Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Esmaeil Baghaei, αντέδρασε έντονα στις αμερικανικές προαναγγελίες για δευτερογενείς κυρώσεις - Υποστήριξε ότι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν ισοδυναμεί με άσκηση αμερικανικής εξουσίας πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ και εις βάρος ανεξάρτητων κρατών, είναι παράνομη...
Η Τεχεράνη σκληραίνει τη στάση της και καταγγέλλει τις νέες αμερικανικές κυρώσεις ως απόπειρα οικονομικού στραγγαλισμού, ενώ παράλληλα επιχειρεί να μετατρέψει τον έλεγχο των Στενών του Hormuz και τις μεταβαλλόμενες περιφερειακές ισορροπίες σε μοχλό για ένα νέο σύστημα ασφάλειας με μικρότερη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Ιράν καταδίκασε τα σχέδια της Ουάσιγκτον για την επιβολή νέου γύρου οικονομικών κυρώσεων, προειδοποιώντας ότι τα μέτρα δεν θα πλήξουν μόνο την ήδη πιεσμένη ιρανική οικονομία, αλλά ενδέχεται να επηρεάσουν και βασικούς εμπορικούς εταίρους της χώρας, με σημαντικότερο την Κίνα.
Η νέα αντιπαράθεση σημειώνεται σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Παρότι αυτή τη στιγμή δεν καταγράφονται άμεσες ανταλλαγές πυρών μεταξύ των δύο πλευρών, δεν υπάρχουν ενδείξεις επανέναρξης ουσιαστικών ειρηνευτικών συνομιλιών.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, αναμένεται τη Δευτέρα (24/8) να παρουσιάσει το νέο πακέτο μέτρων, το οποίο έχει περιγράψει ως τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία» εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει παράλληλα να πιέσει τρίτες χώρες ώστε να περιορίσουν τις οικονομικές σχέσεις τους με την Τεχεράνη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η Κίνα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler για το 2025 που επικαλείται το Reuters, το Πεκίνο απορροφούσε περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου που μεταφέρονταν διά θαλάσσης.
Ο Donald Trump έχει προειδοποιήσει ότι οικονομικές συνέπειες μπορεί να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε χώρα προσφέρει στην Τεχεράνη αυτό που η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί οικονομική «σανίδα σωτηρίας».
Η Κίνα, από την πλευρά της, εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ της διπλωματικής επίλυσης της κρίσης.
Τεχεράνη: Οι δευτερογενείς κυρώσεις δεν έχουν βάση στο διεθνές δίκαιο
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Esmaeil Baghaei, αντέδρασε έντονα στις αμερικανικές προαναγγελίες.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X υποστήριξε ότι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν ισοδυναμεί με άσκηση αμερικανικής εξουσίας πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ και εις βάρος ανεξάρτητων κρατών.
Κατά την ιρανική θέση, τέτοιου είδους κυρώσεις δεν έχουν έρεισμα στο διεθνές δίκαιο και αποτελούν μηχανισμό μέσω του οποίου η Ουάσιγκτον επιχειρεί να επιβάλει την εξωτερική της πολιτική όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και στις χώρες που επιθυμούν να διατηρούν οικονομικές σχέσεις μαζί του.
Αυτή είναι πλέον μία από τις κεντρικές γραμμές της ιρανικής διπλωματίας: η Τεχεράνη επιχειρεί να παρουσιάσει την αντιπαράθεσή της με τις ΗΠΑ όχι αποκλειστικά ως διμερή σύγκρουση, αλλά ως ζήτημα κυριαρχίας και οικονομικής ανεξαρτησίας που αφορά ευρύτερα τις χώρες της περιοχής και μεγάλους εμπορικούς εταίρους, όπως η Κίνα.
Το Hormuz παραμένει βασικό διαπραγματευτικό όπλο
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στα Στενά του Hormuz παραμένει εξαιρετικά τεταμένη.
Η θαλάσσια κυκλοφορία έχει περιοριστεί δραματικά, καθώς η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι πλοία που επιχειρούν να διέλθουν χωρίς άδεια μπορεί να αποτελέσουν στόχο.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ναυτικό αποκλεισμό σε βάρος ιρανικών λιμένων και πλοίων.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της ανατροπής.
Την Πέμπτη (20/8) μόλις τέσσερα εμπορικά πλοία μεταφοράς εμπορευμάτων διέσχισαν την περιοχή, χωρίς μεταξύ αυτών να υπάρχουν μεγάλα δεξαμενόπλοια αργού ή πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Chris Wright ανέφερε ότι ο επταήμερος μέσος όρος της ποσότητας πετρελαίου που διακινείται μέσω των Στενών έχει υποχωρήσει περίπου στα 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι άνω των 20 εκατ. βαρελιών πριν από τον πόλεμο.
Πριν από τη σύγκρουση, από το Hormuz περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Για την Τεχεράνη, συνεπώς, τα Στενά δεν αποτελούν μόνο στρατιωτικό μέτωπο: Είναι ίσως ο ισχυρότερος οικονομικός και γεωπολιτικός μοχλός πίεσης που διαθέτει απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην παγκόσμια οικονομία.
Εξαίρεση για το Ιράκ
Μέσα στο γενικό καθεστώς περιορισμών, το Ιράν επέτρεψε το Σάββατο (22/8) σε αριθμό ιρακινών πετρελαιοφόρων να περάσουν από τα Στενά, ύστερα από επανειλημμένα αιτήματα της Βαγδάτης.
Η απόφαση συνδέθηκε με την πρόσφατη επίσκεψη στο Ιράκ του προέδρου του ιρανικού Κοινοβουλίου, Mohammad Bagher Ghalibaf, κατά την οποία η ελεύθερη διέλευση ιρακινών φορτίων αποτέλεσε ένα από τα βασικά αιτήματα της ιρακινής πλευράς.
Η κίνηση έχει και πολιτική διάσταση: επιτρέπει στην Τεχεράνη να δείχνει ότι μπορεί να διαφοροποιεί την πολιτική της στο Hormuz απέναντι σε γειτονικές χώρες με τις οποίες επιδιώκει στενότερη συνεργασία.


Ghalibaf: Αναζήτηση νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας
Ο Mohammad Bagher Ghalibaf επιχείρησε να συνδέσει τη σύγκρουση με μια πολύ ευρύτερη στρατηγική συζήτηση για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Υποστήριξε ότι το Ιράν έχει δεχθεί «πολλά μηνύματα» από γειτονικές χώρες που ενδιαφέρονται για νέες μορφές οικονομικής, πολιτικής και συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας.
Δεν διευκρίνισε ποιες κυβερνήσεις έχουν απευθυνθεί στην Τεχεράνη.
Η αναφορά του στα μηνύματα επιβεβαιώνεται και από το Reuters.
Στην ιρανική ανάγνωση, ο πόλεμος έχει καταδείξει τα όρια της παραδοσιακής αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας» στον Κόλπο.
Ο Ghalibaf κατηγόρησε την Ουάσιγτον ότι έθεσε ακόμη και την ασφάλεια των ίδιων των συμμάχων της σε κίνδυνο, επειδή έδωσε προτεραιότητα στα συμφέροντα του Ισραήλ.
Η λύση που προβάλλει η Τεχεράνη είναι η δημιουργία μιας περισσότερο «εγχώριας» και περιφερειακά ελεγχόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία οι χώρες της περιοχής θα εξαρτώνται λιγότερο από εξωτερικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Οι αμφιβολίες στον Περσικό Κόλπο και η νέα συμφωνία της Μέκκας
Το επιχείρημα του Ιράν βρίσκει έδαφος σε μία πραγματική αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στην περιοχή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι αραβικές χώρες υιοθετούν την ιρανική στρατηγική.
Στις 7 Αυγούστου, η Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα συμφωνία κοινής άμυνας, σύμφωνα με την οποία ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Η συμφωνία δεν περιγράφει αναλυτικά τις στρατιωτικές δεσμεύσεις κάθε χώρας και οι τρεις κυβερνήσεις τόνισαν ότι έχει αμυντικό χαρακτήρα και δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.
Η εξέλιξη έχει, ωστόσο, ισχυρό πολιτικό συμβολισμό.
Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του NATO, το Πακιστάν είναι η μοναδική μουσουλμανική χώρα με πυρηνικά όπλα και η Σαουδική Αραβία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές δυνάμεις του κόσμου.
Οι Financial Times εντάσουν - σε αναλυσή τους - τη συμφωνία σε μια ευρύτερη αναδιάταξη της περιφερειακής ασφάλειας, καθώς οι χώρες του Περσικού εξετάζουν τρόπους να συμπληρώσουν — όχι κατ' ανάγκη να εγκαταλείψουν — την παραδοσιακή σχέση ασφαλείας τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για την Τεχεράνη αυτό είναι πολιτικά χρήσιμο, επειδή ενισχύει το επιχείρημα ότι το αμερικανοκεντρικό σύστημα ασφαλείας δεν είναι πλέον η μοναδική διαθέσιμη επιλογή.
Δεν σημαίνει όμως ότι το νέο σχήμα είναι φιλοϊρανικό.
Αντιθέτως, ένα μέρος της λογικής του αφορά και την ανάγκη αποτροπής της ίδιας της ιρανικής ισχύος, παράλληλα με τις ανησυχίες για τη στρατιωτική πολιτική του Ισραήλ.
Νέες θαλάσσιες δομές ασφαλείας
Η Σαουδική Αραβία προωθεί παράλληλα μια πολυεθνική πρωτοβουλία θαλάσσιας ασφάλειας για την προστασία της Ερυθράς Θάλασσας, του Bab el-Mandeb και του Κόλπου του Aden.
Δεκατέσσερις χώρες, έχουν εκφράσει στήριξη στην προτεινόμενη συμμαχία.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν ταυτίζεται με το όραμα της Τεχεράνης και συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με την ανάγκη προστασίας της ναυσιπλοΐας από απειλές που προέρχονται και από δυνάμεις προσκείμενες στο Ιράν.
Αποτελεί, ωστόσο, ακόμη ένα σημάδι ότι οι περιφερειακές χώρες επιχειρούν να δημιουργήσουν δικούς τους μηχανισμούς ασφάλειας αντί να βασίζονται αποκλειστικά στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.

Ιράν και Ομάν διαπραγματεύονται για το Hormuz
Μια άλλη κρίσιμη εξέλιξη αφορά τις συνομιλίες μεταξύ Ιράν και Ομάν για ένα νέο πλαίσιο διαχείρισης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.
Σύμφωνα με τις προτάσεις που έχουν γίνει γνωστές, συζητείται ένα σύστημα στο οποίο το Ιράν θα έχει ρόλο στη διαχείριση της διαδρομής των πλοίων που εισέρχονται στον Κόλπο και το Oman της αντίστοιχης εξερχόμενης διαδρομής, μαζί με μηχανισμούς για την ασφάλεια και τις υπηρεσίες ναυσιπλοΐας.
Οι ακριβείς όροι δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και η Ουάσιγτον έχει αντιδράσει έντονα στην προοπτική μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να νομιμοποιήσει μεγαλύτερο ιρανικό έλεγχο πάνω στην κίνηση των πλοίων.
Για την Τεχεράνη, όμως, η συγκεκριμένη διαπραγμάτευση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να μετατραπεί η στρατιωτική επιρροή που απέκτησε στο Hormuz σε θεσμικό και πολιτικό πλεονέκτημα.
Η Τεχεράνη προβάλλει ότι διατηρεί τη στρατιωτική της ισχύ
Παρά τις σοβαρές απώλειες που έχει υποστεί η ιρανική αεροπορία και το ναυτικό από τις αμερικανικές επιθέσεις, η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να δείξει ότι οι βασικές πυραυλικές και μη επανδρωμένες δυνατότητές της παραμένουν λειτουργικές.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, αρχιστράτηγος Ali Abdollahi, προειδοποίησε ότι νέες στρατιωτικές απειλές θα αντιμετωπιστούν με ισχυρή απάντηση.
Κατά την επίσκεψή του σε υπόγεια εγκατάσταση παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, η οποία προβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση, υποστήριξε ότι η βιομηχανία έχει πλέον δυνατότητα παραγωγής μεγαλύτερης ποσότητας και βελτιωμένων οπλικών συστημάτων.
Η δημόσια προβολή της εγκατάστασης είχε σαφή αποτρεπτικό χαρακτήρα: η Τεχεράνη θέλει να πείσει τόσο την Ουάσιγκτον όσο και τις περιφερειακές πρωτεύουσες ότι παρά τις αμερικανικές επιθέσεις εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή πυραυλική ισχύ ώστε να προκαλέσει σημαντικό κόστος σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.
Στρατιωτική αποφασιστικότητα αλλά και μήνυμα για διαπραγμάτευση
Παρά τη σκληρή ρητορική, στο εσωτερικό της ιρανικής ηγεσίας εξακολουθούν να υπάρχουν δημόσιες εκκλήσεις για διπλωματική διέξοδο.
Ο πρόεδρος Masoud Pezeshkian δήλωσε ότι θα ήταν προτιμότερο ο πόλεμος να τερματιστεί τώρα, σε μια στιγμή κατά την οποία —κατά την εκτίμησή του— το Ιράν εξακολουθεί να βρίσκεται σε θέση ισχύος και μπορεί να διαπραγματευθεί χωρίς να εμφανίζεται ότι υποχωρεί.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει το διπλό μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Τεχεράνη: δεν αποδέχεται διαπραγμάτευση υπό την απειλή οικονομικής ή στρατιωτικής συνθηκολόγησης, αλλά δεν αποκλείει μια συμφωνία εφόσον θεωρήσει ότι αυτή θα αναγνωρίζει τα βασικά της συμφέροντα.
Η ιρανική στρατηγική μετά από έξι μήνες πολέμου
Από ιρανική σκοπιά, η νέα φάση της αντιπαράθεσης δεν αφορά πλέον μόνο την επιβίωση απέναντι στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις.
Η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για να αμφισβητήσει την παραδοσιακή περιφερειακή τάξη ασφαλείας που στηρίχθηκε επί δεκαετίες στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Το Hormuz, οι σχέσεις με το Ιράν και το Ομάν, οι ενεργειακές ροές προς την Κίνα και η προώθηση μιας «περιφερειακής» αρχιτεκτονικής ασφάλειας αποτελούν διαφορετικά κομμάτια της ίδιας στρατηγικής.
Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από όσο παρουσιάζει η ιρανική αφήγηση. Οι χώρες του Κόλπου μπορεί να αμφισβητούν πλέον την επάρκεια της αμερικανικής προστασίας, αλλά ταυτόχρονα παραμένουν βαθιά ανήσυχες για την ιρανική στρατιωτική ισχύ και τις επιθέσεις που έχουν δεχθεί κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Πολυκεντρικό σύστημα ασφαλείας
Επομένως, δεν διαμορφώνεται ακόμη ένας ενιαίος «αντιαμερικανικός» περιφερειακός συνασπισμός.
Αυτό που φαίνεται να αναδύεται είναι ένα πιο πολυκεντρικό σύστημα ασφαλείας, στο οποίο οι χώρες της περιοχής αναζητούν περισσότερες επιλογές: διατηρούν σχέσεις με τις ΗΠΑ, ενισχύουν παράλληλα δεσμούς με Τουρκία και Πακιστάν, επιχειρούν να συνεννοηθούν με το Iran και δημιουργούν νέες θαλάσσιες και στρατιωτικές συνεργασίες.
Για την Τεχεράνη, ακόμη και αυτή η περιορισμένη μετατόπιση αποτελεί στρατηγικό κέρδος: όσο οι περιφερειακές πρωτεύουσες θεωρούν ότι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον, τόσο περισσότερο χώρο αποκτά το Ιράν για να διεκδικήσει ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της περιοχής.
www.bankingnews.gr
Το Ιράν καταδίκασε τα σχέδια της Ουάσιγκτον για την επιβολή νέου γύρου οικονομικών κυρώσεων, προειδοποιώντας ότι τα μέτρα δεν θα πλήξουν μόνο την ήδη πιεσμένη ιρανική οικονομία, αλλά ενδέχεται να επηρεάσουν και βασικούς εμπορικούς εταίρους της χώρας, με σημαντικότερο την Κίνα.
Η νέα αντιπαράθεση σημειώνεται σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Παρότι αυτή τη στιγμή δεν καταγράφονται άμεσες ανταλλαγές πυρών μεταξύ των δύο πλευρών, δεν υπάρχουν ενδείξεις επανέναρξης ουσιαστικών ειρηνευτικών συνομιλιών.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, αναμένεται τη Δευτέρα (24/8) να παρουσιάσει το νέο πακέτο μέτρων, το οποίο έχει περιγράψει ως τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία» εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει παράλληλα να πιέσει τρίτες χώρες ώστε να περιορίσουν τις οικονομικές σχέσεις τους με την Τεχεράνη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η Κίνα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler για το 2025 που επικαλείται το Reuters, το Πεκίνο απορροφούσε περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου που μεταφέρονταν διά θαλάσσης.
Ο Donald Trump έχει προειδοποιήσει ότι οικονομικές συνέπειες μπορεί να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε χώρα προσφέρει στην Τεχεράνη αυτό που η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί οικονομική «σανίδα σωτηρίας».
Η Κίνα, από την πλευρά της, εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ της διπλωματικής επίλυσης της κρίσης.
Τεχεράνη: Οι δευτερογενείς κυρώσεις δεν έχουν βάση στο διεθνές δίκαιο
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Esmaeil Baghaei, αντέδρασε έντονα στις αμερικανικές προαναγγελίες.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X υποστήριξε ότι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν ισοδυναμεί με άσκηση αμερικανικής εξουσίας πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ και εις βάρος ανεξάρτητων κρατών.
Κατά την ιρανική θέση, τέτοιου είδους κυρώσεις δεν έχουν έρεισμα στο διεθνές δίκαιο και αποτελούν μηχανισμό μέσω του οποίου η Ουάσιγκτον επιχειρεί να επιβάλει την εξωτερική της πολιτική όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και στις χώρες που επιθυμούν να διατηρούν οικονομικές σχέσεις μαζί του.
Αυτή είναι πλέον μία από τις κεντρικές γραμμές της ιρανικής διπλωματίας: η Τεχεράνη επιχειρεί να παρουσιάσει την αντιπαράθεσή της με τις ΗΠΑ όχι αποκλειστικά ως διμερή σύγκρουση, αλλά ως ζήτημα κυριαρχίας και οικονομικής ανεξαρτησίας που αφορά ευρύτερα τις χώρες της περιοχής και μεγάλους εμπορικούς εταίρους, όπως η Κίνα.
Το Hormuz παραμένει βασικό διαπραγματευτικό όπλο
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στα Στενά του Hormuz παραμένει εξαιρετικά τεταμένη.
Η θαλάσσια κυκλοφορία έχει περιοριστεί δραματικά, καθώς η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι πλοία που επιχειρούν να διέλθουν χωρίς άδεια μπορεί να αποτελέσουν στόχο.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ναυτικό αποκλεισμό σε βάρος ιρανικών λιμένων και πλοίων.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της ανατροπής.
Την Πέμπτη (20/8) μόλις τέσσερα εμπορικά πλοία μεταφοράς εμπορευμάτων διέσχισαν την περιοχή, χωρίς μεταξύ αυτών να υπάρχουν μεγάλα δεξαμενόπλοια αργού ή πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Chris Wright ανέφερε ότι ο επταήμερος μέσος όρος της ποσότητας πετρελαίου που διακινείται μέσω των Στενών έχει υποχωρήσει περίπου στα 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι άνω των 20 εκατ. βαρελιών πριν από τον πόλεμο.
Πριν από τη σύγκρουση, από το Hormuz περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Για την Τεχεράνη, συνεπώς, τα Στενά δεν αποτελούν μόνο στρατιωτικό μέτωπο: Είναι ίσως ο ισχυρότερος οικονομικός και γεωπολιτικός μοχλός πίεσης που διαθέτει απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην παγκόσμια οικονομία.
Εξαίρεση για το Ιράκ
Μέσα στο γενικό καθεστώς περιορισμών, το Ιράν επέτρεψε το Σάββατο (22/8) σε αριθμό ιρακινών πετρελαιοφόρων να περάσουν από τα Στενά, ύστερα από επανειλημμένα αιτήματα της Βαγδάτης.
Η απόφαση συνδέθηκε με την πρόσφατη επίσκεψη στο Ιράκ του προέδρου του ιρανικού Κοινοβουλίου, Mohammad Bagher Ghalibaf, κατά την οποία η ελεύθερη διέλευση ιρακινών φορτίων αποτέλεσε ένα από τα βασικά αιτήματα της ιρακινής πλευράς.
Η κίνηση έχει και πολιτική διάσταση: επιτρέπει στην Τεχεράνη να δείχνει ότι μπορεί να διαφοροποιεί την πολιτική της στο Hormuz απέναντι σε γειτονικές χώρες με τις οποίες επιδιώκει στενότερη συνεργασία.


Ghalibaf: Αναζήτηση νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας
Ο Mohammad Bagher Ghalibaf επιχείρησε να συνδέσει τη σύγκρουση με μια πολύ ευρύτερη στρατηγική συζήτηση για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Υποστήριξε ότι το Ιράν έχει δεχθεί «πολλά μηνύματα» από γειτονικές χώρες που ενδιαφέρονται για νέες μορφές οικονομικής, πολιτικής και συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας.
Δεν διευκρίνισε ποιες κυβερνήσεις έχουν απευθυνθεί στην Τεχεράνη.
Η αναφορά του στα μηνύματα επιβεβαιώνεται και από το Reuters.
Στην ιρανική ανάγνωση, ο πόλεμος έχει καταδείξει τα όρια της παραδοσιακής αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας» στον Κόλπο.
Ο Ghalibaf κατηγόρησε την Ουάσιγτον ότι έθεσε ακόμη και την ασφάλεια των ίδιων των συμμάχων της σε κίνδυνο, επειδή έδωσε προτεραιότητα στα συμφέροντα του Ισραήλ.
Η λύση που προβάλλει η Τεχεράνη είναι η δημιουργία μιας περισσότερο «εγχώριας» και περιφερειακά ελεγχόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία οι χώρες της περιοχής θα εξαρτώνται λιγότερο από εξωτερικές στρατιωτικές δυνάμεις.
1/2 We’ve received numerous messages from neighboring countries about shaping new security arrangements and economic cooperation in the region.
— محمدباقر قالیباف | MB Ghalibaf (@mb_ghalibaf) August 22, 2026
The United States put the security of every single one of its allies at such risk…
Οι αμφιβολίες στον Περσικό Κόλπο και η νέα συμφωνία της Μέκκας
Το επιχείρημα του Ιράν βρίσκει έδαφος σε μία πραγματική αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στην περιοχή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι αραβικές χώρες υιοθετούν την ιρανική στρατηγική.
Στις 7 Αυγούστου, η Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα συμφωνία κοινής άμυνας, σύμφωνα με την οποία ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Η συμφωνία δεν περιγράφει αναλυτικά τις στρατιωτικές δεσμεύσεις κάθε χώρας και οι τρεις κυβερνήσεις τόνισαν ότι έχει αμυντικό χαρακτήρα και δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.
Η εξέλιξη έχει, ωστόσο, ισχυρό πολιτικό συμβολισμό.
Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του NATO, το Πακιστάν είναι η μοναδική μουσουλμανική χώρα με πυρηνικά όπλα και η Σαουδική Αραβία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές δυνάμεις του κόσμου.
Οι Financial Times εντάσουν - σε αναλυσή τους - τη συμφωνία σε μια ευρύτερη αναδιάταξη της περιφερειακής ασφάλειας, καθώς οι χώρες του Περσικού εξετάζουν τρόπους να συμπληρώσουν — όχι κατ' ανάγκη να εγκαταλείψουν — την παραδοσιακή σχέση ασφαλείας τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για την Τεχεράνη αυτό είναι πολιτικά χρήσιμο, επειδή ενισχύει το επιχείρημα ότι το αμερικανοκεντρικό σύστημα ασφαλείας δεν είναι πλέον η μοναδική διαθέσιμη επιλογή.
Δεν σημαίνει όμως ότι το νέο σχήμα είναι φιλοϊρανικό.
Αντιθέτως, ένα μέρος της λογικής του αφορά και την ανάγκη αποτροπής της ίδιας της ιρανικής ισχύος, παράλληλα με τις ανησυχίες για τη στρατιωτική πολιτική του Ισραήλ.
Νέες θαλάσσιες δομές ασφαλείας
Η Σαουδική Αραβία προωθεί παράλληλα μια πολυεθνική πρωτοβουλία θαλάσσιας ασφάλειας για την προστασία της Ερυθράς Θάλασσας, του Bab el-Mandeb και του Κόλπου του Aden.
Δεκατέσσερις χώρες, έχουν εκφράσει στήριξη στην προτεινόμενη συμμαχία.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν ταυτίζεται με το όραμα της Τεχεράνης και συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με την ανάγκη προστασίας της ναυσιπλοΐας από απειλές που προέρχονται και από δυνάμεις προσκείμενες στο Ιράν.
Αποτελεί, ωστόσο, ακόμη ένα σημάδι ότι οι περιφερειακές χώρες επιχειρούν να δημιουργήσουν δικούς τους μηχανισμούς ασφάλειας αντί να βασίζονται αποκλειστικά στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.

Ιράν και Ομάν διαπραγματεύονται για το Hormuz
Μια άλλη κρίσιμη εξέλιξη αφορά τις συνομιλίες μεταξύ Ιράν και Ομάν για ένα νέο πλαίσιο διαχείρισης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.
Σύμφωνα με τις προτάσεις που έχουν γίνει γνωστές, συζητείται ένα σύστημα στο οποίο το Ιράν θα έχει ρόλο στη διαχείριση της διαδρομής των πλοίων που εισέρχονται στον Κόλπο και το Oman της αντίστοιχης εξερχόμενης διαδρομής, μαζί με μηχανισμούς για την ασφάλεια και τις υπηρεσίες ναυσιπλοΐας.
Οι ακριβείς όροι δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και η Ουάσιγτον έχει αντιδράσει έντονα στην προοπτική μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να νομιμοποιήσει μεγαλύτερο ιρανικό έλεγχο πάνω στην κίνηση των πλοίων.
Για την Τεχεράνη, όμως, η συγκεκριμένη διαπραγμάτευση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να μετατραπεί η στρατιωτική επιρροή που απέκτησε στο Hormuz σε θεσμικό και πολιτικό πλεονέκτημα.
Η Τεχεράνη προβάλλει ότι διατηρεί τη στρατιωτική της ισχύ
Παρά τις σοβαρές απώλειες που έχει υποστεί η ιρανική αεροπορία και το ναυτικό από τις αμερικανικές επιθέσεις, η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να δείξει ότι οι βασικές πυραυλικές και μη επανδρωμένες δυνατότητές της παραμένουν λειτουργικές.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, αρχιστράτηγος Ali Abdollahi, προειδοποίησε ότι νέες στρατιωτικές απειλές θα αντιμετωπιστούν με ισχυρή απάντηση.
Κατά την επίσκεψή του σε υπόγεια εγκατάσταση παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, η οποία προβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση, υποστήριξε ότι η βιομηχανία έχει πλέον δυνατότητα παραγωγής μεγαλύτερης ποσότητας και βελτιωμένων οπλικών συστημάτων.
Η δημόσια προβολή της εγκατάστασης είχε σαφή αποτρεπτικό χαρακτήρα: η Τεχεράνη θέλει να πείσει τόσο την Ουάσιγκτον όσο και τις περιφερειακές πρωτεύουσες ότι παρά τις αμερικανικές επιθέσεις εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή πυραυλική ισχύ ώστε να προκαλέσει σημαντικό κόστος σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.
Στρατιωτική αποφασιστικότητα αλλά και μήνυμα για διαπραγμάτευση
Παρά τη σκληρή ρητορική, στο εσωτερικό της ιρανικής ηγεσίας εξακολουθούν να υπάρχουν δημόσιες εκκλήσεις για διπλωματική διέξοδο.
Ο πρόεδρος Masoud Pezeshkian δήλωσε ότι θα ήταν προτιμότερο ο πόλεμος να τερματιστεί τώρα, σε μια στιγμή κατά την οποία —κατά την εκτίμησή του— το Ιράν εξακολουθεί να βρίσκεται σε θέση ισχύος και μπορεί να διαπραγματευθεί χωρίς να εμφανίζεται ότι υποχωρεί.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει το διπλό μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Τεχεράνη: δεν αποδέχεται διαπραγμάτευση υπό την απειλή οικονομικής ή στρατιωτικής συνθηκολόγησης, αλλά δεν αποκλείει μια συμφωνία εφόσον θεωρήσει ότι αυτή θα αναγνωρίζει τα βασικά της συμφέροντα.
Η ιρανική στρατηγική μετά από έξι μήνες πολέμου
Από ιρανική σκοπιά, η νέα φάση της αντιπαράθεσης δεν αφορά πλέον μόνο την επιβίωση απέναντι στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις.
Η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για να αμφισβητήσει την παραδοσιακή περιφερειακή τάξη ασφαλείας που στηρίχθηκε επί δεκαετίες στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Το Hormuz, οι σχέσεις με το Ιράν και το Ομάν, οι ενεργειακές ροές προς την Κίνα και η προώθηση μιας «περιφερειακής» αρχιτεκτονικής ασφάλειας αποτελούν διαφορετικά κομμάτια της ίδιας στρατηγικής.
Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από όσο παρουσιάζει η ιρανική αφήγηση. Οι χώρες του Κόλπου μπορεί να αμφισβητούν πλέον την επάρκεια της αμερικανικής προστασίας, αλλά ταυτόχρονα παραμένουν βαθιά ανήσυχες για την ιρανική στρατιωτική ισχύ και τις επιθέσεις που έχουν δεχθεί κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Πολυκεντρικό σύστημα ασφαλείας
Επομένως, δεν διαμορφώνεται ακόμη ένας ενιαίος «αντιαμερικανικός» περιφερειακός συνασπισμός.
Αυτό που φαίνεται να αναδύεται είναι ένα πιο πολυκεντρικό σύστημα ασφαλείας, στο οποίο οι χώρες της περιοχής αναζητούν περισσότερες επιλογές: διατηρούν σχέσεις με τις ΗΠΑ, ενισχύουν παράλληλα δεσμούς με Τουρκία και Πακιστάν, επιχειρούν να συνεννοηθούν με το Iran και δημιουργούν νέες θαλάσσιες και στρατιωτικές συνεργασίες.
Για την Τεχεράνη, ακόμη και αυτή η περιορισμένη μετατόπιση αποτελεί στρατηγικό κέρδος: όσο οι περιφερειακές πρωτεύουσες θεωρούν ότι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον, τόσο περισσότερο χώρο αποκτά το Ιράν για να διεκδικήσει ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της περιοχής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών