κενού που δημιουργήθηκε μετά τη διακοπή της ρωσικής πρόσβασης στο Starlink.
Πώς αναπτύχθηκε το σύστημα
Το σύστημα αναπτύχθηκε από τη ρωσική ιδιωτική εταιρεία τεχνολογίας Bureau 1440, θυγατρική του τεχνολογικού ομίλου Yadro, στο πλαίσιο του ευρύτερου κυβερνητικού διαστημικού προγράμματος Sfera.
Το έργο έχει πλέον αναβαθμιστεί σε στρατηγική προτεραιότητα για τη Μόσχα.
Η Yadro αποτελεί τη βασική θυγατρική και κύρια πηγή εσόδων της IKS Holding.
Η IKS Holding χρηματοδοτεί περίπου 329 δισ. ρούβλια, ή περίπου 4 δισ. δολάρια, από τον συνολικό προϋπολογισμό του έργου, χρησιμοποιώντας εμπορικά κεφάλαια, έσοδα της μητρικής εταιρείας και ιδιωτικές πιστωτικές γραμμές.
Ο τηλεπικοινωνιακός κολοσσός MegaFon είχε αρχικά χρηματοδοτήσει το έργο το 2020 με 6 δισ. ρούβλια, ενώ ο ρωσικός τραπεζικός όμιλος VTB Group απέκτησε το 2021 ποσοστό 15% έναντι 2 δισ. ρουβλίων. Στη συνέχεια το έργο αναδιαρθρώθηκε υπό την IKS Holding.
Ιδιωτικές επενδύσεις και κρατική χρηματοδότηση
Η ρωσική ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει δεσμεύσει επιπλέον 102,8-116 δισ. ρούβλια, περίπου 1,26-1,3 δισ. δολάρια, μέσω του εθνικού οδικού χάρτη «Data Economy» και του προγράμματος «Advanced Space Systems and Services for the Period up to 2030».
Τα κρατικά κεφάλαια επιδοτούν άμεσα την ενσωμάτωση των δορυφόρων στα οχήματα εκτόξευσης Soyuz-2 μέσω της Roscosmos, την αδειοδότηση των τροχιακών συχνοτήτων, καθώς και τις υποδομές για την παραγωγή επίγειων τερματικών.
Το Rassvet αποτελεί, επομένως, ένα ιδιαίτερο παράδειγμα από πλευράς ιδιοκτησίας και χρηματοδότησης και καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία επιχειρεί να στηρίξει προγράμματα υψηλής αμυντικής προτεραιότητας συνδυάζοντας ιδιωτικές επενδύσεις και κρατική χρηματοδότηση.
Η Bureau 1440 έχει επίσης αναλάβει την κατασκευή των τερματικών.
Πολλά εξαρτήματα προέρχονται από την Κίνα και είναι εμπορικά διαθέσιμα προϊόντα (Commercial Off-The-Shelf – COTS).
Η παραγωγή των τερματικών θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει σημείο συμφόρησης για τη ρωσική πλευρά.
Καθώς το Rassvet βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως, μένει να αποδειχθεί εάν μπορεί να ανταποκριθεί στους στόχους του και να προσφέρει τη λειτουργικότητα που χρειάζεται ο ρωσικός στρατός στην Ουκρανία.
Εάν το εγχείρημα πετύχει, η Ρωσία θα διαθέτει μια λειτουργική εναλλακτική λύση στο Starlink για την υποστήριξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Το Rassvet, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό εγχείρημα.
Εφόσον το σύστημα καταστεί πλήρως λειτουργικό, από τα τέλη του 2026 έως τα μέσα του 2027, η Ρωσία θα μπορούσε να αποκτήσει μια δορυφορική υποδομή ικανή να ανταγωνιστεί το Starlink στο πεδίο της μάχης.
Παρεμβολές στο Starlink πάνω από ρωσικό έδαφος και η τεχνική πρόκληση
Η Ουκρανία έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές στη Ρωσία, τόσο ως αντίποινα για τις ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές υποδομές και στρατιωτικούς στόχους όσο και στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να αυξήσει το κόστος για τη ρωσική κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας.
Η ουκρανική στρατηγική φαίνεται να αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην άσκηση πίεσης στη ρωσική ηγεσία, ώστε να την οδηγήσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με σημαντικές παραχωρήσεις που θα μπορούσε να αποδεχθεί το Κίεβο.
Η Ρωσία έχει απαντήσει εν μέρει καταστρέφοντας πρατήρια καυσίμων στην Ουκρανία, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει τοπικές ελλείψεις καυσίμων σε περιοχές της Ρωσίας.
Παρά το γεγονός ότι οι ρωσικές δυνάμεις καταφέρνουν να καταρρίπτουν μεγάλο αριθμό ουκρανικών drones, αρκετά από αυτά καταφέρνουν να διαπεράσουν την αεράμυνα και να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στη ρωσική κυβέρνηση, ιδιαίτερα καθώς η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι κερδίζει τον πόλεμο.
Ανεξάρτητοι αναλυτές εκτιμούν ότι στην περιοχή της Μόσχας και στην Κριμαία, όπου η Ρωσία έχει αναπτύξει πολυεπίπεδη αεράμυνα, αναχαιτίζεται περίπου το 80%-90% των ουκρανικών drones.
Σε περιοχές με ιδιαίτερα ισχυρή αντιαεροπορική προστασία, όπως γύρω από τη Μόσχα ή σημαντικούς στρατιωτικούς κόμβους, τα ρωσικά συστήματα αεράμυνας και ηλεκτρονικού πολέμου αναχαιτίζουν τη μεγάλη πλειονότητα των ουκρανικών UAV μεγάλου βεληνεκούς.
Σε περιοχές με ασθενέστερη άμυνα, μεγαλύτερο ποσοστό των drones καταφέρνει να περάσει.
Δεδομένου ότι πολλά ουκρανικά drones μεγάλου βεληνεκούς βασίζονται τόσο στο GPS όσο και στο Starlink, η Ρωσία επιχειρεί να ενισχύσει τις δυνατότητες παρεμβολών της, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η παρεμβολή στο Starlink αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη τεχνική πρόκληση.

Το ρωσικό σύστημα Volna Kupol Garant
Η Ρωσία εισάγει τώρα ένα νέο σύστημα παρεμβολών, ειδικά σχεδιασμένο για την αντιμετώπιση του Starlink.
Το σύστημα ονομάζεται Volna Kupol Garant («Κύμα – Θόλος – Θωράκιση») και αναπτύχθηκε από την εταιρεία Rossiysky Kupol LLC, με έδρα την Κριμαία, η οποία αναφέρεται στα ρωσικά μέσα και ως AO Русский Купол ή Russian Dome.
Η Kupol είναι ένας ιδιωτικός εργολάβος αμυντικών ηλεκτρονικών συστημάτων με έδρα την Κριμαία και έχει εξελιχθεί σε μία από τις βασικές ιδιωτικές ρωσικές εταιρείες που αναπτύσσουν συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου για την αντιμετώπιση drones και δορυφορικών επικοινωνιών.
Η εταιρεία διαθέτει τα συστήματά της απευθείας σε τοπικές διοικήσεις, περιφερειακές αρχές και μονάδες των ενόπλων δυνάμεων, αντί να ακολουθεί τις παραδοσιακές, μακροχρόνιες διαδικασίες κρατικών στρατιωτικών προμηθειών.
Το μοντέλο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς περιορίζει τη γραφειοκρατία και τις καθυστερήσεις που συχνά μεσολαβούν από την παραγωγή ενός συστήματος μέχρι την παράδοσή του στους στρατιώτες.
Παράλληλα, θα μπορούσε να συμβάλλει στη μείωση του κόστους, καθώς παρακάμπτει ορισμένες διαδικασίες δοκιμών και αξιολόγησης που είναι συχνά δαπανηρές, αν και συνοδεύεται από αυξημένους κινδύνους.
Το Volna Kupol Garant αποτελείται από ένα σύστημα παρεμβολών δορυφορικών σημάτων, τοποθετημένο σε ρυμουλκούμενες πλατφόρμες και σχεδιασμένο ειδικά για την εξουδετέρωση δεκτών Starlink.
Σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία, το σύστημα μπορεί να δημιουργήσει μια ευρεία «ασπίδα» παρεμβολών ραδιοσυχνοτήτων σε ακτίνα περίπου 20 χιλιομέτρων, επηρεάζοντας συχνότητες που χρησιμοποιούνται από στρατιωτικά και εμπορικά drones.

Η συστοιχία Volna Kupol Garant χρησιμοποιεί οκτώ παραβολικές κεραίες κατανεμημένες σε έξι κινητές πλατφόρμες.
Κάθε κεραία προστατεύεται από ένα σύνθετο, προστατευτικό κάλυμμα σε σχήμα αυγού.
Σε αντίθεση με τα συστήματα ενεργών ηλεκτρονικά σαρωμένων κεραιών (AESA), τα οποία μπορούν να μετακινούν ηλεκτρονικά τη δέσμη χωρίς κινούμενα μέρη, οι κεραίες της Kupol χρησιμοποιούν μηχανικούς μηχανισμούς περιστροφής και παρακολούθησης των δορυφόρων Starlink σε χαμηλή γήινη τροχιά (LEO) καθώς αυτοί κινούνται στον ουρανό.
Η Kupol επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τεχνολογία AESA, παρότι αυτή θα ήταν τεχνολογικά προτιμότερη.
Οι κεραίες AESA προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία, δυνατότητα ταχείας ηλεκτρονικής σάρωσης και ταυτόχρονης διαχείρισης πολλαπλών δεσμών. Ωστόσο, απαιτούν προηγμένα στοιχεία νιτριδίου του γαλλίου (GaN) ή αρσενικούχου γαλλίου (GaAs), τα οποία είναι δυσεύρετα στη Ρωσία και υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς λόγω των κυρώσεων.
Παρά τη χρήση παλαιότερης τεχνολογίας, η Kupol υποστηρίζει ότι έχει επιτύχει την απαιτούμενη ισοδύναμη ισοτροπικά ακτινοβολούμενη ισχύ (ERP), ώστε να μπορεί να φτάσει δορυφόρους σε χαμηλή γήινη τροχιά, περίπου 500 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της Γης, χρησιμοποιώντας απλούστερα και εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα ραδιοσυχνοτήτων.

Το κόστος και οι περιορισμοί του Kupol
Το βασικό πρόβλημα του Kupol είναι η περιορισμένη κάλυψη κάθε συστήματος.
Για την προστασία κρίσιμων υποδομών, οι μονάδες θα πρέπει να τοποθετούνται κοντά στις εγκαταστάσεις που πρέπει να προστατευθούν.
Σε μια σύνθετη και ιδιαίτερα εκτεταμένη βιομηχανική χώρα όπως η Ρωσία, το κόστος μιας τέτοιας ανάπτυξης θα μπορούσε να είναι απαγορευτικό.
Κάθε μονάδα Kupol κοστίζει περίπου 1,5 εκατ. δολάρια.
Το ποσό είναι σχετικά μικρό με δυτικά δεδομένα, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε σημαντική δαπάνη εάν απαιτηθούν εκατοντάδες μονάδες για την κάλυψη κρίσιμων υποδομών.
Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής πολλά διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Kupol απέναντι στο Starlink.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ουκρανία έχει στοχεύσει αναπτυγμένα συστήματα Kupol υποδηλώνει ότι το σύστημα θεωρείται επιχειρησιακά σημαντικό.
Παραμένει, πάντως, ανοιχτό το ερώτημα εάν η Ρωσία μπορεί να αντέξει οικονομικά την ανάπτυξη επαρκούς αριθμού τέτοιων συστημάτων και εάν η Kupol, ως μικρή ιδιωτική εταιρεία, έχει τη δυνατότητα να παράγει τις απαιτούμενες ποσότητες.

Η ιδιωτική τεχνολογία στο επίκεντρο
Είναι απίθανο το Rassvet ή το Kupol να αλλάξουν δραματικά την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία υπέρ της Ρωσίας.
Και τα δύο συστήματα, ωστόσο, προσφέρουν λύσεις και βελτιώσεις σε τομείς στους οποίους μέχρι σήμερα υπήρχαν σημαντικά κενά.
Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι και τα δύο προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα.
Αυτό καταδεικνύει ότι, ακόμη και στη Ρωσία, οι ανεξάρτητες εταιρείες ενδέχεται να βρίσκονται σε καλύτερη θέση για την ανάπτυξη και παραγωγή κρίσιμου στρατιωτικού εξοπλισμού, ιδιαίτερα όταν απαιτούνται γρήγορες λύσεις και ευελιξία που συχνά απουσιάζουν από τα παραδοσιακά κρατικά προγράμματα αμυντικών προμηθειών.
www.bankingnews.gr
Το ενδιαφέρον είναι ότι δύο από τα σημαντικότερα νέα συστήματα έχουν αναπτυχθεί από ιδιωτικές ρωσικές εταιρείες.
Ρωσία και Ουκρανία παρουσιάζουν συχνά νέα προϊόντα ως τεχνολογικά «θαυματουργά όπλα» (wunderwaffen), τα οποία στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι έχουν περιορισμένη επίδραση στο πεδίο της μάχης.
Αυτή τη φορά, η Μόσχα έχει παρουσιάσει δύο νέα συστήματα που υπόσχονται σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούν πράγματι να ανταποκριθούν στις προσδοκίες.
Το πρώτο και πιθανότατα σημαντικότερο είναι ένα νέο σύστημα δορυφορικών επικοινωνιών με την ονομασία Rassvet-3 («Αυγή»), το οποίο αποτελεί τη ρωσική απάντηση στο Starlink του Elon Musk, το δίκτυο του οποίου διαθέτει περίπου 10.870 έως 10.890 δορυφόρους.
Οι ουκρανικές δυνάμεις στην πρώτη γραμμή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το Starlink για τις δυνατότητες C4ISR - δηλαδή τη διοίκηση, τον έλεγχο, τις επικοινωνίες, τους υπολογιστές, τις πληροφορίες, την επιτήρηση και την αναγνώριση.
Το σύστημα επιτρέπει τη μετάδοση εικόνας σε πραγματικό χρόνο από αναγνωριστικά και επιθετικά drones, τις άμεσες διορθώσεις πυρών για πυροβολικό και πυραυλικά συστήματα, καθώς και την κρυπτογραφημένη επικοινωνία μεταξύ διοικητών μονάδων και στρατιωτών επί του πεδίου.
Η Ρωσία χρησιμοποιούσε επίσης το Starlink έως ότου ο Elon Musk διέκοψε την πρόσβαση στις αρχές Φεβρουαρίου του 2026, εφαρμόζοντας συνδυασμό γεωγραφικού αποκλεισμού (geofencing) και «λευκών λιστών» τερματικών (terminal whitelisting), με αποτέλεσμα να σταματήσει η ρωσική χρήση του συστήματος.
Η εξέλιξη αυτή υποχρέωσε τη Μόσχα να αναζητήσει εναλλακτικό τρόπο για την εξασφάλιση ευρυζωνικών επικοινωνιών στο πεδίο της μάχης.
Από τα mesh networks στο Rassvet-3
Αρχικά, οι Ρώσοι στράφηκαν στα λεγόμενα mesh networks, δηλαδή δίκτυα στα οποία διαφορετικές πλατφόρμες, κυρίως μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV), συνδέονται μεταξύ τους ώστε να δημιουργήσουν ευρυζωνική επικοινωνία.
Για τον σκοπό αυτό, η Ρωσία ενίσχυσε την ενσωμάτωση μικρών ψηφιακών modem τύπου mesh σε drones αναγνώρισης και κρούσης.
Τα συστήματα αυτά χρησιμοποιούν συχνά τεχνολογία frequency-hopping spread spectrum (FHSS) στη ζώνη συχνοτήτων 1,3-1,5 GHz.
Τα mesh networks σε drones και επίγειους κόμβους μπορούν να λειτουργήσουν, αλλά παρουσιάζουν σημαντικούς περιορισμούς.
Η κάλυψή τους είναι γενικά περιορισμένη, γεγονός που απαιτεί τη διατήρηση πολλαπλών δικτύων για την κάλυψη μεγαλύτερων περιοχών.
Παράλληλα, επειδή τα σήματα υφίστανται επεξεργασία και επανεπεξεργασία, δημιουργείται καθυστέρηση, γνωστή ως latency.
Η καθυστέρηση αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα όταν, για παράδειγμα, καθοδηγείται ένα drone-καμικάζι προς έναν στόχο ή όταν πρέπει να μεταδοθεί έγκαιρη προειδοποίηση για μια εισερχόμενη απειλή.
Επιπλέον, τα mesh networks εκπέμπουν συνεχώς, γεγονός που καθιστά σχετικά εύκολο τον εντοπισμό τους από τον αντίπαλο, ο οποίος μπορεί στη συνέχεια να επιχειρήσει την παρεμβολή τους ή να καταστρέψει τον αντίστοιχο κόμβο.
Το Starlink, αντίθετα, χρησιμοποιεί ταυτόχρονα εκατοντάδες δορυφόρους, παρουσιάζοντας πολύ χαμηλή καθυστέρηση, της τάξης των 20-50 milliseconds.
Η μεγάλη πυκνότητα των δορυφόρων καθιστά επίσης δυσχερέστερη την παρεμβολή στο σύστημα.
Η συνηθέστερη μέθοδος παρεμβολής είναι η εξουδετέρωση των σημάτων σε μια συγκεκριμένη περιοχή του πεδίου της μάχης, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα τα κατάλληλα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.
Το Starlink χρησιμοποιεί πολύ υψηλές ραδιοσυχνότητες, αντίστοιχες με εκείνες που χρησιμοποιούνται σε ραντάρ, κυρίως στις ζώνες Ku και Ka. Παράλληλα, οι δορυφόροι συνδέονται μεταξύ τους και μέσω επικοινωνιών λέιζερ, οι οποίες δεν είναι δυνατό να παρεμβληθούν με συμβατικές μεθόδους ηλεκτρονικού πολέμου.
Καθώς η Ουκρανία άρχισε να επιτίθεται στα ρωσικά drones με καινοτόμες τεχνολογίες, όπως το αντι-drone Zirka, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη και λειτουργεί αυτόνομα μετά την εκτόξευσή του, η Ρωσία δεν μπορούσε να είναι βέβαιη ότι τα mesh networks θα επιβίωναν στο πεδίο της μάχης.
Αυτό οδήγησε στην ανάπτυξη του δορυφορικού συστήματος Rassvet-3.
Οι πρώτοι 12 έως 15 δορυφόροι έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία, ενώ η Ρωσία επιταχύνει την κατασκευή φορητών επίγειων τερματικών, προκειμένου το Rassvet να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πεδίο της μάχης.
Το Rassvet-3 απέναντι στο Starlink
Οι 12 έως 15 δορυφόροι του Rassvet-3 απέχουν πολύ από τους περισσότερους από 10.000 δορυφόρους που βρίσκονται σε τροχιά στο δίκτυο Starlink.
Σήμερα, η κάλυψη πάνω από την Ουκρανία περιορίζεται σε περίπου δύο έως τρία «παράθυρα» επικοινωνίας την ημέρα, διάρκειας από μία έως μιάμιση ώρα το καθένα.
Η δυνατότητα αυτή επαρκεί για τον εντοπισμό τεχνικών προβλημάτων και τη δοκιμή της δορυφορικής συστοιχίας, όχι όμως για να καλύψει τις επιχειρησιακές ανάγκες του ρωσικού στρατού.
Η Ρωσία εκτόξευσε ακόμη 16 δορυφόρους στις 19 Ιουλίου, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής διαθέσιμες πληροφορίες για τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες. Ο στόχος της Μόσχας είναι να έχει 156 δορυφόρους σε τροχιά έως το τέλος του 2026.
Το Rassvet-3 βρίσκεται σε κάπως υψηλότερη τροχιά από το Starlink και χρησιμοποιεί, όπως και το αμερικανικό σύστημα, τις ζώνες Ka και Ku.
Υποστηρίζει επίσης επικοινωνίες λέιζερ μεταξύ δορυφόρων, με ταχύτητες δεδομένων που έφτασαν έως και τα 10 Gbit/s στις δοκιμές, καθώς και το πρότυπο 5G NTN (Non-Terrestrial Network), το οποίο επιτρέπει απευθείας συνδεσιμότητα μεταξύ δορυφόρων και κινητών συσκευών.
Το Rassvet παρέχει κρυπτογραφημένη μεταφορά στρατιωτικών δεδομένων, συνδέσεις διοίκησης και ελέγχου drones, καθώς και ασφαλή backhaul επικοινωνία, καλύπτοντας έτσι μέρος του επιχειρησιακού κενού που δημιουργήθηκε μετά τη διακοπή της ρωσικής πρόσβασης στο Starlink.
Πώς αναπτύχθηκε το σύστημα
Το σύστημα αναπτύχθηκε από τη ρωσική ιδιωτική εταιρεία τεχνολογίας Bureau 1440, θυγατρική του τεχνολογικού ομίλου Yadro, στο πλαίσιο του ευρύτερου κυβερνητικού διαστημικού προγράμματος Sfera.
Το έργο έχει πλέον αναβαθμιστεί σε στρατηγική προτεραιότητα για τη Μόσχα.
Η Yadro αποτελεί τη βασική θυγατρική και κύρια πηγή εσόδων της IKS Holding.
Η IKS Holding χρηματοδοτεί περίπου 329 δισ. ρούβλια, ή περίπου 4 δισ. δολάρια, από τον συνολικό προϋπολογισμό του έργου, χρησιμοποιώντας εμπορικά κεφάλαια, έσοδα της μητρικής εταιρείας και ιδιωτικές πιστωτικές γραμμές.
Ο τηλεπικοινωνιακός κολοσσός MegaFon είχε αρχικά χρηματοδοτήσει το έργο το 2020 με 6 δισ. ρούβλια, ενώ ο ρωσικός τραπεζικός όμιλος VTB Group απέκτησε το 2021 ποσοστό 15% έναντι 2 δισ. ρουβλίων. Στη συνέχεια το έργο αναδιαρθρώθηκε υπό την IKS Holding.
Ιδιωτικές επενδύσεις και κρατική χρηματοδότηση
Η ρωσική ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει δεσμεύσει επιπλέον 102,8-116 δισ. ρούβλια, περίπου 1,26-1,3 δισ. δολάρια, μέσω του εθνικού οδικού χάρτη «Data Economy» και του προγράμματος «Advanced Space Systems and Services for the Period up to 2030».
Τα κρατικά κεφάλαια επιδοτούν άμεσα την ενσωμάτωση των δορυφόρων στα οχήματα εκτόξευσης Soyuz-2 μέσω της Roscosmos, την αδειοδότηση των τροχιακών συχνοτήτων, καθώς και τις υποδομές για την παραγωγή επίγειων τερματικών.
Το Rassvet αποτελεί, επομένως, ένα ιδιαίτερο παράδειγμα από πλευράς ιδιοκτησίας και χρηματοδότησης και καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία επιχειρεί να στηρίξει προγράμματα υψηλής αμυντικής προτεραιότητας συνδυάζοντας ιδιωτικές επενδύσεις και κρατική χρηματοδότηση.
Η Bureau 1440 έχει επίσης αναλάβει την κατασκευή των τερματικών.
Πολλά εξαρτήματα προέρχονται από την Κίνα και είναι εμπορικά διαθέσιμα προϊόντα (Commercial Off-The-Shelf – COTS).
Η παραγωγή των τερματικών θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει σημείο συμφόρησης για τη ρωσική πλευρά.
Καθώς το Rassvet βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως, μένει να αποδειχθεί εάν μπορεί να ανταποκριθεί στους στόχους του και να προσφέρει τη λειτουργικότητα που χρειάζεται ο ρωσικός στρατός στην Ουκρανία.
Εάν το εγχείρημα πετύχει, η Ρωσία θα διαθέτει μια λειτουργική εναλλακτική λύση στο Starlink για την υποστήριξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Το Rassvet, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό εγχείρημα.
Εφόσον το σύστημα καταστεί πλήρως λειτουργικό, από τα τέλη του 2026 έως τα μέσα του 2027, η Ρωσία θα μπορούσε να αποκτήσει μια δορυφορική υποδομή ικανή να ανταγωνιστεί το Starlink στο πεδίο της μάχης.
Παρεμβολές στο Starlink πάνω από ρωσικό έδαφος και η τεχνική πρόκληση
Η Ουκρανία έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές στη Ρωσία, τόσο ως αντίποινα για τις ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές υποδομές και στρατιωτικούς στόχους όσο και στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να αυξήσει το κόστος για τη ρωσική κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας.
Η ουκρανική στρατηγική φαίνεται να αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην άσκηση πίεσης στη ρωσική ηγεσία, ώστε να την οδηγήσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με σημαντικές παραχωρήσεις που θα μπορούσε να αποδεχθεί το Κίεβο.
Η Ρωσία έχει απαντήσει εν μέρει καταστρέφοντας πρατήρια καυσίμων στην Ουκρανία, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει τοπικές ελλείψεις καυσίμων σε περιοχές της Ρωσίας.
Παρά το γεγονός ότι οι ρωσικές δυνάμεις καταφέρνουν να καταρρίπτουν μεγάλο αριθμό ουκρανικών drones, αρκετά από αυτά καταφέρνουν να διαπεράσουν την αεράμυνα και να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στη ρωσική κυβέρνηση, ιδιαίτερα καθώς η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι κερδίζει τον πόλεμο.
Ανεξάρτητοι αναλυτές εκτιμούν ότι στην περιοχή της Μόσχας και στην Κριμαία, όπου η Ρωσία έχει αναπτύξει πολυεπίπεδη αεράμυνα, αναχαιτίζεται περίπου το 80%-90% των ουκρανικών drones.
Σε περιοχές με ιδιαίτερα ισχυρή αντιαεροπορική προστασία, όπως γύρω από τη Μόσχα ή σημαντικούς στρατιωτικούς κόμβους, τα ρωσικά συστήματα αεράμυνας και ηλεκτρονικού πολέμου αναχαιτίζουν τη μεγάλη πλειονότητα των ουκρανικών UAV μεγάλου βεληνεκούς.
Σε περιοχές με ασθενέστερη άμυνα, μεγαλύτερο ποσοστό των drones καταφέρνει να περάσει.
Δεδομένου ότι πολλά ουκρανικά drones μεγάλου βεληνεκούς βασίζονται τόσο στο GPS όσο και στο Starlink, η Ρωσία επιχειρεί να ενισχύσει τις δυνατότητες παρεμβολών της, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η παρεμβολή στο Starlink αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη τεχνική πρόκληση.

Το ρωσικό σύστημα Volna Kupol Garant
Η Ρωσία εισάγει τώρα ένα νέο σύστημα παρεμβολών, ειδικά σχεδιασμένο για την αντιμετώπιση του Starlink.
Το σύστημα ονομάζεται Volna Kupol Garant («Κύμα – Θόλος – Θωράκιση») και αναπτύχθηκε από την εταιρεία Rossiysky Kupol LLC, με έδρα την Κριμαία, η οποία αναφέρεται στα ρωσικά μέσα και ως AO Русский Купол ή Russian Dome.
Η Kupol είναι ένας ιδιωτικός εργολάβος αμυντικών ηλεκτρονικών συστημάτων με έδρα την Κριμαία και έχει εξελιχθεί σε μία από τις βασικές ιδιωτικές ρωσικές εταιρείες που αναπτύσσουν συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου για την αντιμετώπιση drones και δορυφορικών επικοινωνιών.
Η εταιρεία διαθέτει τα συστήματά της απευθείας σε τοπικές διοικήσεις, περιφερειακές αρχές και μονάδες των ενόπλων δυνάμεων, αντί να ακολουθεί τις παραδοσιακές, μακροχρόνιες διαδικασίες κρατικών στρατιωτικών προμηθειών.
Το μοντέλο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς περιορίζει τη γραφειοκρατία και τις καθυστερήσεις που συχνά μεσολαβούν από την παραγωγή ενός συστήματος μέχρι την παράδοσή του στους στρατιώτες.
Παράλληλα, θα μπορούσε να συμβάλλει στη μείωση του κόστους, καθώς παρακάμπτει ορισμένες διαδικασίες δοκιμών και αξιολόγησης που είναι συχνά δαπανηρές, αν και συνοδεύεται από αυξημένους κινδύνους.
Το Volna Kupol Garant αποτελείται από ένα σύστημα παρεμβολών δορυφορικών σημάτων, τοποθετημένο σε ρυμουλκούμενες πλατφόρμες και σχεδιασμένο ειδικά για την εξουδετέρωση δεκτών Starlink.
Σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία, το σύστημα μπορεί να δημιουργήσει μια ευρεία «ασπίδα» παρεμβολών ραδιοσυχνοτήτων σε ακτίνα περίπου 20 χιλιομέτρων, επηρεάζοντας συχνότητες που χρησιμοποιούνται από στρατιωτικά και εμπορικά drones.

Η συστοιχία Volna Kupol Garant χρησιμοποιεί οκτώ παραβολικές κεραίες κατανεμημένες σε έξι κινητές πλατφόρμες.
Κάθε κεραία προστατεύεται από ένα σύνθετο, προστατευτικό κάλυμμα σε σχήμα αυγού.
Σε αντίθεση με τα συστήματα ενεργών ηλεκτρονικά σαρωμένων κεραιών (AESA), τα οποία μπορούν να μετακινούν ηλεκτρονικά τη δέσμη χωρίς κινούμενα μέρη, οι κεραίες της Kupol χρησιμοποιούν μηχανικούς μηχανισμούς περιστροφής και παρακολούθησης των δορυφόρων Starlink σε χαμηλή γήινη τροχιά (LEO) καθώς αυτοί κινούνται στον ουρανό.
Η Kupol επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τεχνολογία AESA, παρότι αυτή θα ήταν τεχνολογικά προτιμότερη.
Οι κεραίες AESA προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία, δυνατότητα ταχείας ηλεκτρονικής σάρωσης και ταυτόχρονης διαχείρισης πολλαπλών δεσμών. Ωστόσο, απαιτούν προηγμένα στοιχεία νιτριδίου του γαλλίου (GaN) ή αρσενικούχου γαλλίου (GaAs), τα οποία είναι δυσεύρετα στη Ρωσία και υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς λόγω των κυρώσεων.
Παρά τη χρήση παλαιότερης τεχνολογίας, η Kupol υποστηρίζει ότι έχει επιτύχει την απαιτούμενη ισοδύναμη ισοτροπικά ακτινοβολούμενη ισχύ (ERP), ώστε να μπορεί να φτάσει δορυφόρους σε χαμηλή γήινη τροχιά, περίπου 500 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της Γης, χρησιμοποιώντας απλούστερα και εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα ραδιοσυχνοτήτων.
Το κόστος και οι περιορισμοί του Kupol
Το βασικό πρόβλημα του Kupol είναι η περιορισμένη κάλυψη κάθε συστήματος.
Για την προστασία κρίσιμων υποδομών, οι μονάδες θα πρέπει να τοποθετούνται κοντά στις εγκαταστάσεις που πρέπει να προστατευθούν.
Σε μια σύνθετη και ιδιαίτερα εκτεταμένη βιομηχανική χώρα όπως η Ρωσία, το κόστος μιας τέτοιας ανάπτυξης θα μπορούσε να είναι απαγορευτικό.
Κάθε μονάδα Kupol κοστίζει περίπου 1,5 εκατ. δολάρια.
Το ποσό είναι σχετικά μικρό με δυτικά δεδομένα, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε σημαντική δαπάνη εάν απαιτηθούν εκατοντάδες μονάδες για την κάλυψη κρίσιμων υποδομών.
Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής πολλά διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Kupol απέναντι στο Starlink.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ουκρανία έχει στοχεύσει αναπτυγμένα συστήματα Kupol υποδηλώνει ότι το σύστημα θεωρείται επιχειρησιακά σημαντικό.
Παραμένει, πάντως, ανοιχτό το ερώτημα εάν η Ρωσία μπορεί να αντέξει οικονομικά την ανάπτυξη επαρκούς αριθμού τέτοιων συστημάτων και εάν η Kupol, ως μικρή ιδιωτική εταιρεία, έχει τη δυνατότητα να παράγει τις απαιτούμενες ποσότητες.

Η ιδιωτική τεχνολογία στο επίκεντρο
Είναι απίθανο το Rassvet ή το Kupol να αλλάξουν δραματικά την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία υπέρ της Ρωσίας.
Και τα δύο συστήματα, ωστόσο, προσφέρουν λύσεις και βελτιώσεις σε τομείς στους οποίους μέχρι σήμερα υπήρχαν σημαντικά κενά.
Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι και τα δύο προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα.
Αυτό καταδεικνύει ότι, ακόμη και στη Ρωσία, οι ανεξάρτητες εταιρείες ενδέχεται να βρίσκονται σε καλύτερη θέση για την ανάπτυξη και παραγωγή κρίσιμου στρατιωτικού εξοπλισμού, ιδιαίτερα όταν απαιτούνται γρήγορες λύσεις και ευελιξία που συχνά απουσιάζουν από τα παραδοσιακά κρατικά προγράμματα αμυντικών προμηθειών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών