Η Λιβερία έγινε η τελευταία αφρικανική χώρα που εντάσσεται στο συγκεκριμένο σύστημα, παραλαμβάνοντας την πρώτη ομάδα 20 απελαθέντων
Νέα διάσταση αποκτά η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Trump, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διευρύνουν τις συμφωνίες για την αποστολή αλλοδαπών σε τρίτες χώρες, ακόμη και όταν οι άνθρωποι που απελαύνονται δεν έχουν καμία σχέση με το κράτος που τους υποδέχεται. Η Λιβερία έγινε η τελευταία αφρικανική χώρα που εντάσσεται στο συγκεκριμένο σύστημα, παραλαμβάνοντας την πρώτη ομάδα 20 απελαθέντων.
Το αεροσκάφος με τους 20 αλλοδαπούς προσγειώθηκε στις 20 Αυγούστου 2026 στο διεθνές αεροδρόμιο Roberts, έξω από τη Μονρόβια, εγκαινιάζοντας τη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Λιβερίας.
Η κυβέρνηση της δυτικοαφρικανικής χώρας έχει συμφωνήσει να δεχθεί έως 1.200 υπηκόους τρίτων χωρών μέσα στους επόμενους 12 μήνες, καθιστώντας τη συμφωνία μία από τις μεγαλύτερες του είδους της στην Αφρική.
Κυρίως από Λατινική Αμερική
Ο υπουργός Πληροφοριών της Λιβερίας, Jerolinmek Piah, δήλωσε ότι μεγάλο μέρος των ανθρώπων που αναμένεται να μεταφερθούν στη χώρα θα προέρχεται από τη Λατινική Αμερική, αναφέροντας μεταξύ άλλων τη Βενεζουέλα, την Κούβα και την Κολομβία.
Οι αμερικανικές αρχές δεν έχουν δημοσιοποιήσει πλήρη κατάλογο με τις εθνικότητες των 20 ανθρώπων της πρώτης πτήσης.
Η Μονρόβια υποστηρίζει ότι οι νεοαφιχθέντες δεν θα αντιμετωπίζονται ως κρατούμενοι. Σύμφωνα με τις λιβεριανές αρχές, θα μπορούν να εγκαταλείψουν τη χώρα ή, εφόσον το επιθυμούν και πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, να ζητήσουν άσυλο στη Λιβερία.
Το δίκτυο των «τρίτων χωρών»
Η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ για τις απελάσεις.
Αντί ένας αλλοδαπός να επιστρέφει αποκλειστικά στη χώρα καταγωγής του, οι αμερικανικές αρχές επιχειρούν σε ορισμένες περιπτώσεις να τον μεταφέρουν σε ένα τρίτο κράτος που έχει συμφωνήσει να τον δεχθεί.
Σύμφωνα με το Third Country Deportation Watch, πρωτοβουλία που παρακολουθεί τις συγκεκριμένες συμφωνίες, η αμερικανική κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει συμφωνίες ή συνεννοήσεις με τουλάχιστον 35 χώρες, ενώ περισσότεροι από 23.000 άνθρωποι έχουν μεταφερθεί σε 26 κράτη. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από οργανώσεις που παρακολουθούν το πρόγραμμα και όχι από έναν ενιαίο επίσημο κατάλογο της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στην Αφρική, χώρες που έχουν δεχθεί ή συμφωνήσει να δεχθούν υπηκόους τρίτων χωρών περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη Γκάνα, τη Ρουάντα, τη Σιέρα Λεόνε, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
Αμερικανική χρηματοδότηση στη Λιβερία
Η οικονομική διάσταση της συμφωνίας έχει προκαλέσει επίσης συζήτηση.
Σύμφωνα με το Reuters, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαθέσουν 5 εκατ. δολάρια για τη διαχείριση του μεταναστευτικού προγράμματος στη Λιβερία. Η κυβέρνηση της χώρας επιμένει ότι δεν πρόκειται για οικονομικό αντάλλαγμα για την αποδοχή των απελαθέντων.
Παράλληλα, έχουν ανακοινωθεί ευρύτερα πακέτα αμερικανικής βοήθειας προς τη Λιβερία, ενώ η Ουάσιγκτον έχει επεκτείνει και τη διάρκεια ορισμένων θεωρήσεων εισόδου για Λιβεριανούς πολίτες. Ωστόσο, δεν είναι ακριβές να θεωρείται αυτομάτως ολόκληρη αυτή η βοήθεια ως άμεση πληρωμή για τις απελάσεις.
2.300 Μεξικανοί απελάθηκαν μέσω Γουατεμάλας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πολιτικής αποτελεί και η Γουατεμάλα.
Σύμφωνα με τις αρχές της χώρας, περίπου 2.300 Μεξικανοί υπήκοοι έχουν απελαθεί από τις ΗΠΑ προς τη Γουατεμάλα μέσα στο 2026, αντί να μεταφερθούν απευθείας στο Μεξικό.
Στη συνέχεια, οι περισσότεροι προωθούνται οδικώς προς τη χώρα καταγωγής τους, με τις σχετικές δαπάνες να καλύπτονται σε ορισμένες περιπτώσεις από τις ΗΠΑ ή το Μεξικό.
Η μεξικανική κυβέρνηση έχει εκφράσει αντιρρήσεις για την πρακτική, καθώς παραδοσιακά οι Μεξικανοί που απελαύνονταν από τις ΗΠΑ επέστρεφαν απευθείας μέσω των κοινών χερσαίων συνόρων.
Καταγγελίες για πολιτική αποτροπής μέσω φόβου
Οργανώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών υποστηρίζουν ότι η επιλογή μακρινών προορισμών δεν εξυπηρετεί μόνο διοικητικούς σκοπούς, αλλά λειτουργεί και ως μέσο αποτροπής.
Η λογική είναι ότι ένας μετανάστης που γνωρίζει πως μπορεί να σταλεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα καταγωγής του και από τα αμερικανικά σύνορα ενδέχεται να αποθαρρυνθεί από μια νέα προσπάθεια παράτυπης εισόδου στις ΗΠΑ.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι άνθρωποι που μεταφέρονται σε τρίτες χώρες έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει δικαστική προστασία από την επιστροφή στην πατρίδα τους λόγω κινδύνου βασανιστηρίων ή δίωξης.
Εκατομμύρια δολάρια για λίγες εκατοντάδες απελάσεις
Σοβαρά ερωτήματα έχουν προκύψει και για το κόστος του προγράμματος.
Έκθεση των Δημοκρατικών μελών της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, που δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, υποστήριξε ότι τουλάχιστον 32,3 εκατ. δολάρια καταβλήθηκαν απευθείας σε πέντε ξένες κυβερνήσεις για να δεχθούν υπηκόους τρίτων χωρών.
Όταν συνυπολογιστούν πτήσεις και άλλες δαπάνες, το συνολικό κόστος που εξέτασε η έκθεση ξεπερνά τα 40 εκατ. δολάρια.
Η περίπτωση της Ρουάντα είναι ενδεικτική. Η χώρα έλαβε 7,5 εκατ. δολάρια, ενώ έως τον Ιανουάριο του 2026 είχε παραλάβει μόλις επτά απελαθέντες — αντιστοιχία περίπου 1,1 εκατ. δολαρίων ανά άτομο, σύμφωνα με την έκθεση.
Η Ισημερινή Γουινέα έλαβε επίσης 7,5 εκατ. δολάρια και είχε δεχθεί 29 υπηκόους τρίτων χωρών.
Πάνω από 80% τελικά επέστρεψαν στις πατρίδες τους
Το στοιχείο που προκαλεί ίσως τα περισσότερα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής είναι ότι, σύμφωνα με την ίδια έκθεση της Γερουσίας, πάνω από το 80% των ανθρώπων που είχαν σταλεί σε τρίτες χώρες οι οποίες έλαβαν αμερικανική χρηματοδότηση είχαν ήδη επιστρέψει ή βρίσκονταν στη διαδικασία επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν τη μεταφορά ενός ανθρώπου σε μια τρίτη χώρα, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί τελικά ως ενδιάμεσος σταθμός πριν από την επιστροφή του στην πατρίδα του.
Νομικές και ανθρωπιστικές ενστάσεις
Η κυβέρνηση Trump υποστηρίζει ότι οι απελάσεις προς τρίτες χώρες αποτελούν νόμιμο και αναγκαίο εργαλείο, ιδιαίτερα όταν η χώρα καταγωγής ενός αλλοδαπού αρνείται να τον δεχθεί ή όταν υπάρχουν νομικά εμπόδια στην άμεση επιστροφή του.
Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντίθετα, προειδοποιούν για τον κίνδυνο της λεγόμενης «αλυσιδωτής επαναπροώθησης»: ένας άνθρωπος μπορεί να σταλεί αρχικά σε τρίτη χώρα και από εκεί να επιστραφεί τελικά σε ένα κράτος όπου κινδυνεύει από δίωξη, βασανιστήρια ή άλλη σοβαρή κακομεταχείριση.
Το πρόγραμμα έχει ήδη προκαλέσει σειρά δικαστικών προσφυγών στις ΗΠΑ και η ακριβής έκταση των δικαιωμάτων που πρέπει να παρέχονται στους μετανάστες πριν από μια τέτοια μεταφορά εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης νομικής αντιπαράθεσης.
Με την ένταξη της Λιβερίας στο δίκτυο των τρίτων χωρών, η Ουάσιγκτον δείχνει ότι σκοπεύει να συνεχίσει και να διευρύνει τη συγκεκριμένη στρατηγική. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει διπλό: κατά πόσο η πρακτική αυτή λειτουργεί πραγματικά ως αποτρεπτικό μέτρο για την παράτυπη μετανάστευση και κατά πόσο το οικονομικό, νομικό και ανθρωπιστικό της κόστος μπορεί να δικαιολογηθεί.
www.bankingnews.gr
Το αεροσκάφος με τους 20 αλλοδαπούς προσγειώθηκε στις 20 Αυγούστου 2026 στο διεθνές αεροδρόμιο Roberts, έξω από τη Μονρόβια, εγκαινιάζοντας τη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Λιβερίας.
Η κυβέρνηση της δυτικοαφρικανικής χώρας έχει συμφωνήσει να δεχθεί έως 1.200 υπηκόους τρίτων χωρών μέσα στους επόμενους 12 μήνες, καθιστώντας τη συμφωνία μία από τις μεγαλύτερες του είδους της στην Αφρική.
Κυρίως από Λατινική Αμερική
Ο υπουργός Πληροφοριών της Λιβερίας, Jerolinmek Piah, δήλωσε ότι μεγάλο μέρος των ανθρώπων που αναμένεται να μεταφερθούν στη χώρα θα προέρχεται από τη Λατινική Αμερική, αναφέροντας μεταξύ άλλων τη Βενεζουέλα, την Κούβα και την Κολομβία.
Οι αμερικανικές αρχές δεν έχουν δημοσιοποιήσει πλήρη κατάλογο με τις εθνικότητες των 20 ανθρώπων της πρώτης πτήσης.
Η Μονρόβια υποστηρίζει ότι οι νεοαφιχθέντες δεν θα αντιμετωπίζονται ως κρατούμενοι. Σύμφωνα με τις λιβεριανές αρχές, θα μπορούν να εγκαταλείψουν τη χώρα ή, εφόσον το επιθυμούν και πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, να ζητήσουν άσυλο στη Λιβερία.
Το δίκτυο των «τρίτων χωρών»
Η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ για τις απελάσεις.
Αντί ένας αλλοδαπός να επιστρέφει αποκλειστικά στη χώρα καταγωγής του, οι αμερικανικές αρχές επιχειρούν σε ορισμένες περιπτώσεις να τον μεταφέρουν σε ένα τρίτο κράτος που έχει συμφωνήσει να τον δεχθεί.
Σύμφωνα με το Third Country Deportation Watch, πρωτοβουλία που παρακολουθεί τις συγκεκριμένες συμφωνίες, η αμερικανική κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει συμφωνίες ή συνεννοήσεις με τουλάχιστον 35 χώρες, ενώ περισσότεροι από 23.000 άνθρωποι έχουν μεταφερθεί σε 26 κράτη. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από οργανώσεις που παρακολουθούν το πρόγραμμα και όχι από έναν ενιαίο επίσημο κατάλογο της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στην Αφρική, χώρες που έχουν δεχθεί ή συμφωνήσει να δεχθούν υπηκόους τρίτων χωρών περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη Γκάνα, τη Ρουάντα, τη Σιέρα Λεόνε, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
Αμερικανική χρηματοδότηση στη Λιβερία
Η οικονομική διάσταση της συμφωνίας έχει προκαλέσει επίσης συζήτηση.
Σύμφωνα με το Reuters, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαθέσουν 5 εκατ. δολάρια για τη διαχείριση του μεταναστευτικού προγράμματος στη Λιβερία. Η κυβέρνηση της χώρας επιμένει ότι δεν πρόκειται για οικονομικό αντάλλαγμα για την αποδοχή των απελαθέντων.
Παράλληλα, έχουν ανακοινωθεί ευρύτερα πακέτα αμερικανικής βοήθειας προς τη Λιβερία, ενώ η Ουάσιγκτον έχει επεκτείνει και τη διάρκεια ορισμένων θεωρήσεων εισόδου για Λιβεριανούς πολίτες. Ωστόσο, δεν είναι ακριβές να θεωρείται αυτομάτως ολόκληρη αυτή η βοήθεια ως άμεση πληρωμή για τις απελάσεις.
2.300 Μεξικανοί απελάθηκαν μέσω Γουατεμάλας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πολιτικής αποτελεί και η Γουατεμάλα.
Σύμφωνα με τις αρχές της χώρας, περίπου 2.300 Μεξικανοί υπήκοοι έχουν απελαθεί από τις ΗΠΑ προς τη Γουατεμάλα μέσα στο 2026, αντί να μεταφερθούν απευθείας στο Μεξικό.
Στη συνέχεια, οι περισσότεροι προωθούνται οδικώς προς τη χώρα καταγωγής τους, με τις σχετικές δαπάνες να καλύπτονται σε ορισμένες περιπτώσεις από τις ΗΠΑ ή το Μεξικό.
Η μεξικανική κυβέρνηση έχει εκφράσει αντιρρήσεις για την πρακτική, καθώς παραδοσιακά οι Μεξικανοί που απελαύνονταν από τις ΗΠΑ επέστρεφαν απευθείας μέσω των κοινών χερσαίων συνόρων.
Καταγγελίες για πολιτική αποτροπής μέσω φόβου
Οργανώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών υποστηρίζουν ότι η επιλογή μακρινών προορισμών δεν εξυπηρετεί μόνο διοικητικούς σκοπούς, αλλά λειτουργεί και ως μέσο αποτροπής.
Η λογική είναι ότι ένας μετανάστης που γνωρίζει πως μπορεί να σταλεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα καταγωγής του και από τα αμερικανικά σύνορα ενδέχεται να αποθαρρυνθεί από μια νέα προσπάθεια παράτυπης εισόδου στις ΗΠΑ.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι άνθρωποι που μεταφέρονται σε τρίτες χώρες έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει δικαστική προστασία από την επιστροφή στην πατρίδα τους λόγω κινδύνου βασανιστηρίων ή δίωξης.
Εκατομμύρια δολάρια για λίγες εκατοντάδες απελάσεις
Σοβαρά ερωτήματα έχουν προκύψει και για το κόστος του προγράμματος.
Έκθεση των Δημοκρατικών μελών της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, που δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, υποστήριξε ότι τουλάχιστον 32,3 εκατ. δολάρια καταβλήθηκαν απευθείας σε πέντε ξένες κυβερνήσεις για να δεχθούν υπηκόους τρίτων χωρών.
Όταν συνυπολογιστούν πτήσεις και άλλες δαπάνες, το συνολικό κόστος που εξέτασε η έκθεση ξεπερνά τα 40 εκατ. δολάρια.
Η περίπτωση της Ρουάντα είναι ενδεικτική. Η χώρα έλαβε 7,5 εκατ. δολάρια, ενώ έως τον Ιανουάριο του 2026 είχε παραλάβει μόλις επτά απελαθέντες — αντιστοιχία περίπου 1,1 εκατ. δολαρίων ανά άτομο, σύμφωνα με την έκθεση.
Η Ισημερινή Γουινέα έλαβε επίσης 7,5 εκατ. δολάρια και είχε δεχθεί 29 υπηκόους τρίτων χωρών.
Πάνω από 80% τελικά επέστρεψαν στις πατρίδες τους
Το στοιχείο που προκαλεί ίσως τα περισσότερα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής είναι ότι, σύμφωνα με την ίδια έκθεση της Γερουσίας, πάνω από το 80% των ανθρώπων που είχαν σταλεί σε τρίτες χώρες οι οποίες έλαβαν αμερικανική χρηματοδότηση είχαν ήδη επιστρέψει ή βρίσκονταν στη διαδικασία επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν τη μεταφορά ενός ανθρώπου σε μια τρίτη χώρα, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί τελικά ως ενδιάμεσος σταθμός πριν από την επιστροφή του στην πατρίδα του.
Νομικές και ανθρωπιστικές ενστάσεις
Η κυβέρνηση Trump υποστηρίζει ότι οι απελάσεις προς τρίτες χώρες αποτελούν νόμιμο και αναγκαίο εργαλείο, ιδιαίτερα όταν η χώρα καταγωγής ενός αλλοδαπού αρνείται να τον δεχθεί ή όταν υπάρχουν νομικά εμπόδια στην άμεση επιστροφή του.
Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντίθετα, προειδοποιούν για τον κίνδυνο της λεγόμενης «αλυσιδωτής επαναπροώθησης»: ένας άνθρωπος μπορεί να σταλεί αρχικά σε τρίτη χώρα και από εκεί να επιστραφεί τελικά σε ένα κράτος όπου κινδυνεύει από δίωξη, βασανιστήρια ή άλλη σοβαρή κακομεταχείριση.
Το πρόγραμμα έχει ήδη προκαλέσει σειρά δικαστικών προσφυγών στις ΗΠΑ και η ακριβής έκταση των δικαιωμάτων που πρέπει να παρέχονται στους μετανάστες πριν από μια τέτοια μεταφορά εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης νομικής αντιπαράθεσης.
Με την ένταξη της Λιβερίας στο δίκτυο των τρίτων χωρών, η Ουάσιγκτον δείχνει ότι σκοπεύει να συνεχίσει και να διευρύνει τη συγκεκριμένη στρατηγική. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει διπλό: κατά πόσο η πρακτική αυτή λειτουργεί πραγματικά ως αποτρεπτικό μέτρο για την παράτυπη μετανάστευση και κατά πόσο το οικονομικό, νομικό και ανθρωπιστικό της κόστος μπορεί να δικαιολογηθεί.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών