Η ρωσική κατάρρευση που... έρχεται εδώ και τέσσερα χρόνια
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να ανοίξει ένα ακόμη κεφάλαιο στην πολιτική των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με την Kaja Kallas να προαναγγέλλει μια νέα και ιδιαίτερα εκτεταμένη διεύρυνση των καταλόγων προσώπων και εταιρειών που βρίσκονται αντιμέτωποι με ευρωπαϊκά περιοριστικά μέτρα, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η συζήτηση στις ίδιες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν αφορά πλέον μόνο το πόσο περισσότερο μπορεί να πιεστεί η Μόσχα, αλλά και το κατά πόσο η μέχρι σήμερα στρατηγική έχει επιτύχει εκείνο που αρχικά παρουσιάστηκε ως ο βασικός της στόχος.
Η ανακοίνωση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή έρχεται έπειτα από διαδοχικούς γύρους κυρώσεων που έχουν καλύψει ένα εξαιρετικά μεγάλο φάσμα της ρωσικής οικονομίας: τράπεζες, κρατικές επιχειρήσεις, ενεργειακές εταιρείες, αμυντική βιομηχανία, τεχνολογικές εισαγωγές, εμπορικούς διαμεσολαβητές, πλοία, πρόσωπα που συνδέονται με το ρωσικό κράτος και, όλο και συχνότερα, επιχειρήσεις τρίτων χωρών που θεωρείται ότι βοηθούν τη Ρωσία να παρακάμπτει τους περιορισμούς.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει σχεδόν ολόκληρη την εργαλειοθήκη της οικονομικής πίεσης και τώρα αναζητεί ακόμη περισσότερους στόχους, ακόμη περισσότερες διαδρομές χρηματοδότησης και ακόμη περισσότερα σημεία στα οποία μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο κόστος για τη ρωσική οικονομία. Η επίσημη λογική παραμένει συνεπής: όσο αυξάνεται το κόστος για τη Μόσχα, τόσο περισσότερο περιορίζονται οι δυνατότητές της να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, να αποκτά κρίσιμα εξαρτήματα και να διατηρεί τις διεθνείς εμπορικές της σχέσεις όπως πριν από το 2022.
Το πρόβλημα είναι ότι, τέσσερα χρόνια αργότερα, η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο αν οι κυρώσεις προκαλούν ζημιά. Προφανώς προκαλούν. Το πολύ πιο δύσκολο ερώτημα είναι αν η ζημιά αυτή έχει μετατραπεί σε αποφασιστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Και σε αυτό το σημείο η εικόνα είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτική από όσο ήταν οι πρώτες ανακοινώσεις.
Η ρωσική οικονομία δεν έμεινε ανεπηρέαστη, ούτε όμως κατέρρευσε. Η Μόσχα έχασε σημαντικό μέρος της πρόσβασής της στις δυτικές χρηματοπιστωτικές αγορές, αντιμετώπισε σοβαρούς περιορισμούς σε τεχνολογικές εισαγωγές, είδε μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις να αποχωρούν και αναγκάστηκε να αναδιοργανώσει μεγάλο μέρος του εξωτερικού της εμπορίου. Παρ' όλα αυτά, το κράτος συνέχισε να λειτουργεί, οι ενεργειακές εξαγωγές δεν εξαφανίστηκαν, νέες εμπορικές διαδρομές δημιουργήθηκαν και η κυβέρνηση του Vladimir Putin δεν οδηγήθηκε στην πολιτική υποχώρηση που αρκετοί στη Δύση θεωρούσαν πιθανή όταν ξεκινούσε το πρώτο κύμα περιορισμών.
Και κάπου εδώ αρχίζει η αμηχανία.
Διότι, αν το επιχείρημα είναι ότι οι προηγούμενες κυρώσεις υπήρξαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές, τότε γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί απαιτούνται συνεχώς νέες, σκληρότερες και πιο εκτεταμένες. Αν, από την άλλη πλευρά, το νέο πακέτο είναι αναγκαίο επειδή τα προηγούμενα δεν ήταν αρκετά, τότε ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται στην ποσότητα των κυρώσεων αλλά στις υπερβολικές προσδοκίες που δημιουργήθηκαν γύρω από αυτές.

Η μεγάλη κατάρρευση που αναμενόταν αλλά δεν ήρθε
Τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η δυτική στρατηγική οικονομικής πίεσης συνοδευόταν από προβλέψεις που σε αρκετές περιπτώσεις άφηναν την εντύπωση ότι η Ρωσία βρισκόταν μπροστά σε μια σχεδόν αναπόφευκτη οικονομική αποσύνθεση. Η αποκοπή μεγάλων τραπεζών από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, οι περιορισμοί σε προηγμένη τεχνολογία και η σταδιακή μείωση της ευρωπαϊκής αγοράς για ρωσικά ενεργειακά προϊόντα παρουσιάζονταν ως ένα συνδυασμένο πλήγμα που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να απορροφηθεί.
Στην πράξη, όμως, η διαδικασία αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη. Η ρωσική οικονομία πλήρωσε αυξημένο κόστος για εισαγωγές, μεταφορές, πληρωμές και χρηματοδότηση, ενώ η εξάρτησή της από ορισμένους μη δυτικούς εμπορικούς εταίρους αυξήθηκε σημαντικά. Ταυτόχρονα, όμως, η χώρα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του κόσμου δεν συμμετείχε στο δυτικό καθεστώς κυρώσεων και ανακατεύθυνε σημαντικό τμήμα του εμπορίου της προς την Κίνα, την Ινδία, χώρες της Μέσης Ανατολής και άλλες αγορές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατηγική της Μόσχας ήταν χωρίς κόστος ή ότι η οικονομία της βγήκε κερδισμένη από την αποσύνδεση με την Ευρώπη. Σημαίνει, όμως, ότι η πραγματικότητα αποδείχθηκε αρκετά διαφορετική από την εικόνα μιας οικονομίας που θα κατέρρεε μέσα σε λίγους μήνες υπό το βάρος των περιορισμών.
Η διάκριση είναι ουσιώδης, γιατί άλλο πράγμα είναι μια κύρωση να δυσκολεύει μια οικονομία και εντελώς άλλο να την υποχρεώνει να αλλάξει πολιτική. Μέχρι σήμερα, το πρώτο έχει συμβεί σε σημαντικό βαθμό. Το δεύτερο όχι.

Οι εύκολοι στόχοι έχουν ήδη τελειώσει
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πλέον οι Βρυξέλλες είναι ότι οι πιο προφανείς στόχοι έχουν ήδη καλυφθεί από προηγούμενους γύρους κυρώσεων. Μεγάλες ρωσικές τράπεζες, κρατικές επιχειρήσεις, όμιλοι της αμυντικής βιομηχανίας, πολιτικά πρόσωπα και επιχειρηματίες με στενές σχέσεις με το Κρεμλίνο βρίσκονται εδώ και χρόνια στις σχετικές λίστες, γεγονός που αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Ένωση να κινείται σταδιακά προς όλο και πιο σύνθετες μορφές εφαρμογής.
Έτσι, το βάρος έχει μεταφερθεί περισσότερο στην αντιμετώπιση των παρακάμψεων. Οι ευρωπαϊκές αρχές αναζητούν εταιρείες που διευκολύνουν επανεξαγωγές προϊόντων προς τη Ρωσία, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν συναλλαγές, μεταφορικές εταιρείες και δεξαμενόπλοια που συμμετέχουν στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, καθώς και επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες που θεωρείται ότι βοηθούν στη μεταφορά τεχνολογίας ή εξαρτημάτων.
Αυτή η αλλαγή δείχνει και κάτι ακόμη: ο χαρακτήρας των κυρώσεων έχει αλλάξει. Η πρώτη φάση βασιζόταν κυρίως στην άμεση οικονομική απομόνωση. Η σημερινή φάση βασίζεται όλο και περισσότερο στην προσπάθεια να κλείσουν τα κενά που δημιουργήθηκαν ακριβώς επειδή η πρώτη φάση δεν κατάφερε να απομονώσει πλήρως τη Ρωσία.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν προσπαθεί πλέον μόνο να κλείσει την πόρτα. Προσπαθεί να εντοπίσει όλα τα παράθυρα που άνοιξαν στο μεταξύ.
Το ρωσικό πετρέλαιο δεν εξαφανίστηκε, αλλά άλλαξε κατεύθυνση
Η ενέργεια αποτέλεσε από την αρχή το πιο κρίσιμο πεδίο της οικονομικής αντιπαράθεσης. Η Ρωσία εξαρτά σημαντικό μέρος των κρατικών της εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που έκανε τον ενεργειακό τομέα αυτονόητο στόχο για τη δυτική πολιτική κυρώσεων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μείωσε δραστικά την άμεση ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία και αυτό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές μεταβολές των τελευταίων ετών. Εκεί όπου πριν από το 2022 τεράστιες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου κατευθύνονταν στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω αγωγών, η Ευρώπη στράφηκε σε άλλους προμηθευτές, αύξησε τη χρήση LNG και επένδυσε σε νέες υποδομές.
Ωστόσο, στον παγκόσμιο πετρελαϊκό τομέα τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Οι ποσότητες που δεν κατευθύνονταν πλέον προς την Ευρώπη άρχισαν σε σημαντικό βαθμό να βρίσκουν άλλους αγοραστές, με την China και την Ινδία να αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τις ρωσικές εξαγωγές. Παράλληλα, αναπτύχθηκε ένα πολύπλοκο δίκτυο ναυτιλιακών, ασφαλιστικών και εμπορικών σχημάτων, το οποίο η Δύση προσπαθεί σήμερα να περιορίσει.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων μιας πολιτικής κυρώσεων σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Όταν ένα προϊόν έχει διεθνή ζήτηση, η απώλεια μιας αγοράς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εξαφανίζεται και η δυνατότητα πώλησής του. Συχνά σημαίνει ότι αλλάζει διαδρομή, πωλείται με μεγαλύτερη έκπτωση, μεταφέρεται με ακριβότερο τρόπο και απαιτεί περισσότερους μεσάζοντες.
Αυτό είναι πραγματικό κόστος για τη Ρωσία, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον οικονομικό στραγγαλισμό που είχε προβλεφθεί.
Η Ευρώπη πλήρωσε μέρος του λογαριασμού
Η άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μείωση της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια μπορεί να ενίσχυσε τη γεωπολιτική ασφάλεια της Ευρώπης, όμως η μετάβαση σε ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο δεν ήταν χωρίς οικονομικό τίμημα.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία αναγκάστηκε να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον υψηλότερου και πιο ευμετάβλητου ενεργειακού κόστους, ενώ η ανάγκη για μεγαλύτερες εισαγωγές LNG και για νέες υποδομές αύξησε τη σημασία της διεθνούς αγοράς φυσικού αερίου για την ευρωπαϊκή οικονομία. Σε κλάδους όπου η τιμή της ενέργειας αποτελεί μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους παραγωγής, η αλλαγή αυτή έχει άμεση επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα.
Η Γερμανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς το βιομηχανικό της μοντέλο είχε αναπτυχθεί επί δεκαετίες πάνω σε έναν συνδυασμό υψηλής τεχνολογίας, εξαγωγών και σχετικά φθηνής ενέργειας. Η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία, η παραγωγή λιπασμάτων και άλλοι ενεργοβόροι κλάδοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα μετά το 2022, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα προβλήματα χαμηλής ανάπτυξης και αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού.
Σε αυτό το σημείο το επιχείρημα ότι «οι κυρώσεις πλήττουν μόνο τη Ρωσία» γίνεται δύσκολο να υποστηριχθεί. Δεν πλήττουν μόνο τη Ρωσία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το κόστος που δημιουργούν στη ρωσική πλευρά είναι μεγαλύτερο και στρατηγικά σημαντικότερο από τις παράπλευρες απώλειες που δημιουργούνται στους ίδιους τους ευρωπαϊκούς οικονομικούς μηχανισμούς.
Και αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από ένα σύνθημα σε μια συνέντευξη Τύπου.

Οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι η πίεση είναι σωρευτική
Οι υποστηρικτές της συνέχισης των κυρώσεων διαθέτουν, βέβαια, ένα σοβαρό επιχείρημα: η αποτελεσματικότητά τους δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από το αν προκάλεσαν άμεση κατάρρευση, αλλά και από τη μακροπρόθεσμη φθορά που δημιουργούν στη ρωσική οικονομία. Οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε τεχνολογία, οι δυσκολότερες επενδύσεις, η αύξηση του κόστους εμπορίου και η ανάγκη χρήσης ακριβότερων ενδιάμεσων διαδρομών μπορούν να έχουν σωρευτικές συνέπειες που δεν αποτυπώνονται απαραίτητα σε έναν μόνο ετήσιο δείκτη ανάπτυξης.
Αυτό είναι εύλογο και δεν πρέπει να αγνοείται.
Ωστόσο, αν αυτό είναι πλέον το πραγματικό επιχείρημα των Βρυξελλών, τότε ίσως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί και η διαρκής ρητορική περί «αποφασιστικού πλήγματος». Διότι ένα μέτρο που αποσκοπεί σε μακροχρόνια φθορά δεν μπορεί ταυτόχρονα να παρουσιάζεται κάθε λίγους μήνες ως το πακέτο που θα αλλάξει άμεσα τους όρους του παιχνιδιού.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη επικοινωνιακή αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Κάθε νέος γύρος παρουσιάζεται ως σημαντικό βήμα προς την οικονομική αποδυνάμωση της Ρωσίας, αλλά η ανάγκη για έναν επόμενο γύρο εμφανίζεται σχεδόν αμέσως μετά. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ενός μηχανισμού που λειτουργεί μεν, αλλά χρειάζεται συνεχώς να επεκτείνεται επειδή το πολιτικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να βρίσκεται κάπου στον ορίζοντα.
Η συζήτηση πλέον δεν είναι αν οι κυρώσεις κάνουν ζημιά, αλλά αν πετυχαίνουν τον σκοπό τους
Τέσσερα χρόνια μετά, η σοβαρή αποτίμηση της ευρωπαϊκής πολιτικής απαιτεί να διαχωριστούν δύο διαφορετικά ερωτήματα.
Το πρώτο είναι αν οι κυρώσεις έχουν προκαλέσει οικονομική ζημιά στη Ρωσία.
Η απάντηση είναι ναι.
Το δεύτερο είναι αν έχουν οδηγήσει τη ρωσική ηγεσία στην πολιτική αλλαγή για την οποία σχεδιάστηκαν.
Εδώ η απάντηση είναι πολύ λιγότερο ξεκάθαρη.
Η Ρωσία εξακολουθεί να διεξάγει τον πόλεμο, το Κρεμλίνο δεν έχει αλλάξει τη βασική του στρατηγική και η οικονομία, παρά τις πραγματικές πιέσεις, έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική από όσο προέβλεπαν αρκετές αρχικές εκτιμήσεις.
Αυτό δεν καθιστά τις κυρώσεις άχρηστες. Καθιστά, όμως, προβληματική την ιδέα ότι περισσότερες κυρώσεις οδηγούν αυτομάτως και σε περισσότερο πολιτικό αποτέλεσμα.
Σε κάποια στιγμή, το κρίσιμο ερώτημα παύει να είναι «πόσα ακόμη ονόματα μπορούν να προστεθούν σε μια λίστα» και γίνεται «ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά προσπαθούμε να αλλάξουμε και με ποιον μηχανισμό περιμένουμε ότι θα αλλάξει».
Και τώρα έρχεται το επόμενο «ιστορικό» πακέτο
Η Kaja Kallas και όσοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζουν τη συνέχιση της σκληρής γραμμής θεωρούν ότι ο χρόνος δεν πρέπει να επιτραπεί να λειτουργήσει υπέρ της Μόσχας και ότι κάθε νέα μέθοδος παράκαμψης πρέπει να αντιμετωπίζεται με νέους περιορισμούς. Από αυτή την άποψη, η διεύρυνση των καταλόγων κυρώσεων και η μεγαλύτερη πίεση σε πλοία, μεσάζοντες και επιχειρήσεις τρίτων χωρών αποτελεί λογική συνέχεια της υφιστάμενης στρατηγικής.
Αλλά όσο οι λίστες μεγαλώνουν, μεγαλώνει αναγκαστικά και το άλλο ερώτημα: πού τελειώνει αυτή η στρατηγική;
Ποιο είναι το σημείο στο οποίο οι Βρυξέλλες θα μπορούν να πουν ότι η πολιτική πέτυχε;
Όταν μειωθούν τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό;
Όταν περιοριστεί η πρόσβαση σε ορισμένες τεχνολογίες;
Όταν η Ρωσία οδηγηθεί σε διαπραγματεύσεις;
Ή απλώς όταν η διατήρηση της οικονομικής πίεσης θεωρείται από μόνη της επιτυχία;
Η απάντηση έχει σημασία, διότι χωρίς σαφές κριτήριο επιτυχίας κάθε νέο πακέτο μπορεί να παρουσιάζεται ως αναγκαίο ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του προηγούμενου.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο παράδοξο της σημερινής ευρωπαϊκής πολιτικής: οι κυρώσεις παρουσιάζονται ως επιτυχημένες, αλλά πρέπει διαρκώς να γίνουν περισσότερες· η ρωσική οικονομία παρουσιάζεται ως σοβαρά αποδυναμωμένη, αλλά χρειάζεται συνεχώς νέο «αποφασιστικό πλήγμα»· και κάθε νέο πακέτο περιγράφεται ως σημαντικότερο από το προηγούμενο, λες και η επιτυχία βρίσκεται πάντα μία λίστα μακριά.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βασικό συμπέρασμα των τελευταίων τεσσάρων ετών. Οι κυρώσεις μπορούν να κάνουν μια οικονομία ακριβότερη, πιο δύσκαμπτη και λιγότερο αποτελεσματική. Μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική μακροπρόθεσμη φθορά. Μπορούν να αλλάξουν εμπορικές σχέσεις και γεωπολιτικούς προσανατολισμούς.
Δεν διαθέτουν, όμως, κάποιο μαγικό μηχανισμό που μετατρέπει αυτομάτως την οικονομική πίεση σε πολιτική παράδοση.
Παρά ταύτα, οι Βρυξέλλες ετοιμάζουν το επόμενο μεγάλο πακέτο.
Το οποίο πάλι... θα καταρρεύσει. Και σίγουρα όχι η Ρωσία
www.bankingnews.gr
Η ανακοίνωση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή έρχεται έπειτα από διαδοχικούς γύρους κυρώσεων που έχουν καλύψει ένα εξαιρετικά μεγάλο φάσμα της ρωσικής οικονομίας: τράπεζες, κρατικές επιχειρήσεις, ενεργειακές εταιρείες, αμυντική βιομηχανία, τεχνολογικές εισαγωγές, εμπορικούς διαμεσολαβητές, πλοία, πρόσωπα που συνδέονται με το ρωσικό κράτος και, όλο και συχνότερα, επιχειρήσεις τρίτων χωρών που θεωρείται ότι βοηθούν τη Ρωσία να παρακάμπτει τους περιορισμούς.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει σχεδόν ολόκληρη την εργαλειοθήκη της οικονομικής πίεσης και τώρα αναζητεί ακόμη περισσότερους στόχους, ακόμη περισσότερες διαδρομές χρηματοδότησης και ακόμη περισσότερα σημεία στα οποία μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο κόστος για τη ρωσική οικονομία. Η επίσημη λογική παραμένει συνεπής: όσο αυξάνεται το κόστος για τη Μόσχα, τόσο περισσότερο περιορίζονται οι δυνατότητές της να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, να αποκτά κρίσιμα εξαρτήματα και να διατηρεί τις διεθνείς εμπορικές της σχέσεις όπως πριν από το 2022.
Το πρόβλημα είναι ότι, τέσσερα χρόνια αργότερα, η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο αν οι κυρώσεις προκαλούν ζημιά. Προφανώς προκαλούν. Το πολύ πιο δύσκολο ερώτημα είναι αν η ζημιά αυτή έχει μετατραπεί σε αποφασιστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Και σε αυτό το σημείο η εικόνα είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτική από όσο ήταν οι πρώτες ανακοινώσεις.
Η ρωσική οικονομία δεν έμεινε ανεπηρέαστη, ούτε όμως κατέρρευσε. Η Μόσχα έχασε σημαντικό μέρος της πρόσβασής της στις δυτικές χρηματοπιστωτικές αγορές, αντιμετώπισε σοβαρούς περιορισμούς σε τεχνολογικές εισαγωγές, είδε μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις να αποχωρούν και αναγκάστηκε να αναδιοργανώσει μεγάλο μέρος του εξωτερικού της εμπορίου. Παρ' όλα αυτά, το κράτος συνέχισε να λειτουργεί, οι ενεργειακές εξαγωγές δεν εξαφανίστηκαν, νέες εμπορικές διαδρομές δημιουργήθηκαν και η κυβέρνηση του Vladimir Putin δεν οδηγήθηκε στην πολιτική υποχώρηση που αρκετοί στη Δύση θεωρούσαν πιθανή όταν ξεκινούσε το πρώτο κύμα περιορισμών.
Και κάπου εδώ αρχίζει η αμηχανία.
Διότι, αν το επιχείρημα είναι ότι οι προηγούμενες κυρώσεις υπήρξαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές, τότε γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί απαιτούνται συνεχώς νέες, σκληρότερες και πιο εκτεταμένες. Αν, από την άλλη πλευρά, το νέο πακέτο είναι αναγκαίο επειδή τα προηγούμενα δεν ήταν αρκετά, τότε ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται στην ποσότητα των κυρώσεων αλλά στις υπερβολικές προσδοκίες που δημιουργήθηκαν γύρω από αυτές.

Η μεγάλη κατάρρευση που αναμενόταν αλλά δεν ήρθε
Τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η δυτική στρατηγική οικονομικής πίεσης συνοδευόταν από προβλέψεις που σε αρκετές περιπτώσεις άφηναν την εντύπωση ότι η Ρωσία βρισκόταν μπροστά σε μια σχεδόν αναπόφευκτη οικονομική αποσύνθεση. Η αποκοπή μεγάλων τραπεζών από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, οι περιορισμοί σε προηγμένη τεχνολογία και η σταδιακή μείωση της ευρωπαϊκής αγοράς για ρωσικά ενεργειακά προϊόντα παρουσιάζονταν ως ένα συνδυασμένο πλήγμα που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να απορροφηθεί.
Στην πράξη, όμως, η διαδικασία αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη. Η ρωσική οικονομία πλήρωσε αυξημένο κόστος για εισαγωγές, μεταφορές, πληρωμές και χρηματοδότηση, ενώ η εξάρτησή της από ορισμένους μη δυτικούς εμπορικούς εταίρους αυξήθηκε σημαντικά. Ταυτόχρονα, όμως, η χώρα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του κόσμου δεν συμμετείχε στο δυτικό καθεστώς κυρώσεων και ανακατεύθυνε σημαντικό τμήμα του εμπορίου της προς την Κίνα, την Ινδία, χώρες της Μέσης Ανατολής και άλλες αγορές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατηγική της Μόσχας ήταν χωρίς κόστος ή ότι η οικονομία της βγήκε κερδισμένη από την αποσύνδεση με την Ευρώπη. Σημαίνει, όμως, ότι η πραγματικότητα αποδείχθηκε αρκετά διαφορετική από την εικόνα μιας οικονομίας που θα κατέρρεε μέσα σε λίγους μήνες υπό το βάρος των περιορισμών.
Η διάκριση είναι ουσιώδης, γιατί άλλο πράγμα είναι μια κύρωση να δυσκολεύει μια οικονομία και εντελώς άλλο να την υποχρεώνει να αλλάξει πολιτική. Μέχρι σήμερα, το πρώτο έχει συμβεί σε σημαντικό βαθμό. Το δεύτερο όχι.

Οι εύκολοι στόχοι έχουν ήδη τελειώσει
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πλέον οι Βρυξέλλες είναι ότι οι πιο προφανείς στόχοι έχουν ήδη καλυφθεί από προηγούμενους γύρους κυρώσεων. Μεγάλες ρωσικές τράπεζες, κρατικές επιχειρήσεις, όμιλοι της αμυντικής βιομηχανίας, πολιτικά πρόσωπα και επιχειρηματίες με στενές σχέσεις με το Κρεμλίνο βρίσκονται εδώ και χρόνια στις σχετικές λίστες, γεγονός που αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Ένωση να κινείται σταδιακά προς όλο και πιο σύνθετες μορφές εφαρμογής.
Έτσι, το βάρος έχει μεταφερθεί περισσότερο στην αντιμετώπιση των παρακάμψεων. Οι ευρωπαϊκές αρχές αναζητούν εταιρείες που διευκολύνουν επανεξαγωγές προϊόντων προς τη Ρωσία, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν συναλλαγές, μεταφορικές εταιρείες και δεξαμενόπλοια που συμμετέχουν στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, καθώς και επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες που θεωρείται ότι βοηθούν στη μεταφορά τεχνολογίας ή εξαρτημάτων.
Αυτή η αλλαγή δείχνει και κάτι ακόμη: ο χαρακτήρας των κυρώσεων έχει αλλάξει. Η πρώτη φάση βασιζόταν κυρίως στην άμεση οικονομική απομόνωση. Η σημερινή φάση βασίζεται όλο και περισσότερο στην προσπάθεια να κλείσουν τα κενά που δημιουργήθηκαν ακριβώς επειδή η πρώτη φάση δεν κατάφερε να απομονώσει πλήρως τη Ρωσία.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν προσπαθεί πλέον μόνο να κλείσει την πόρτα. Προσπαθεί να εντοπίσει όλα τα παράθυρα που άνοιξαν στο μεταξύ.
Το ρωσικό πετρέλαιο δεν εξαφανίστηκε, αλλά άλλαξε κατεύθυνση
Η ενέργεια αποτέλεσε από την αρχή το πιο κρίσιμο πεδίο της οικονομικής αντιπαράθεσης. Η Ρωσία εξαρτά σημαντικό μέρος των κρατικών της εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που έκανε τον ενεργειακό τομέα αυτονόητο στόχο για τη δυτική πολιτική κυρώσεων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μείωσε δραστικά την άμεση ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία και αυτό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές μεταβολές των τελευταίων ετών. Εκεί όπου πριν από το 2022 τεράστιες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου κατευθύνονταν στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω αγωγών, η Ευρώπη στράφηκε σε άλλους προμηθευτές, αύξησε τη χρήση LNG και επένδυσε σε νέες υποδομές.
Ωστόσο, στον παγκόσμιο πετρελαϊκό τομέα τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Οι ποσότητες που δεν κατευθύνονταν πλέον προς την Ευρώπη άρχισαν σε σημαντικό βαθμό να βρίσκουν άλλους αγοραστές, με την China και την Ινδία να αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τις ρωσικές εξαγωγές. Παράλληλα, αναπτύχθηκε ένα πολύπλοκο δίκτυο ναυτιλιακών, ασφαλιστικών και εμπορικών σχημάτων, το οποίο η Δύση προσπαθεί σήμερα να περιορίσει.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων μιας πολιτικής κυρώσεων σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Όταν ένα προϊόν έχει διεθνή ζήτηση, η απώλεια μιας αγοράς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εξαφανίζεται και η δυνατότητα πώλησής του. Συχνά σημαίνει ότι αλλάζει διαδρομή, πωλείται με μεγαλύτερη έκπτωση, μεταφέρεται με ακριβότερο τρόπο και απαιτεί περισσότερους μεσάζοντες.
Αυτό είναι πραγματικό κόστος για τη Ρωσία, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον οικονομικό στραγγαλισμό που είχε προβλεφθεί.
Η Ευρώπη πλήρωσε μέρος του λογαριασμού
Η άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μείωση της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια μπορεί να ενίσχυσε τη γεωπολιτική ασφάλεια της Ευρώπης, όμως η μετάβαση σε ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο δεν ήταν χωρίς οικονομικό τίμημα.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία αναγκάστηκε να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον υψηλότερου και πιο ευμετάβλητου ενεργειακού κόστους, ενώ η ανάγκη για μεγαλύτερες εισαγωγές LNG και για νέες υποδομές αύξησε τη σημασία της διεθνούς αγοράς φυσικού αερίου για την ευρωπαϊκή οικονομία. Σε κλάδους όπου η τιμή της ενέργειας αποτελεί μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους παραγωγής, η αλλαγή αυτή έχει άμεση επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα.
Η Γερμανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς το βιομηχανικό της μοντέλο είχε αναπτυχθεί επί δεκαετίες πάνω σε έναν συνδυασμό υψηλής τεχνολογίας, εξαγωγών και σχετικά φθηνής ενέργειας. Η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία, η παραγωγή λιπασμάτων και άλλοι ενεργοβόροι κλάδοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα μετά το 2022, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα προβλήματα χαμηλής ανάπτυξης και αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού.
Σε αυτό το σημείο το επιχείρημα ότι «οι κυρώσεις πλήττουν μόνο τη Ρωσία» γίνεται δύσκολο να υποστηριχθεί. Δεν πλήττουν μόνο τη Ρωσία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το κόστος που δημιουργούν στη ρωσική πλευρά είναι μεγαλύτερο και στρατηγικά σημαντικότερο από τις παράπλευρες απώλειες που δημιουργούνται στους ίδιους τους ευρωπαϊκούς οικονομικούς μηχανισμούς.
Και αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από ένα σύνθημα σε μια συνέντευξη Τύπου.

Οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι η πίεση είναι σωρευτική
Οι υποστηρικτές της συνέχισης των κυρώσεων διαθέτουν, βέβαια, ένα σοβαρό επιχείρημα: η αποτελεσματικότητά τους δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από το αν προκάλεσαν άμεση κατάρρευση, αλλά και από τη μακροπρόθεσμη φθορά που δημιουργούν στη ρωσική οικονομία. Οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε τεχνολογία, οι δυσκολότερες επενδύσεις, η αύξηση του κόστους εμπορίου και η ανάγκη χρήσης ακριβότερων ενδιάμεσων διαδρομών μπορούν να έχουν σωρευτικές συνέπειες που δεν αποτυπώνονται απαραίτητα σε έναν μόνο ετήσιο δείκτη ανάπτυξης.
Αυτό είναι εύλογο και δεν πρέπει να αγνοείται.
Ωστόσο, αν αυτό είναι πλέον το πραγματικό επιχείρημα των Βρυξελλών, τότε ίσως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί και η διαρκής ρητορική περί «αποφασιστικού πλήγματος». Διότι ένα μέτρο που αποσκοπεί σε μακροχρόνια φθορά δεν μπορεί ταυτόχρονα να παρουσιάζεται κάθε λίγους μήνες ως το πακέτο που θα αλλάξει άμεσα τους όρους του παιχνιδιού.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη επικοινωνιακή αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Κάθε νέος γύρος παρουσιάζεται ως σημαντικό βήμα προς την οικονομική αποδυνάμωση της Ρωσίας, αλλά η ανάγκη για έναν επόμενο γύρο εμφανίζεται σχεδόν αμέσως μετά. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ενός μηχανισμού που λειτουργεί μεν, αλλά χρειάζεται συνεχώς να επεκτείνεται επειδή το πολιτικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να βρίσκεται κάπου στον ορίζοντα.
Η συζήτηση πλέον δεν είναι αν οι κυρώσεις κάνουν ζημιά, αλλά αν πετυχαίνουν τον σκοπό τους
Τέσσερα χρόνια μετά, η σοβαρή αποτίμηση της ευρωπαϊκής πολιτικής απαιτεί να διαχωριστούν δύο διαφορετικά ερωτήματα.
Το πρώτο είναι αν οι κυρώσεις έχουν προκαλέσει οικονομική ζημιά στη Ρωσία.
Η απάντηση είναι ναι.
Το δεύτερο είναι αν έχουν οδηγήσει τη ρωσική ηγεσία στην πολιτική αλλαγή για την οποία σχεδιάστηκαν.
Εδώ η απάντηση είναι πολύ λιγότερο ξεκάθαρη.
Η Ρωσία εξακολουθεί να διεξάγει τον πόλεμο, το Κρεμλίνο δεν έχει αλλάξει τη βασική του στρατηγική και η οικονομία, παρά τις πραγματικές πιέσεις, έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική από όσο προέβλεπαν αρκετές αρχικές εκτιμήσεις.
Αυτό δεν καθιστά τις κυρώσεις άχρηστες. Καθιστά, όμως, προβληματική την ιδέα ότι περισσότερες κυρώσεις οδηγούν αυτομάτως και σε περισσότερο πολιτικό αποτέλεσμα.
Σε κάποια στιγμή, το κρίσιμο ερώτημα παύει να είναι «πόσα ακόμη ονόματα μπορούν να προστεθούν σε μια λίστα» και γίνεται «ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά προσπαθούμε να αλλάξουμε και με ποιον μηχανισμό περιμένουμε ότι θα αλλάξει».
Και τώρα έρχεται το επόμενο «ιστορικό» πακέτο
Η Kaja Kallas και όσοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζουν τη συνέχιση της σκληρής γραμμής θεωρούν ότι ο χρόνος δεν πρέπει να επιτραπεί να λειτουργήσει υπέρ της Μόσχας και ότι κάθε νέα μέθοδος παράκαμψης πρέπει να αντιμετωπίζεται με νέους περιορισμούς. Από αυτή την άποψη, η διεύρυνση των καταλόγων κυρώσεων και η μεγαλύτερη πίεση σε πλοία, μεσάζοντες και επιχειρήσεις τρίτων χωρών αποτελεί λογική συνέχεια της υφιστάμενης στρατηγικής.
Αλλά όσο οι λίστες μεγαλώνουν, μεγαλώνει αναγκαστικά και το άλλο ερώτημα: πού τελειώνει αυτή η στρατηγική;
Ποιο είναι το σημείο στο οποίο οι Βρυξέλλες θα μπορούν να πουν ότι η πολιτική πέτυχε;
Όταν μειωθούν τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό;
Όταν περιοριστεί η πρόσβαση σε ορισμένες τεχνολογίες;
Όταν η Ρωσία οδηγηθεί σε διαπραγματεύσεις;
Ή απλώς όταν η διατήρηση της οικονομικής πίεσης θεωρείται από μόνη της επιτυχία;
Η απάντηση έχει σημασία, διότι χωρίς σαφές κριτήριο επιτυχίας κάθε νέο πακέτο μπορεί να παρουσιάζεται ως αναγκαίο ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του προηγούμενου.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο παράδοξο της σημερινής ευρωπαϊκής πολιτικής: οι κυρώσεις παρουσιάζονται ως επιτυχημένες, αλλά πρέπει διαρκώς να γίνουν περισσότερες· η ρωσική οικονομία παρουσιάζεται ως σοβαρά αποδυναμωμένη, αλλά χρειάζεται συνεχώς νέο «αποφασιστικό πλήγμα»· και κάθε νέο πακέτο περιγράφεται ως σημαντικότερο από το προηγούμενο, λες και η επιτυχία βρίσκεται πάντα μία λίστα μακριά.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βασικό συμπέρασμα των τελευταίων τεσσάρων ετών. Οι κυρώσεις μπορούν να κάνουν μια οικονομία ακριβότερη, πιο δύσκαμπτη και λιγότερο αποτελεσματική. Μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική μακροπρόθεσμη φθορά. Μπορούν να αλλάξουν εμπορικές σχέσεις και γεωπολιτικούς προσανατολισμούς.
Δεν διαθέτουν, όμως, κάποιο μαγικό μηχανισμό που μετατρέπει αυτομάτως την οικονομική πίεση σε πολιτική παράδοση.
Παρά ταύτα, οι Βρυξέλλες ετοιμάζουν το επόμενο μεγάλο πακέτο.
Το οποίο πάλι... θα καταρρεύσει. Και σίγουρα όχι η Ρωσία
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών