Τελευταία Νέα
Διεθνή

Η Κίνα είναι ο νέος «βασιλιάς» του ΑΙ: Ρίχνει 28 τρισ. δολάρια στην τεχνητή νοημοσύνη και εκθρονίζει τις ΗΠΑ από την κορυφή

Η Κίνα είναι ο νέος «βασιλιάς» του ΑΙ: Ρίχνει 28 τρισ. δολάρια στην τεχνητή νοημοσύνη και εκθρονίζει τις ΗΠΑ από την κορυφή
Η μάχη για την πρωτοκαθεδρία στην ΑΙ δεν διεξάγεται πλέον αποκλειστικά στα ερευνητικά εργαστήρια, στα data centers ή στην ανάπτυξη των πιο εξελιγμένων ημιαγωγών
Σχετικά Άρθρα
Η Κίνα κλιμακώνει με πρωτοφανείς ρυθμούς τις επενδύσεις της στην τεχνητή νοημοσύνη, ανοίγοντας ένα νέο και ιδιαίτερα κρίσιμο μέτωπο στον τεχνολογικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ.
Η μάχη για την πρωτοκαθεδρία στην ΑΙ δεν διεξάγεται πλέον αποκλειστικά στα ερευνητικά εργαστήρια, στα data centers ή στην ανάπτυξη των πιο εξελιγμένων ημιαγωγών.
Σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, κρίνεται από το ποιος διαθέτει τα περισσότερα κεφάλαια, ποιος μπορεί να τα κινητοποιήσει ταχύτερα και ποιος είναι σε θέση να τα μετατρέψει σε πραγματική παραγωγική ισχύ. Και σε αυτό το πεδίο το Πεκίνο επιχειρεί να ανατρέψει τα δεδομένα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εντυπωσιακή χρηματιστηριακή πρεμιέρα της κινεζικής CXMT στη Σαγκάη. Η εταιρεία παραγωγής chips μνήμης, την οποία το Πεκίνο αντιμετωπίζει ως στρατηγικής σημασίας για τον περιορισμό της εξάρτησης της χώρας από ξένους προμηθευτές, κατέγραψε άνοδο άνω του 500% μέσα στις πρώτες ώρες διαπραγμάτευσης. Με αυτόν τον τρόπο βρέθηκε στην κορυφή μεταξύ των εισηγμένων κινεζικών εταιρειών, ξεπερνώντας ακόμη και την Industrial and Commercial Bank of China.

Στο στόχαστρο κεφάλαια 28 τρισ. δολαρίων

Πίσω από την εντυπωσιακή αυτή επίδοση βρίσκεται μια πολύ ευρύτερη στρατηγική επιλογή του Πεκίνου. Η Κίνα επιχειρεί να μετατρέψει τις χρηματιστηριακές και ομολογιακές αγορές της, συνολικής αξίας περίπου 28 τρισ. δολαρίων, σε βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο για την τεχνολογική της αντεπίθεση.
Για δεκαετίες, η ανάπτυξη στρατηγικών κλάδων στηριζόταν κυρίως σε κρατικές επενδύσεις, επιδοτήσεις και φορολογικά κίνητρα. Πλέον, όμως, το Πεκίνο επιχειρεί να ενεργοποιήσει και το τεράστιο απόθεμα ιδιωτικών αποταμιεύσεων της χώρας.
Η μεταβολή αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε μία από τις πλέον δαπανηρές τεχνολογικές επαναστάσεις. Η Goldman Sachs έχει αναπροσαρμόσει τα διαθέσιμα στοιχεία για τις κεφαλαιουχικές δαπάνες των αμερικανικών hyperscalers, προκειμένου να αποτυπώσει πληρέστερα το παγκόσμιο επενδυτικό αποτύπωμα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, οι επενδύσεις που σχετίζονται με την ΑΙ αναμένεται να ανέλθουν παγκοσμίως σε 1 τρισ. δολάρια το 2026, με περίπου 581 δισ. δολάρια να κατευθύνονται στις ΗΠΑ.
Η επενδυτική κούρσα, όμως, συνεχίζεται. Μόνο οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν προγραμματίσει για το 2027 νέες επενδύσεις περίπου 1,4 τρισ. δολαρίων. Τα μεγέθη αυτά καταδεικνύουν τις τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες για την ανάπτυξη υπολογιστικών υποδομών, data centers, δικτύων και παραγωγικών αλυσίδων που θα αποτελέσουν τη βάση της επόμενης εποχής της τεχνητής νοημοσύνης.

Η μάχη περνά στην άντληση κεφαλαίων

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το Πεκίνο. Για χρόνια, η δυνατότητα πρόσβασης σε κεφάλαια αποτελούσε σημαντικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ. Κολοσσοί όπως η Amazon και η Alphabet έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν επενδυτικά προγράμματα τεράστιας κλίμακας, ενώ η αμερικανική κεφαλαιαγορά προσφέρει στις τεχνολογικές εταιρείες εξαιρετικά μεγάλες δυνατότητες άντλησης χρηματοδότησης.
Η Κίνα προσπαθεί πλέον να μειώσει αυτή τη διαφορά.
Κατά την τελευταία διετία, οι κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας άντλησαν περίπου 217 δισ. δολάρια μέσω IPO και εκδόσεων ομολόγων. Το ποσό εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την αντίστοιχη επίδοση των αμερικανικών επιχειρήσεων, οι οποίες άντλησαν πάνω από εξαπλάσια κεφάλαια. Παρ' όλα αυτά, η τάση που διαμορφώνεται είναι σαφής: το Πεκίνο αξιοποιεί ολοένα περισσότερο τις εγχώριες κεφαλαιαγορές ως μοχλό τεχνολογικής ανάπτυξης.
Η CXMT αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας κατεύθυνσης. Ήταν η πρώτη εταιρεία που εντάχθηκε σε νέα διαδικασία προκαταρκτικού ελέγχου για επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, μέσω της οποίας οι ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επιλύουν ζητήματα πριν από την επίσημη διαδικασία εισαγωγής.
Από την υποβολή της αίτησης έως την έναρξη διαπραγμάτευσης μεσολάβησαν λιγότεροι από οκτώ μήνες, ενώ η εταιρεία άντλησε περίπου 9,8 δισ. δολάρια, πραγματοποιώντας μία από τις μεγαλύτερες κινεζικές IPO των τελευταίων ετών.
Η εκρηκτική άνοδος της μετοχής, ωστόσο, ανέδειξε και μια σημαντική αδυναμία. Η τιμή διάθεσης είχε καθοριστεί τόσο χαμηλά ώστε οι μετοχές ολοκλήρωσαν την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης 466% υψηλότερα. Αυτό υποδηλώνει ότι η εταιρεία άφησε σημαντικά κεφάλαια ανεκμετάλλευτα, σε μια περίοδο κατά την οποία ανταγωνιστές της, όπως η νοτιοκορεατική SK Hynix, έχουν καταφέρει να αντλήσουν πολλαπλάσια ποσά από τις διεθνείς αγορές.
Παρά το γεγονός αυτό, το μήνυμα προς τους επενδυτές ήταν ξεκάθαρο: το Πεκίνο θέλει τις χρηματιστηριακές αγορές στον πυρήνα της τεχνολογικής του στρατηγικής.
Ανάλογη κινητικότητα καταγράφεται και στην αγορά ομολόγων. Οι κινεζικές τεχνολογικές επιχειρήσεις έχουν εκδώσει φέτος τουλάχιστον 38 δισ. δολάρια σε ομόλογα, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο για την αντίστοιχη περίοδο από το 2016. Και πάλι, το ποσό υπολείπεται σημαντικά των 578 δισ. δολαρίων που έχουν αντλήσει οι αμερικανικές εταιρείες, όμως η κατεύθυνση της κινεζικής πολιτικής είναι πλέον εμφανής.
Ένα επιπλέον πλεονέκτημα είναι το κόστος δανεισμού.
Οι μεγάλες κινεζικές τεχνολογικές εταιρείες δανείζονται φέτος με μέσο κουπόνι περίπου 1,9%, δηλαδή πάνω από 300 μονάδες βάσης χαμηλότερα σε σχέση με τους Αμερικανούς ανταγωνιστές τους. Η διαφορά αυτή τους προσφέρει μεγαλύτερη ευχέρεια να χρηματοδοτήσουν επιθετικά επενδύσεις στην ΑΙ, στην παραγωγική δυναμικότητα και στην έρευνα.

Το τεράστιο «μαξιλάρι» των 26 τρισ. δολαρίων

Το Πεκίνο διαθέτει ακόμη έναν τεράστιο χρηματοδοτικό πόρο: περίπου 26 τρισ. δολάρια αποταμιεύσεων των κινεζικών νοικοκυριών.
Στόχος της κυβέρνησης είναι να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε μέρος αυτού του πλούτου να μετακινηθεί από τις παραδοσιακές επενδύσεις προς τους κλάδους που θεωρούνται καθοριστικοί για την οικονομική και τεχνολογική ισχύ της χώρας.
Η αλλαγή έχει ήδη αρχίσει να γίνεται ορατή στις αγορές. Οι επενδυτές περιορίζουν την έκθεσή τους σε ακίνητα, κατανάλωση και άλλους παραδοσιακούς κλάδους και στρέφονται περισσότερο προς παραγωγούς chips, τεχνολογικές εταιρείες και επιχειρήσεις προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής.
Ενδεικτική είναι η πορεία του δείκτη STAR 50, ο οποίος έχει υψηλή έκθεση στον κλάδο των ημιαγωγών και καταγράφει σημαντική ενίσχυση, αντανακλώντας τη μεταβολή στις επενδυτικές προτεραιότητες.
Την ίδια στιγμή, η επόμενη γενιά κινεζικών εταιρειών ΑΙ προετοιμάζεται να εισέλθει στις κεφαλαιαγορές. Οι Z.AI, MiniMax, Moonshot AI και DeepSeek κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, δείχνοντας ότι η χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης στην Κίνα δεν θα εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από κρατικά προγράμματα ή ιδιωτικές επενδύσεις.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή συνοδεύεται και από κινδύνους. Η μαζική διοχέτευση κεφαλαίων σε κλάδους που στηρίζονται από το κράτος ενδέχεται να προκαλέσει υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, να συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους και να οδηγήσει σε χρηματιστηριακές αποτιμήσεις που δεν ανταποκρίνονται στα θεμελιώδη μεγέθη των εταιρειών.

Μπορεί η Κίνα να γεφυρώσει το τεχνολογικό χάσμα;

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η τεράστια χρηματοδότηση μπορεί τελικά να περιορίσει την τεχνολογική απόσταση από τις ΗΠΑ.
Η απάντηση κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρό πλεονέκτημα στους πλέον προηγμένους ημιαγωγούς, στο οικοσύστημα κορυφαίας τεχνολογικής καινοτομίας, αλλά και στις εταιρείες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.
Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, διαθέτει τεράστια βιομηχανική βάση, εκτεταμένες αλυσίδες εφοδιασμού, μεγάλο αριθμό τεχνικά καταρτισμένων εργαζομένων και ένα χρηματοδοτικό σύστημα που οργανώνεται ολοένα περισσότερο γύρω από την τεχνολογική ανάπτυξη.
Ίσως, όμως, το σημαντικότερο πλεονέκτημά της να βρίσκεται στην αποδοτικότητα.
Κινεζικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων η DeepSeek και η Moonshot, έχουν υποστηρίξει ότι είναι σε θέση να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά μοντέλα με πολύ χαμηλότερο κόστος σε σχέση με τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς. Εκτιμήσεις της UBS αναφέρουν ότι το κόστος εκπαίδευσης κινεζικών μοντέλων μπορεί να είναι χαμηλότερο από το 10% του κόστους αντίστοιχων κορυφαίων δυτικών μοντέλων, ενώ και οι τιμές χρήσης των κινεζικών μοντέλων είναι αισθητά χαμηλότερες.
Αυτό ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικό για την τελική έκβαση του ανταγωνισμού. Η Κίνα δεν είναι απαραίτητο να υπερισχύσει των ΗΠΑ σε κάθε επιμέρους τομέα της καινοτομίας. Μπορεί να ακολουθήσει διαφορετική στρατηγική: να μετατρέψει την ΑΙ σε μαζική βιομηχανική υποδομή, να επιταχύνει την ενσωμάτωσή της στην παραγωγή και να την εμπορευματοποιήσει σε κλίμακα που ελάχιστες χώρες θα μπορούν να ανταγωνιστούν.
Η πραγματική μάχη, επομένως, δεν αφορά μόνο το ποιος θα δημιουργήσει το καλύτερο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης. Αφορά το ποιος θα διαθέτει το μεγαλύτερο και ανθεκτικότερο οικοσύστημα κεφαλαίων, chips, υποδομών, ενέργειας, ανθρώπινου δυναμικού και βιομηχανικής παραγωγής.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν το κεφάλαιο. Η Κίνα επιχειρεί να κινητοποιήσει κεφάλαια αντίστοιχης κλίμακας.
Και η εκρηκτική χρηματιστηριακή πρεμιέρα της CXMT ενδέχεται να αποτελεί απλώς την αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης μάχης για την παγκόσμια τεχνολογική κυριαρχία.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης