Απόψε στις 21:00 ώρα Ελλάδας ο ΥΠΟΙΚ των ΗΠΑ, Scott Bessent αναμένεται να ανακοινώσει τι θα περιλαμβάνει η μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση στην Ιστορία
(Upd) Λίγες ώρες έχουν απομείνει πριν οι ΗΠΑ ανακοινώσουν το οικονομικό D-Day κατά του Ιράν, τις «πιο σκληρές κυρώσεις» που έχουν επιβληθεί ποτέ σε χώρα παγκοσμίως, με την Τεχεράνη πάντως να … χλευάζει τους Αμερικάνους.
Ιρανοί αξιωματούχοι διαμηνύουν πως το αμερικανικό οπλοστάσιο κυρώσεων έχει εξαντληθεί και κατηγορούν την κυβέρνηση Trump ότι αφού ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης και ξέμεινε από επιλογές, αποφάσισε να εξαπολύσει μια … οικονομική τρομοκρατία με στόχο την ιρανική κοινωνία…
Το Ιράν υποστηρίζει ότι η νέα κλιμάκωση δεν αποτελεί ένα πραγματικά καινούργιο όπλο, αλλά μια προσπάθεια να μετατραπεί η οικονομική πίεση σε ψυχολογικό σοκ και στέλνει ένα σαφές μήνυμα: «Μπορείτε να αυξήσετε το κόστος, δεν μπορείτε όμως να προκαλέσετε κατάρρευση…».
Σε αυτό το πλαίσιο ο αρχηγός του ιρανικού στρατού υποστηρίζει ότι το Ιράν είναι έτοιμο να αντισταθεί για τις ... επόμενες 10 με 20 γενιές...
Η απειλή Bessent για τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα εξαπολύσουν τη «μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση στην ιστορία» κατά του Ιράν (σ.σ. οι ανακοινώσεις αναμένονται σήμερα Δευτέρα 24/8 στις 21:00 ώρα Ελλάδας).
Η αμερικανική πίεση δεν στρέφεται μόνο εναντίον της Τεχεράνης, αλλά αφορά και τρίτες χώρες, τράπεζες, επιχειρήσεις και οικονομικά δίκτυα που διατηρούν συναλλαγές με το Ιράν.
Ο Bessent υποστήριξε ότι οποιαδήποτε χώρα λειτουργεί ως «χρηματοπιστωτική αρτηρία» για το Ιράν θα πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της απομόνωσης.
Κατά τον ίδιο, οι χώρες που συνδέουν την οικονομική τους πορεία με την Τεχεράνη κινδυνεύουν να κλείσουν τον δρόμο τους προς τη βιώσιμη ευημερία.
Η απειλή είναι επομένως ευρύτερη: στόχος δεν είναι μόνο να περιοριστούν οι ιρανικές συναλλαγές, αλλά να καταστεί οικονομικά και πολιτικά επικίνδυνη η συνεργασία τρίτων με το Ιράν.

Hemmati: «Οι ΗΠΑ έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τα πάντα»
Από την πλευρά του ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν Abdolnaser Hemmati επιχείρησε να αποδομήσει τη βαρύτητα των αμερικανικών εξαγγελιών.
Χαρακτήρισε τις δηλώσεις του Bessent «πολεμικές κορόνες» και υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον έχει ήδη χρησιμοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια σχεδόν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της στις πετρελαϊκές και τραπεζικές κυρώσεις.
Κατά τον Hemmati, δεν υπάρχει πλέον κάποιο εντελώς νέο διαρθρωτικό μέτρο που θα μπορούσε να μεταβάλει από μόνο του τους συσχετισμούς.
Ο Ιρανός κεντρικός τραπεζίτης παρέπεμψε μάλιστα στην εμπειρία της περιόδου 2020–2021, όταν τα κρατικά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο είχαν, όπως ανέφερε, περιοριστεί σε περίπου 7 δισ. δολάρια.
Παρά την πίεση, υποστήριξε, το κράτος και η οικονομία δεν κατέρρευσαν.
«Άλλο οικονομική πίεση, άλλο κατάρρευση»
Ο Hemmati έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη διάκριση ανάμεσα στις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και στην κατάρρευση ενός οικονομικού συστήματος.
Η Τεχεράνη δεν αρνείται ότι οι κυρώσεις έχουν κόστος.
Αντιθέτως, Ιρανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι η πίεση επηρεάζει τις συναλλαγές, την πρόσβαση σε συνάλλαγμα, τις επιχειρήσεις και το επίπεδο διαβίωσης.
Αυτό που απορρίπτουν είναι το σενάριο ότι η πίεση αυτή θα οδηγήσει νομοτελειακά σε παράλυση του κράτους.
Σύμφωνα με τον Hemmati, ο πραγματικός στόχος είναι να δημιουργηθεί στην κοινωνία η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει έξοδος», ότι η οικονομία βρίσκεται στα όριά της και ότι η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη.
Η ιρανική πλευρά επιμένει ότι, παρά τις σοβαρές δυσκολίες, η παραγωγή και οι οικονομικές συναλλαγές συνεχίζονται.

Gharibabadi: «Αν έχουμε καταστραφεί, γιατί χρειάζεστε τα πάντα εναντίον μας;»
Την πιο αιχμηρή πολιτική απάντηση έδωσε ωστόσο ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν Kazem Gharibabadi.
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, επιχείρησε να αναδείξει αυτό που η Τεχεράνη παρουσιάζει ως βασική αντίφαση της αμερικανικής επιχειρηματολογίας.
Απευθυνόμενος στον Bessent, έθεσε ουσιαστικά το ερώτημα: «Εάν, όπως υποστηρίζουν οι ΗΠΑ, η στρατιωτική ικανότητα του Ιράν έχει εξαρθρωθεί, τα στρατιωτικά του εργοστάσια έχουν καταστραφεί και το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει συντριβεί, τότε γιατί απαιτείται τώρα η κινητοποίηση του συνόλου σχεδόν της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής ισχύος;».
Για τον Gharibabadi, η ίδια η ένταση της νέας αμερικανικής πίεσης αποτελεί ένδειξη ότι οι προηγούμενοι στόχοι δεν επιτεύχθηκαν όπως παρουσιάζονται από την Ουάσιγκτον.
Η Τεχεράνη επενδύει σε BRICS, Σαγκάη και γειτονικές χώρες
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Esmaeil Baghaei υποστήριξε ότι το Ιράν δεν ήταν εκείνο που ξεκίνησε την ένταση και ότι θα υπερασπιστεί τα εθνικά και εδαφικά του δικαιώματα.
Παράλληλα, έδειξε προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων εκτός του δυτικού συστήματος.
Η συμμετοχή και συνεργασία σε πολυμερή σχήματα όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, καθώς και η ανάπτυξη σχέσεων με γειτονικές χώρες όπως το Πακιστάν, το Ομάν και το Αφγανιστάν, παρουσιάζονται από την Τεχεράνη ως βασικός μηχανισμός περιορισμού της αποτελεσματικότητας των δυτικών κυρώσεων.
Η στρατηγική είναι προφανής: όσο περισσότερες εμπορικές, τραπεζικές και πολιτικές διαδρομές παραμένουν ανοιχτές εκτός δυτικού ελέγχου, τόσο δυσκολότερος γίνεται ένας πλήρης οικονομικός αποκλεισμός.

Τα Στενά του Hormuz στο επίκεντρο
Στην αντιπαράθεση παρεμβαίνει αναπόφευκτα και το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας.
Ο Mohsen Rezaei έχει αναφερθεί στις «κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης σε σχέση με την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής και τα Στενά του Hormuz.
Παράλληλα, ο Mohammad Bagher Ghalibaf έδωσε βάρος στην ανάγκη δημιουργίας νέων περιφερειακών μηχανισμών ασφάλειας και οικονομικής συνεργασίας.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η ιρανική πλευρά είναι ότι η οικονομική απομόνωση του Ιράν δεν αποτελεί μια διαδικασία χωρίς κόστος για τους υπόλοιπους παίκτες της περιοχής.

Hossein Mohibi (Φρουροί της Επανάστασης): «Αυτός είναι πόλεμος αντιλήψεων»
Ακόμη πιο σκληρή είναι η προσέγγιση του εκπροσώπου των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης Hossein Mohibi.
Ο Mohibi περιγράφει τη σύγκρουση όχι μόνο ως στρατιωτικό ή οικονομικό πόλεμο, αλλά ως μάχη για το πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.
Κατά την ανάλυσή του, ακόμη και στρατιωτικές επιθέσεις σε στόχους περιορισμένης επιχειρησιακής αξίας μπορούν να εξυπηρετούν έναν πολύ ευρύτερο σκοπό: να δημιουργήσουν την εικόνα ότι το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τις δομές του και ότι ο αντίπαλος μπορεί να πλήξει οπουδήποτε, οποτεδήποτε.
Ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα επιθέσεις σε σημεία ελέγχου και εγκαταστάσεις που, όπως υποστήριξε, δεν είχαν καθοριστική στρατιωτική αξία.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον Mohibi, ήταν η εικόνα.
Η δημιουργία φόβου.
Η αίσθηση ότι «τα πάντα έχουν χτυπηθεί».
Και κυρίως η πεποίθηση ότι η κρατική και στρατιωτική δομή βρίσκεται ένα βήμα πριν από την παράλυση.
Η στοχοποίηση της ηγεσίας και το στοίχημα της παράλυσης
Ο Mohibi αναφέρθηκε επίσης στη στοχοποίηση υψηλόβαθμων πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών κατά την έναρξη των συγκρούσεων.
Κατά τον ίδιο, η λογική πίσω από τέτοιες κινήσεις ήταν να καλλιεργηθεί η εικόνα ενός συστήματος το οποίο εξαρτάται από έναν μικρό αριθμό προσώπων.
Εάν αυτά τα πρόσωπα εξουδετερώνονταν, συνέχισε, ο αντίπαλος εκτιμούσε ότι θα δημιουργούνταν κενό διοίκησης και ότι η κρατική μηχανή θα παρέλυε.
Ο Mohibi ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν συνέβη.
Όπως είπε, οι θεσμοί συνέχισαν να λειτουργούν, οι κρατικές εξουσίες εξακολούθησαν να ασκούν τα καθήκοντά τους και οι ένοπλες δυνάμεις συνέχισαν τις αποστολές τους.
Παρόμοια εικόνα παρουσίασε και για τις βάσεις της Basij και τα σημεία ελέγχου: ακόμη και όταν εγκαταστάσεις πλήττονταν, οι δυνάμεις αναπτύσσονταν σε διαφορετικά σημεία και συνέχιζαν τη δράση τους.

Ο πόλεμος των δευτερολέπτων: AI, drones, δορυφόροι και αισθητήρες
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία των δηλώσεων του Mohibi αφορά τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία έχει αλλάξει τη σύγχρονη πολεμική αναμέτρηση.
Κατά την περιγραφή του, στο πεδίο χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα τεχνητή νοημοσύνη, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, ανοικτά και εμπορικά δεδομένα, δορυφορικές πληροφορίες, drones, ραντάρ και πολλαπλοί αισθητήρες.
Τα δεδομένα, είπε, συλλέγονται και συνδυάζονται από διαφορετικές πηγές, αναλύονται από έξυπνα συστήματα και επιτρέπουν δραστική μείωση του χρόνου ανάμεσα στον εντοπισμό ενός στόχου και στο πλήγμα.
Εκεί όπου κάποτε απαιτούνταν λεπτά, υποστήριξε, σήμερα μπορούν να απαιτούνται δευτερόλεπτα.
Αυτή ακριβώς η συμπίεση του χρόνου λήψης αποφάσεων αποτελεί, κατά τον Mohibi, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του σύγχρονου τεχνολογικού πολέμου.
«Η AI μπορεί να εντοπίσει ένα όπλο — όχι όμως την κοινωνική συνοχή»
Ο Mohibi υποστήριξε ότι η τεχνολογική υπεροχή έχει και όρια.
Ραντάρ, δορυφόροι και αισθητήρες μπορούν, όπως είπε, να εντοπίζουν εξοπλισμό, εγκαταστάσεις και στρατιωτικές κινήσεις.
Δεν μπορούν όμως να μετρήσουν εύκολα κάτι πολύ πιο άυλο: τη συνοχή μιας κοινωνίας.
Ο εκπρόσωπος των Φρουρών παρουσίασε τη συνεργασία κράτους, ενόπλων δυνάμεων και κοινωνίας, καθώς και τον παραμερισμό εσωτερικών διαφορών σε περίοδο σύγκρουσης, ως κρίσιμο στοιχείο ισχύος.
Όπως υποστήριξε, αυτό είναι ένα μέγεθος που δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως σε αλγόριθμους και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

«Και εμείς πολεμήσαμε τεχνολογικά»
Ο Mohibi απέρριψε επίσης την εικόνα ενός τεχνολογικά ανίσχυρου Ιράν απέναντι σε έναν τεχνολογικά ανώτερο αντίπαλο.
«Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι ο αντίπαλος διαθέτει τεχνολογία και εμείς όχι», ανέφερε.
Κατά τον ίδιο, το Ιράν επιχείρησε να χαρτογραφήσει όχι μόνο μεμονωμένους στρατιωτικούς στόχους, αλλά ολόκληρα δίκτυα επιχειρησιακής ισχύος.
Η λογική που περιέγραψε είναι αυτή του network warfare: ένα ραντάρ δεν είναι απλώς μια εγκατάσταση, αλλά το «μάτι» ενός συστήματος· ένα κέντρο διοίκησης δεν είναι απλώς ένα κτίριο, αλλά τμήμα του «εγκεφάλου» του δικτύου· ένα αεροσκάφος ή ένα drone δεν αποτελεί μόνο ένα οπλικό σύστημα, αλλά έναν κόμβο μέσα σε μια μεγαλύτερη επιχειρησιακή αλυσίδα.
Ακόμη και μια δεξαμενή καυσίμων, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία εφόσον η απώλειά της επηρεάζει ολόκληρο τον κύκλο των αεροπορικών επιχειρήσεων.
Ισχυρισμοί για προηγμένες ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες
Ο Mohibi υποστήριξε ακόμη ότι οι ιρανικοί πύραυλοι έχουν εξελιχθεί τεχνολογικά.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν πρόκειται πλέον μόνο για συστήματα που κατευθύνονται προς ένα προκαθορισμένο σημείο, αλλά για όπλα που μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να μεταβάλλουν πορεία κατά την πτήση και να ακολουθούν τον στόχο τους.

«Δεν σταμάτησαν από ανθρωπισμό - σταμάτησαν μπροστά στην ισχύ»
Ο Mohibi επέλεξε ιδιαίτερα επιθετική γλώσσα όταν αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, οι ΗΠΑ δεν συνέχισαν τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Έθεσε το ερώτημα εάν ένας αντίπαλος που είχε ήδη προχωρήσει σε εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις θα σταματούσε εξαιτίας ανθρωπιστικών ή ηθικών ενδοιασμών.
Η δική του απάντηση ήταν κατηγορηματική: αυτό που, κατά την άποψή του, υποχρέωσε την άλλη πλευρά να σταματήσει ήταν η ισχύς και η βούληση του ιρανικού λαού.
Παρά τη θριαμβευτική ρητορική, ο Mohibi παραδέχθηκε ότι υπάρχουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ακρίβεια.
Υποστήριξε ωστόσο ότι σε συνθήκες πολέμου τέτοιες δυσκολίες είναι αναμενόμενες και επιχείρησε να τις εντάξει σε μια ευρύτερη αφήγηση περί εθνικής αντοχής.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της αντιπαράθεσης.
Η αμερικανική οικονομική στρατηγική επιδιώκει να μεταφέρει την εξωτερική πίεση στο εσωτερικό κοινωνικό πεδίο.
Η Τεχεράνη, από την άλλη, προσπαθεί να εμποδίσει τη μετατροπή της οικονομικής δυσφορίας σε πολιτική και κοινωνική αποσταθεροποίηση.
«Μεταφέραμε τη στρατηγική τρωτότητα στην άλλη πλευρά»
Ένα ακόμη στοιχείο που τόνισε ο Mohibi ήταν αυτό που ονόμασε «μεταφορά στρατηγικής τρωτότητας».
Κατά τον ίδιο, οι ΗΠΑ ιστορικά επιδιώκουν να διεξάγουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις μακριά από το έδαφός τους, μεταφέροντας το κόστος και τις συνέπειες σε τρίτες χώρες ή σε περιοχές όπου φιλοξενούνται αμερικανικές δυνάμεις.
Η ιρανική στρατηγική, όπως την περιέγραψε, επιχείρησε να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε ζημιά σε κρίσιμες ιρανικές υποδομές θα μπορούσε να επιφέρει αντίστοιχο στρατηγικό κόστος σε υποδομές, εγκαταστάσεις και συμφέροντα που συνδέονται με την αντίπαλη πλευρά.
Ο Mohibi αναφέρθηκε ειδικά σε επιθέσεις σε εγκαταστάσεις και στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στην Asaluyeh.
Όπως είπε, το Ιράν απάντησε με κύμα πυραυλικών επιθέσεων εναντίον υποδομών, συμφερόντων και συνδεδεμένων κέντρων της άλλης πλευράς, καθώς και εναντίον του Ισραήλ, το οποίο στο Tasnim αναφέρεται με τον πάγιο χαρακτηρισμό της ιρανικής κρατικής ρητορικής.
Ο Mohibi υποστήριξε επίσης ότι οι εκτιμήσεις περί ταχείας εξάντλησης του ιρανικού πυραυλικού αποθέματος δεν επαληθεύτηκαν και ότι η παραγωγική δυνατότητα της χώρας συνέχισε να λειτουργεί.

Η ιρανική αφήγηση για τη φθορά των αμερικανικών αποθεμάτων
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρατεταμένη αναμέτρηση προκάλεσε φθορά και σε στρατηγικά αποθέματα της αμερικανικής πλευράς.
Ο Mohibi συνέδεσε αυτό το επιχείρημα με το αμερικανικό στρατιωτικό δόγμα και την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκρίνονται ταυτόχρονα σε πολλαπλά μέτωπα.
Έθεσε μάλιστα το ερώτημα τι θα συνέβαινε σε περίπτωση παράλληλης σοβαρής κρίσης στον δυτικό Ειρηνικό ή μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης με την Κίνα ή τη Ρωσία.
Πρόκειται, και σε αυτή την περίπτωση, για την εκτίμηση που παρουσίασε ο Ιρανός αξιωματούχος και όχι για ανεξάρτητη αποτίμηση των αμερικανικών στρατιωτικών αποθεμάτων.
Για τον Mohibi, η σημερινή οικονομική κλιμάκωση δεν είναι ανεξάρτητη από όσα προηγήθηκαν.
Τη βλέπει ως συνέχεια του πολέμου με διαφορετικά μέσα.
Κατά τον ίδιο, οι ΗΠΑ άλλαξαν μέτωπο επειδή δεν κατάφεραν να επιτύχουν εύκολα τους στόχους τους στο στρατιωτικό πεδίο και στράφηκαν πλέον στην οικονομική πίεση.
Αυτή είναι και η βασική γραμμή που διατρέχει ολόκληρη την ιρανική αφήγηση: Από τους πυραύλους στις τράπεζες.
Από τα drones στις κυρώσεις. Από την καταστροφή στρατιωτικών στόχων στην προσπάθεια εξάντλησης της κοινωνίας.
Τα Στενά του Hormuz και η μάχη του συμβολισμού
Ο Mohibi υποστήριξε ακόμη ότι οι αρχικοί στόχοι της αντίπαλης πλευράς ήταν πολύ ευρύτεροι — από την παράδοση και τη διάλυση του Ιράν έως, όπως ισχυρίστηκε, την αλλαγή των συνόρων της χώρας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι στόχοι αυτοί περιορίστηκαν στη συνέχεια στην επιδίωξη διατήρησης ανοικτών των Στενών του Hormuz.
Ισχυρίστηκε ότι παρά τη χρησιμοποίηση μαχητικών αεροσκαφών, ιπτάμενων τάνκερ, αεροσκαφών υποστήριξης και drones, οι Αμερικανοί δεν πέτυχαν ούτε αυτόν τον στόχο με τον τρόπο που επιθυμούσαν.
Amir Hatami (αρχηγός στρατού Ιράν): «Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος βούλησης»
Στο ίδιο κλίμα, ο αρχηγός του ιρανικού Στρατού Amir Hatami συνέδεσε τη στρατιωτική ετοιμότητα με ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής και πολιτικής ανθεκτικότητας.
Ο Hatami, σε τελετή για την εγκαινίαση περισσότερων από 1.000 υπηρεσιακών κατοικιών και άλλων εγκαταστάσεων των Χερσαίων Δυνάμεων, ανέφερε τέσσερις βασικούς άξονες: τη συνέργεια μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων, την ενίσχυση της μαχητικής ικανότητας, την αναβάθμιση της ιδεολογικής και πνευματικής συνοχής και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του προσωπικού.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς συνδέει την κοινωνική πολιτική με την άμυνα.
Κατά τον Hatami, η μαχητική ετοιμότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από όπλα και εξοπλισμό.
Το σημαντικότερο κεφάλαιο ενός στρατού, είπε, είναι το ανθρώπινο δυναμικό.

«Ο πόλεμος δεν είναι πια μόνο όπλα και εξοπλισμός»
Ο Hatami ήταν ακόμη πιο σαφής όταν περιέγραψε τη φύση της σημερινής σύγκρουσης.
«Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος βούλησης, ιδεών και ανθεκτικότητας των λαών», δήλωσε.
Κατά τον ίδιο, ο αντίπαλος μπορεί να απέτυχε να επιτύχει ορισμένους στόχους, αλλά δεν εγκατέλειψε τον σχεδιασμό νέων απειλών.
Γι’ αυτό, είπε, οι ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις παρακολουθούν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σενάρια και προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο.
«Το Ιράν δεν θα γίνει πεδίο δοκιμών»
Ο αρχηγός του ιρανικού Στρατού χρησιμοποίησε εξίσου σκληρή γλώσσα απέναντι στις εξωτερικές απειλές.
Υποστήριξε ότι το Ιράν δεν θα επιτρέψει να μετατραπεί σε «πεδίο δοκιμών» για τις επιδιώξεις των αντιπάλων του και ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις θα απαντήσουν σε οποιαδήποτε επίθεση.
Προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας ότι η χώρα είναι έτοιμη να αντισταθεί ακόμη και για «10 ή 20 γενιές» προκειμένου να μην επιτρέψει σε μια εξωτερική δύναμη να επιβάλει αλλαγές στον χάρτη της.
Από τον πόλεμο των όπλων στον πόλεμο των νεύρων
Η νέα φάση της αμερικανοϊρανικής σύγκρουσης μοιάζει να απομακρύνεται από τη στενή έννοια μιας συμβατικής αναμέτρησης.
Το πεδίο έχει διευρυνθεί.
Οι τράπεζες γίνονται όπλα.
Οι εμπορικές διαδρομές μετατρέπονται σε μέτωπα.
Τα δεδομένα γίνονται πυρομαχικά.
Η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει τον χρόνο του πολέμου σε δευτερόλεπτα.
Τα μέσα ενημέρωσης μετατρέπονται σε μηχανισμούς διαμόρφωσης ηθικού.
Και η κοινωνική συνοχή αποκτά σχεδόν την ίδια στρατηγική σημασία με ένα οπλικό σύστημα.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει δραματικά το κόστος για το Ιράν και για όσους συνεχίζουν να συνεργάζονται μαζί του.
Η Τεχεράνη, από την άλλη, επιχειρεί να πείσει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ότι το αμερικανικό οπλοστάσιο πίεσης έχει πλέον φτάσει στα όριά του.
Το ποια από τις δύο εκτιμήσεις θα επιβεβαιωθεί δεν θα κριθεί μόνο στις δηλώσεις υπουργών και στρατηγών.
Θα κριθεί στην πραγματική οικονομία.
Στην αντοχή των εμπορικών δικτύων.
Στη δυνατότητα του Ιράν να εξασφαλίζει συνάλλαγμα και εξαγωγές.
Στη συμπεριφορά των χωρών που θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στην αμερικανική πίεση και στη συνέχιση της συνεργασίας με την Τεχεράνη.
Και πάνω απ’ όλα, θα κριθεί σε ένα μέτωπο που καμία πλευρά δεν μπορεί να αγνοήσει: στο πόσο ακόμη κόστος είναι διατεθειμένη - και ικανή - να αντέξει η κοινωνία.
www.bankingnews.gr
Ιρανοί αξιωματούχοι διαμηνύουν πως το αμερικανικό οπλοστάσιο κυρώσεων έχει εξαντληθεί και κατηγορούν την κυβέρνηση Trump ότι αφού ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης και ξέμεινε από επιλογές, αποφάσισε να εξαπολύσει μια … οικονομική τρομοκρατία με στόχο την ιρανική κοινωνία…
Το Ιράν υποστηρίζει ότι η νέα κλιμάκωση δεν αποτελεί ένα πραγματικά καινούργιο όπλο, αλλά μια προσπάθεια να μετατραπεί η οικονομική πίεση σε ψυχολογικό σοκ και στέλνει ένα σαφές μήνυμα: «Μπορείτε να αυξήσετε το κόστος, δεν μπορείτε όμως να προκαλέσετε κατάρρευση…».
Σε αυτό το πλαίσιο ο αρχηγός του ιρανικού στρατού υποστηρίζει ότι το Ιράν είναι έτοιμο να αντισταθεί για τις ... επόμενες 10 με 20 γενιές...
Η απειλή Bessent για τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα εξαπολύσουν τη «μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση στην ιστορία» κατά του Ιράν (σ.σ. οι ανακοινώσεις αναμένονται σήμερα Δευτέρα 24/8 στις 21:00 ώρα Ελλάδας).
Η αμερικανική πίεση δεν στρέφεται μόνο εναντίον της Τεχεράνης, αλλά αφορά και τρίτες χώρες, τράπεζες, επιχειρήσεις και οικονομικά δίκτυα που διατηρούν συναλλαγές με το Ιράν.
Ο Bessent υποστήριξε ότι οποιαδήποτε χώρα λειτουργεί ως «χρηματοπιστωτική αρτηρία» για το Ιράν θα πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της απομόνωσης.
Κατά τον ίδιο, οι χώρες που συνδέουν την οικονομική τους πορεία με την Τεχεράνη κινδυνεύουν να κλείσουν τον δρόμο τους προς τη βιώσιμη ευημερία.
Η απειλή είναι επομένως ευρύτερη: στόχος δεν είναι μόνο να περιοριστούν οι ιρανικές συναλλαγές, αλλά να καταστεί οικονομικά και πολιτικά επικίνδυνη η συνεργασία τρίτων με το Ιράν.

Hemmati: «Οι ΗΠΑ έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τα πάντα»
Από την πλευρά του ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν Abdolnaser Hemmati επιχείρησε να αποδομήσει τη βαρύτητα των αμερικανικών εξαγγελιών.
Χαρακτήρισε τις δηλώσεις του Bessent «πολεμικές κορόνες» και υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον έχει ήδη χρησιμοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια σχεδόν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της στις πετρελαϊκές και τραπεζικές κυρώσεις.
Κατά τον Hemmati, δεν υπάρχει πλέον κάποιο εντελώς νέο διαρθρωτικό μέτρο που θα μπορούσε να μεταβάλει από μόνο του τους συσχετισμούς.
Ο Ιρανός κεντρικός τραπεζίτης παρέπεμψε μάλιστα στην εμπειρία της περιόδου 2020–2021, όταν τα κρατικά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο είχαν, όπως ανέφερε, περιοριστεί σε περίπου 7 δισ. δολάρια.
Παρά την πίεση, υποστήριξε, το κράτος και η οικονομία δεν κατέρρευσαν.
«Άλλο οικονομική πίεση, άλλο κατάρρευση»
Ο Hemmati έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη διάκριση ανάμεσα στις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και στην κατάρρευση ενός οικονομικού συστήματος.
Η Τεχεράνη δεν αρνείται ότι οι κυρώσεις έχουν κόστος.
Αντιθέτως, Ιρανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι η πίεση επηρεάζει τις συναλλαγές, την πρόσβαση σε συνάλλαγμα, τις επιχειρήσεις και το επίπεδο διαβίωσης.
Αυτό που απορρίπτουν είναι το σενάριο ότι η πίεση αυτή θα οδηγήσει νομοτελειακά σε παράλυση του κράτους.
Σύμφωνα με τον Hemmati, ο πραγματικός στόχος είναι να δημιουργηθεί στην κοινωνία η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει έξοδος», ότι η οικονομία βρίσκεται στα όριά της και ότι η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη.
Η ιρανική πλευρά επιμένει ότι, παρά τις σοβαρές δυσκολίες, η παραγωγή και οι οικονομικές συναλλαγές συνεχίζονται.
Gharibabadi: «Αν έχουμε καταστραφεί, γιατί χρειάζεστε τα πάντα εναντίον μας;»
Την πιο αιχμηρή πολιτική απάντηση έδωσε ωστόσο ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν Kazem Gharibabadi.
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, επιχείρησε να αναδείξει αυτό που η Τεχεράνη παρουσιάζει ως βασική αντίφαση της αμερικανικής επιχειρηματολογίας.
Απευθυνόμενος στον Bessent, έθεσε ουσιαστικά το ερώτημα: «Εάν, όπως υποστηρίζουν οι ΗΠΑ, η στρατιωτική ικανότητα του Ιράν έχει εξαρθρωθεί, τα στρατιωτικά του εργοστάσια έχουν καταστραφεί και το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει συντριβεί, τότε γιατί απαιτείται τώρα η κινητοποίηση του συνόλου σχεδόν της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής ισχύος;».
Για τον Gharibabadi, η ίδια η ένταση της νέας αμερικανικής πίεσης αποτελεί ένδειξη ότι οι προηγούμενοι στόχοι δεν επιτεύχθηκαν όπως παρουσιάζονται από την Ουάσιγκτον.
Η Τεχεράνη επενδύει σε BRICS, Σαγκάη και γειτονικές χώρες
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Esmaeil Baghaei υποστήριξε ότι το Ιράν δεν ήταν εκείνο που ξεκίνησε την ένταση και ότι θα υπερασπιστεί τα εθνικά και εδαφικά του δικαιώματα.
Παράλληλα, έδειξε προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων εκτός του δυτικού συστήματος.
Η συμμετοχή και συνεργασία σε πολυμερή σχήματα όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, καθώς και η ανάπτυξη σχέσεων με γειτονικές χώρες όπως το Πακιστάν, το Ομάν και το Αφγανιστάν, παρουσιάζονται από την Τεχεράνη ως βασικός μηχανισμός περιορισμού της αποτελεσματικότητας των δυτικών κυρώσεων.
Η στρατηγική είναι προφανής: όσο περισσότερες εμπορικές, τραπεζικές και πολιτικές διαδρομές παραμένουν ανοιχτές εκτός δυτικού ελέγχου, τόσο δυσκολότερος γίνεται ένας πλήρης οικονομικός αποκλεισμός.

Τα Στενά του Hormuz στο επίκεντρο
Στην αντιπαράθεση παρεμβαίνει αναπόφευκτα και το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας.
Ο Mohsen Rezaei έχει αναφερθεί στις «κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης σε σχέση με την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής και τα Στενά του Hormuz.
Παράλληλα, ο Mohammad Bagher Ghalibaf έδωσε βάρος στην ανάγκη δημιουργίας νέων περιφερειακών μηχανισμών ασφάλειας και οικονομικής συνεργασίας.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η ιρανική πλευρά είναι ότι η οικονομική απομόνωση του Ιράν δεν αποτελεί μια διαδικασία χωρίς κόστος για τους υπόλοιπους παίκτες της περιοχής.

Hossein Mohibi (Φρουροί της Επανάστασης): «Αυτός είναι πόλεμος αντιλήψεων»
Ακόμη πιο σκληρή είναι η προσέγγιση του εκπροσώπου των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης Hossein Mohibi.
Ο Mohibi περιγράφει τη σύγκρουση όχι μόνο ως στρατιωτικό ή οικονομικό πόλεμο, αλλά ως μάχη για το πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.
Κατά την ανάλυσή του, ακόμη και στρατιωτικές επιθέσεις σε στόχους περιορισμένης επιχειρησιακής αξίας μπορούν να εξυπηρετούν έναν πολύ ευρύτερο σκοπό: να δημιουργήσουν την εικόνα ότι το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τις δομές του και ότι ο αντίπαλος μπορεί να πλήξει οπουδήποτε, οποτεδήποτε.
Ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα επιθέσεις σε σημεία ελέγχου και εγκαταστάσεις που, όπως υποστήριξε, δεν είχαν καθοριστική στρατιωτική αξία.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον Mohibi, ήταν η εικόνα.
Η δημιουργία φόβου.
Η αίσθηση ότι «τα πάντα έχουν χτυπηθεί».
Και κυρίως η πεποίθηση ότι η κρατική και στρατιωτική δομή βρίσκεται ένα βήμα πριν από την παράλυση.
Η στοχοποίηση της ηγεσίας και το στοίχημα της παράλυσης
Ο Mohibi αναφέρθηκε επίσης στη στοχοποίηση υψηλόβαθμων πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών κατά την έναρξη των συγκρούσεων.
Κατά τον ίδιο, η λογική πίσω από τέτοιες κινήσεις ήταν να καλλιεργηθεί η εικόνα ενός συστήματος το οποίο εξαρτάται από έναν μικρό αριθμό προσώπων.
Εάν αυτά τα πρόσωπα εξουδετερώνονταν, συνέχισε, ο αντίπαλος εκτιμούσε ότι θα δημιουργούνταν κενό διοίκησης και ότι η κρατική μηχανή θα παρέλυε.
Ο Mohibi ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν συνέβη.
Όπως είπε, οι θεσμοί συνέχισαν να λειτουργούν, οι κρατικές εξουσίες εξακολούθησαν να ασκούν τα καθήκοντά τους και οι ένοπλες δυνάμεις συνέχισαν τις αποστολές τους.
Παρόμοια εικόνα παρουσίασε και για τις βάσεις της Basij και τα σημεία ελέγχου: ακόμη και όταν εγκαταστάσεις πλήττονταν, οι δυνάμεις αναπτύσσονταν σε διαφορετικά σημεία και συνέχιζαν τη δράση τους.

Ο πόλεμος των δευτερολέπτων: AI, drones, δορυφόροι και αισθητήρες
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία των δηλώσεων του Mohibi αφορά τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία έχει αλλάξει τη σύγχρονη πολεμική αναμέτρηση.
Κατά την περιγραφή του, στο πεδίο χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα τεχνητή νοημοσύνη, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, ανοικτά και εμπορικά δεδομένα, δορυφορικές πληροφορίες, drones, ραντάρ και πολλαπλοί αισθητήρες.
Τα δεδομένα, είπε, συλλέγονται και συνδυάζονται από διαφορετικές πηγές, αναλύονται από έξυπνα συστήματα και επιτρέπουν δραστική μείωση του χρόνου ανάμεσα στον εντοπισμό ενός στόχου και στο πλήγμα.
Εκεί όπου κάποτε απαιτούνταν λεπτά, υποστήριξε, σήμερα μπορούν να απαιτούνται δευτερόλεπτα.
Αυτή ακριβώς η συμπίεση του χρόνου λήψης αποφάσεων αποτελεί, κατά τον Mohibi, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του σύγχρονου τεχνολογικού πολέμου.
«Η AI μπορεί να εντοπίσει ένα όπλο — όχι όμως την κοινωνική συνοχή»
Ο Mohibi υποστήριξε ότι η τεχνολογική υπεροχή έχει και όρια.
Ραντάρ, δορυφόροι και αισθητήρες μπορούν, όπως είπε, να εντοπίζουν εξοπλισμό, εγκαταστάσεις και στρατιωτικές κινήσεις.
Δεν μπορούν όμως να μετρήσουν εύκολα κάτι πολύ πιο άυλο: τη συνοχή μιας κοινωνίας.
Ο εκπρόσωπος των Φρουρών παρουσίασε τη συνεργασία κράτους, ενόπλων δυνάμεων και κοινωνίας, καθώς και τον παραμερισμό εσωτερικών διαφορών σε περίοδο σύγκρουσης, ως κρίσιμο στοιχείο ισχύος.
Όπως υποστήριξε, αυτό είναι ένα μέγεθος που δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως σε αλγόριθμους και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

«Και εμείς πολεμήσαμε τεχνολογικά»
Ο Mohibi απέρριψε επίσης την εικόνα ενός τεχνολογικά ανίσχυρου Ιράν απέναντι σε έναν τεχνολογικά ανώτερο αντίπαλο.
«Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι ο αντίπαλος διαθέτει τεχνολογία και εμείς όχι», ανέφερε.
Κατά τον ίδιο, το Ιράν επιχείρησε να χαρτογραφήσει όχι μόνο μεμονωμένους στρατιωτικούς στόχους, αλλά ολόκληρα δίκτυα επιχειρησιακής ισχύος.
Η λογική που περιέγραψε είναι αυτή του network warfare: ένα ραντάρ δεν είναι απλώς μια εγκατάσταση, αλλά το «μάτι» ενός συστήματος· ένα κέντρο διοίκησης δεν είναι απλώς ένα κτίριο, αλλά τμήμα του «εγκεφάλου» του δικτύου· ένα αεροσκάφος ή ένα drone δεν αποτελεί μόνο ένα οπλικό σύστημα, αλλά έναν κόμβο μέσα σε μια μεγαλύτερη επιχειρησιακή αλυσίδα.
Ακόμη και μια δεξαμενή καυσίμων, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία εφόσον η απώλειά της επηρεάζει ολόκληρο τον κύκλο των αεροπορικών επιχειρήσεων.
Ισχυρισμοί για προηγμένες ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες
Ο Mohibi υποστήριξε ακόμη ότι οι ιρανικοί πύραυλοι έχουν εξελιχθεί τεχνολογικά.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν πρόκειται πλέον μόνο για συστήματα που κατευθύνονται προς ένα προκαθορισμένο σημείο, αλλά για όπλα που μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να μεταβάλλουν πορεία κατά την πτήση και να ακολουθούν τον στόχο τους.

«Δεν σταμάτησαν από ανθρωπισμό - σταμάτησαν μπροστά στην ισχύ»
Ο Mohibi επέλεξε ιδιαίτερα επιθετική γλώσσα όταν αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, οι ΗΠΑ δεν συνέχισαν τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Έθεσε το ερώτημα εάν ένας αντίπαλος που είχε ήδη προχωρήσει σε εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις θα σταματούσε εξαιτίας ανθρωπιστικών ή ηθικών ενδοιασμών.
Η δική του απάντηση ήταν κατηγορηματική: αυτό που, κατά την άποψή του, υποχρέωσε την άλλη πλευρά να σταματήσει ήταν η ισχύς και η βούληση του ιρανικού λαού.
Παρά τη θριαμβευτική ρητορική, ο Mohibi παραδέχθηκε ότι υπάρχουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ακρίβεια.
Υποστήριξε ωστόσο ότι σε συνθήκες πολέμου τέτοιες δυσκολίες είναι αναμενόμενες και επιχείρησε να τις εντάξει σε μια ευρύτερη αφήγηση περί εθνικής αντοχής.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της αντιπαράθεσης.
Η αμερικανική οικονομική στρατηγική επιδιώκει να μεταφέρει την εξωτερική πίεση στο εσωτερικό κοινωνικό πεδίο.
Η Τεχεράνη, από την άλλη, προσπαθεί να εμποδίσει τη μετατροπή της οικονομικής δυσφορίας σε πολιτική και κοινωνική αποσταθεροποίηση.
«Μεταφέραμε τη στρατηγική τρωτότητα στην άλλη πλευρά»
Ένα ακόμη στοιχείο που τόνισε ο Mohibi ήταν αυτό που ονόμασε «μεταφορά στρατηγικής τρωτότητας».
Κατά τον ίδιο, οι ΗΠΑ ιστορικά επιδιώκουν να διεξάγουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις μακριά από το έδαφός τους, μεταφέροντας το κόστος και τις συνέπειες σε τρίτες χώρες ή σε περιοχές όπου φιλοξενούνται αμερικανικές δυνάμεις.
Η ιρανική στρατηγική, όπως την περιέγραψε, επιχείρησε να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε ζημιά σε κρίσιμες ιρανικές υποδομές θα μπορούσε να επιφέρει αντίστοιχο στρατηγικό κόστος σε υποδομές, εγκαταστάσεις και συμφέροντα που συνδέονται με την αντίπαλη πλευρά.
Ο Mohibi αναφέρθηκε ειδικά σε επιθέσεις σε εγκαταστάσεις και στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στην Asaluyeh.
Όπως είπε, το Ιράν απάντησε με κύμα πυραυλικών επιθέσεων εναντίον υποδομών, συμφερόντων και συνδεδεμένων κέντρων της άλλης πλευράς, καθώς και εναντίον του Ισραήλ, το οποίο στο Tasnim αναφέρεται με τον πάγιο χαρακτηρισμό της ιρανικής κρατικής ρητορικής.
Ο Mohibi υποστήριξε επίσης ότι οι εκτιμήσεις περί ταχείας εξάντλησης του ιρανικού πυραυλικού αποθέματος δεν επαληθεύτηκαν και ότι η παραγωγική δυνατότητα της χώρας συνέχισε να λειτουργεί.

Η ιρανική αφήγηση για τη φθορά των αμερικανικών αποθεμάτων
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρατεταμένη αναμέτρηση προκάλεσε φθορά και σε στρατηγικά αποθέματα της αμερικανικής πλευράς.
Ο Mohibi συνέδεσε αυτό το επιχείρημα με το αμερικανικό στρατιωτικό δόγμα και την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκρίνονται ταυτόχρονα σε πολλαπλά μέτωπα.
Έθεσε μάλιστα το ερώτημα τι θα συνέβαινε σε περίπτωση παράλληλης σοβαρής κρίσης στον δυτικό Ειρηνικό ή μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης με την Κίνα ή τη Ρωσία.
Πρόκειται, και σε αυτή την περίπτωση, για την εκτίμηση που παρουσίασε ο Ιρανός αξιωματούχος και όχι για ανεξάρτητη αποτίμηση των αμερικανικών στρατιωτικών αποθεμάτων.
Για τον Mohibi, η σημερινή οικονομική κλιμάκωση δεν είναι ανεξάρτητη από όσα προηγήθηκαν.
Τη βλέπει ως συνέχεια του πολέμου με διαφορετικά μέσα.
Κατά τον ίδιο, οι ΗΠΑ άλλαξαν μέτωπο επειδή δεν κατάφεραν να επιτύχουν εύκολα τους στόχους τους στο στρατιωτικό πεδίο και στράφηκαν πλέον στην οικονομική πίεση.
Αυτή είναι και η βασική γραμμή που διατρέχει ολόκληρη την ιρανική αφήγηση: Από τους πυραύλους στις τράπεζες.
Από τα drones στις κυρώσεις. Από την καταστροφή στρατιωτικών στόχων στην προσπάθεια εξάντλησης της κοινωνίας.
Τα Στενά του Hormuz και η μάχη του συμβολισμού
Ο Mohibi υποστήριξε ακόμη ότι οι αρχικοί στόχοι της αντίπαλης πλευράς ήταν πολύ ευρύτεροι — από την παράδοση και τη διάλυση του Ιράν έως, όπως ισχυρίστηκε, την αλλαγή των συνόρων της χώρας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι στόχοι αυτοί περιορίστηκαν στη συνέχεια στην επιδίωξη διατήρησης ανοικτών των Στενών του Hormuz.
Ισχυρίστηκε ότι παρά τη χρησιμοποίηση μαχητικών αεροσκαφών, ιπτάμενων τάνκερ, αεροσκαφών υποστήριξης και drones, οι Αμερικανοί δεν πέτυχαν ούτε αυτόν τον στόχο με τον τρόπο που επιθυμούσαν.
Amir Hatami (αρχηγός στρατού Ιράν): «Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος βούλησης»
Στο ίδιο κλίμα, ο αρχηγός του ιρανικού Στρατού Amir Hatami συνέδεσε τη στρατιωτική ετοιμότητα με ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής και πολιτικής ανθεκτικότητας.
Ο Hatami, σε τελετή για την εγκαινίαση περισσότερων από 1.000 υπηρεσιακών κατοικιών και άλλων εγκαταστάσεων των Χερσαίων Δυνάμεων, ανέφερε τέσσερις βασικούς άξονες: τη συνέργεια μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων, την ενίσχυση της μαχητικής ικανότητας, την αναβάθμιση της ιδεολογικής και πνευματικής συνοχής και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του προσωπικού.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς συνδέει την κοινωνική πολιτική με την άμυνα.
Κατά τον Hatami, η μαχητική ετοιμότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από όπλα και εξοπλισμό.
Το σημαντικότερο κεφάλαιο ενός στρατού, είπε, είναι το ανθρώπινο δυναμικό.

«Ο πόλεμος δεν είναι πια μόνο όπλα και εξοπλισμός»
Ο Hatami ήταν ακόμη πιο σαφής όταν περιέγραψε τη φύση της σημερινής σύγκρουσης.
«Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος βούλησης, ιδεών και ανθεκτικότητας των λαών», δήλωσε.
Κατά τον ίδιο, ο αντίπαλος μπορεί να απέτυχε να επιτύχει ορισμένους στόχους, αλλά δεν εγκατέλειψε τον σχεδιασμό νέων απειλών.
Γι’ αυτό, είπε, οι ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις παρακολουθούν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σενάρια και προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο.
«Το Ιράν δεν θα γίνει πεδίο δοκιμών»
Ο αρχηγός του ιρανικού Στρατού χρησιμοποίησε εξίσου σκληρή γλώσσα απέναντι στις εξωτερικές απειλές.
Υποστήριξε ότι το Ιράν δεν θα επιτρέψει να μετατραπεί σε «πεδίο δοκιμών» για τις επιδιώξεις των αντιπάλων του και ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις θα απαντήσουν σε οποιαδήποτε επίθεση.
Προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας ότι η χώρα είναι έτοιμη να αντισταθεί ακόμη και για «10 ή 20 γενιές» προκειμένου να μην επιτρέψει σε μια εξωτερική δύναμη να επιβάλει αλλαγές στον χάρτη της.
Από τον πόλεμο των όπλων στον πόλεμο των νεύρων
Η νέα φάση της αμερικανοϊρανικής σύγκρουσης μοιάζει να απομακρύνεται από τη στενή έννοια μιας συμβατικής αναμέτρησης.
Το πεδίο έχει διευρυνθεί.
Οι τράπεζες γίνονται όπλα.
Οι εμπορικές διαδρομές μετατρέπονται σε μέτωπα.
Τα δεδομένα γίνονται πυρομαχικά.
Η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει τον χρόνο του πολέμου σε δευτερόλεπτα.
Τα μέσα ενημέρωσης μετατρέπονται σε μηχανισμούς διαμόρφωσης ηθικού.
Και η κοινωνική συνοχή αποκτά σχεδόν την ίδια στρατηγική σημασία με ένα οπλικό σύστημα.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει δραματικά το κόστος για το Ιράν και για όσους συνεχίζουν να συνεργάζονται μαζί του.
Η Τεχεράνη, από την άλλη, επιχειρεί να πείσει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ότι το αμερικανικό οπλοστάσιο πίεσης έχει πλέον φτάσει στα όριά του.
Το ποια από τις δύο εκτιμήσεις θα επιβεβαιωθεί δεν θα κριθεί μόνο στις δηλώσεις υπουργών και στρατηγών.
Θα κριθεί στην πραγματική οικονομία.
Στην αντοχή των εμπορικών δικτύων.
Στη δυνατότητα του Ιράν να εξασφαλίζει συνάλλαγμα και εξαγωγές.
Στη συμπεριφορά των χωρών που θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στην αμερικανική πίεση και στη συνέχιση της συνεργασίας με την Τεχεράνη.
Και πάνω απ’ όλα, θα κριθεί σε ένα μέτωπο που καμία πλευρά δεν μπορεί να αγνοήσει: στο πόσο ακόμη κόστος είναι διατεθειμένη - και ικανή - να αντέξει η κοινωνία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών