Ο Trump φόρεσε μόνος του τα πολιτικά «τσιμεντένια παπούτσια»
Υπάρχουν πόλεμοι που ξεκινούν με έναν σαφή στρατηγικό στόχο και υπάρχουν πόλεμοι που αρχίζουν ως πολιτικό στοίχημα, με την ελπίδα ότι η πραγματικότητα θα προσαρμοστεί στη ρητορική του ηγέτη.
Η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν μοιάζει όλο και περισσότερο με τη δεύτερη περίπτωση.
Στις 28 Αυγούστου συμπληρώνονται έξι μήνες από τις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου και η υπόσχεση της κυβέρνησης Trump για μια σύντομη, αποφασιστική αναμέτρηση έχει πλέον διαλυθεί.
Αυτό που έμεινε είναι ένας πόλεμος χωρίς καθαρό τέλος, με νεκρούς, τραυματίες, ακριβότερη ενέργεια, τεράστιο οικονομικό κόστος και έναν πρόεδρο που βλέπει την πολιτική του ισχύ να συρρικνώνεται.
Η τελευταία δημοσκόπηση Reuters/Ipsos είναι σχεδόν καταδικαστική.
Το 63% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον πόλεμο κατά του Ιράν
Το 63% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τα στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν και μόλις το 31% τα εγκρίνει.
Ακόμη και μέσα στους Ρεπουμπλικάνους καταγράφεται διάβρωση: η υποστήριξη έπεσε στο 69%, από 77% τον Μάρτιο.
Στους Δημοκρατικούς η απόρριψη φτάνει το 90%, ενώ στους ανεξάρτητους το 67%.
Και ίσως το πιο οδυνηρό εύρημα για τον Trump είναι άλλο: το 83% των ερωτηθέντων πιστεύει πλέον ότι η στρατιωτική εμπλοκή θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μόλις 12% θεωρεί ότι μπορεί να τελειώσει μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Δεν πρόκειται απλώς για μια κακή δημοσκόπηση.
Πρόκειται για την κατάρρευση της βασικής υπόσχεσης πάνω στην οποία ο Trump επιχείρησε να νομιμοποιήσει την απόφασή του: ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος, ελεγχόμενος και αποτελεσματικός.
Έξι μήνες αργότερα, η ίδια η αμερικανική κοινωνία δείχνει να μην τον πιστεύει.
Και όταν τέσσερις στους πέντε πολίτες θεωρούν ότι η χώρα έχει μπει σε μια μακρά στρατιωτική περιπέτεια, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς επικοινωνιακό.
Γίνεται κρίση αξιοπιστίας.
Ο Trump είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος χαμηλότερο κόστος ζωής, έλεγχο του πληθωρισμού και αποφυγή παρατεταμένων πολέμων.
Σήμερα, αυτές οι υποσχέσεις συγκρούονται μετωπικά με την πραγματικότητα.
Το Reuters καταγράφει ότι η βενζίνη στις Ηνωμένες Πολιτείες κοστίζει περισσότερο από ένα δολάριο ανά γαλόνι πάνω από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, καθώς η σύγκρουση και η δραματική μείωση των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Hormuz έχουν προκαλέσει σοβαρές ενεργειακές αναταράξεις.

Το 72% δεν εγκρίνει την οικονομική πολιτική του Trump
Αυτή είναι μια πολιτική ειρωνεία που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από προεδρικές δηλώσεις.
Ο άνθρωπος που υποσχόταν να προστατεύσει το πορτοφόλι του μέσου Αμερικανού βρίσκεται τώρα να του εξηγεί γιατί πρέπει να πληρώνει περισσότερο στην αντλία εξαιτίας ενός πολέμου που επέλεξε ο ίδιος.
Και η τελευταία Reuters/Ipsos δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό: το 72% αποδοκιμάζει τον χειρισμό του Trump στον πληθωρισμό και στις αυξανόμενες τιμές, ενώ το 74% θεωρεί ότι το δικό του κόστος ζωής κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση.
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αποτυχία του Trump.
Δεν είναι μόνο ότι έκανε λάθος στην πρόβλεψη της διάρκειας.
Είναι ότι έξι μήνες μετά παραμένει δύσκολο να περιγραφεί με μία πρόταση ποιο ακριβώς είναι το τελικό στρατηγικό αποτέλεσμα που επιδιώκει.
Η εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν;
Η αλλαγή του καθεστώτος; Η προστασία του Ισραήλ;
Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας; Η οικονομική ασφυξία της Τεχεράνης;
Η αποκατάσταση της αμερικανικής αποτροπής;
Όταν οι αιτιολογίες πολλαπλασιάζονται και οι στόχοι μετακινούνται, η «νίκη» μετατρέπεται σε μια έννοια τόσο αόριστη ώστε μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον.

Σκληρή υπενθύμιση
Για έναν πρόεδρο που παρουσίαζε το ένστικτό του ως ανώτερο από τις συμβατικές διαδικασίες χάραξης πολιτικής, το Ιράν εξελίσσεται σε σκληρή υπενθύμιση ότι η αυτοπεποίθηση δεν αποτελεί στρατηγική.
Ένας πόλεμος δεν τελειώνει επειδή ο πρόεδρος είχε προβλέψει ότι θα τελειώσει γρήγορα.
Ο αντίπαλος έχει δικές του επιλογές, δική του αντοχή και τη δυνατότητα να μεταφέρει το κόστος σε εκείνα ακριβώς τα σημεία όπου μια δημοκρατική κοινωνία είναι πολιτικά ευάλωτη: στους στρατιώτες της, στις τιμές της ενέργειας και στην καθημερινότητα των πολιτών της.
Το ανθρώπινο και οικονομικό τίμημα είναι ήδη βαρύ. Δεκαοκτώ Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν χάσει τη ζωή τους και εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί, ενώ χιλιάδες Ιρανοί έχουν σκοτωθεί στη σύγκρουση.
Μόνο έως τον Ιούλιο, το Πεντάγωνο υπολόγιζε το κόστος του πολέμου για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα 37,5 δισ. δολάρια, ενώ η στρατιωτική ηγεσία ζητούσε πρόσθετη χρηματοδότηση δεκάδων δισεκατομμυρίων.
Κάθε νέα εβδομάδα πολέμου προσθέτει λοιπόν όχι μόνο νεκρούς και χρήματα στον λογαριασμό, αλλά και ένα ερώτημα που η κυβέρνηση δεν έχει απαντήσει πειστικά: τι ακριβώς αγοράζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με αυτή τη θυσία;

Μόλις στο 33% η αποδοχή του Trump
Οι ψηφοφόροι φαίνεται να απαντούν: όχι αρκετά.
Η συνολική αποδοχή του Trump βρίσκεται μόλις στο 33%, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει η Reuters/Ipsos είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη θητεία του.
Το 65% αποδοκιμάζει την απόδοσή του.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 49% δηλώνει πως τον αποδοκιμάζει έντονα, έναντι μόλις 13% που τον εγκρίνει έντονα.
Δεν πρόκειται πλέον για τη συνηθισμένη πόλωση γύρω από τον Trump. Πρόκειται για σαφή αριθμητική απομόνωση έξω από τον σκληρό πυρήνα της παράταξής του.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα για τους Ρεπουμπλικάνους.

Σίγουρη ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές στις 3 Νοεμβρίου
Στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο, το 35% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι θα ψήφιζε Δημοκρατικούς και μόλις το 29% Ρεπουμπλικάνους.
Ταυτόχρονα, 16% του συνολικού δείγματος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι θα ψηφίσει και άλλο 16% ότι δεν σκοπεύει να ψηφίσει. Οι ενδιάμεσες εκλογές, επομένως, παραμένουν ανοιχτές. Αλλά ο Trump έχει μετατρέψει έναν πόλεμο που υποτίθεται ότι θα ενίσχυε την εικόνα της αποφασιστικής ηγεσίας του σε εκλογικό βάρος για το ίδιο του το κόμμα.
Η ειρωνεία είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή ο πόλεμος δεν είναι καν το πρώτο πρόβλημα που αναφέρουν οι Αμερικανοί.
Το 22% θεωρεί σημαντικότερο ζήτημα την οικονομία, την ανεργία και τις θέσεις εργασίας.
Ακολουθούν οι απειλές στις δημοκρατικές αξίες και τους θεσμούς με 13% και η διαφθορά με 11%. Μόλις 5% βάζει τους πολέμους και τις διεθνείς συγκρούσεις στην κορυφή. Παράλληλα, 69% πιστεύει ότι συνολικά η χώρα βρίσκεται σε λάθος πορεία και μόλις 16% ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Αυτό είναι το πολιτικό δηλητήριο της επιλογής Trump: η κυβέρνησή του απορροφά τεράστια ενέργεια σε μια σύγκρουση την ώρα που η κοινωνία αξιολογεί την προεδρία κυρίως μέσα από την οικονομική της καθημερινότητα.
Ο μέσος ψηφοφόρος δεν χρειάζεται να γνωρίζει την ακριβή στρατιωτική ισορροπία στον Περσικό Κόλπο.
Βλέπει την απόδειξη στο πρατήριο καυσίμων και στο οικογενειακό του προϋπολογισμός
Όταν η εξωτερική πολιτική αυξάνει το καθημερινό κόστος, παύει να είναι «μακρινή» εξωτερική πολιτική.

Σε λάθος κατεύθυνση η εξωτερική πολιτική
Και η δυσπιστία επεκτείνεται συνολικά στην παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο.
Το 58% θεωρεί ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική κινείται προς λάθος κατεύθυνση, έναντι μόλις 23% που πιστεύει το αντίθετο.
Η προσωπική αξιολόγηση του Trump στο ίδιο πεδίο είναι επίσης βαριά αρνητική: 60% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την εξωτερική πολιτική.
Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν φθείρει μόνο την άποψη των πολιτών για το Ιράν.
Φθείρει την ίδια την εικόνα της αμερικανικής ηγεσίας υπό τον Trump.
Οι εκλογές του Νοεμβρίου μπορούν έτσι να γίνουν η πρώτη πραγματική θεσμική τιμωρία.
Αν οι Δημοκρατικοί πάρουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Λευκός Οίκος θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ σκληρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, έρευνες, κλητεύσεις και ακροάσεις γύρω από την κυβέρνηση και πιθανώς γύρω από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Trump.
Η κατάκτηση και των δύο σωμάτων θα μεγάλωνε ακόμη περισσότερο την πίεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια απομάκρυνση του Trump θα ήταν εύκολη: η Βουλή μπορεί να εγκρίνει καθαίρεση με απλή πλειοψηφία, όμως καταδίκη και απομάκρυνση απαιτούν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Κάηκαν Vance και Rubio
Ακόμη και η επόμενη γενιά των Ρεπουμπλικάνων δεν δείχνει να διαθέτει μεγάλο πολιτικό απόθεμα.
Ο JD Vance καταγράφει μόλις 34% θετική αξιολόγηση και ο Marco Rubio 32%.
Για τον JD Vance, όμως, το 41% έχει «πολύ αρνητική» άποψη, έναντι 30% για τον Marco Rubio.
Η σημασία των αριθμών είναι προφανής: ένας πρόεδρος που βυθίζεται δεν απειλεί μόνο τις δικές του δημοσκοπήσεις. Μπορεί να αφήσει πίσω του ένα κόμμα βαθιά ταυτισμένο με τις αποφάσεις του και επομένως υποχρεωμένο να πληρώσει μέρος του λογαριασμού τους.
Ο Trump καλλιέργησε επί χρόνια την εικόνα του ηγέτη που παίρνει το ρίσκο που οι άλλοι δεν τολμούν. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, το ρίσκο δεν έμεινε δικό του.
Μεταφέρθηκε στους στρατιώτες, στους φορολογουμένους, στους καταναλωτές και σε μια οικονομία εκτεθειμένη στις ενεργειακές αναταράξεις. Ο πρόεδρος μπορεί να αλλάζει τη ρητορική του, να υπόσχεται νέα πίεση στην Τεχεράνη ή να παρουσιάζει κάθε προσωρινή μείωση της έντασης ως προάγγελο λύσης.
Δεν μπορεί όμως να διατάξει την κοινή γνώμη να ξεχάσει τι υποσχέθηκε.
Αυτό ίσως είναι και το πιο καταστροφικό συμπέρασμα για τον Trump.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει αρχίσει να λειτουργεί ως απόδειξη ότι το προσωπικό ένστικτο δεν είναι υποκατάστατο της στρατηγικής, ότι η ισχύς δεν υποκαθιστά τον καθαρό πολιτικό στόχο και ότι η αλαζονεία μιας «γρήγορης νίκης» μπορεί να μετατραπεί σε μακρόχρονη φθορά.
Ο Trump φόρεσε μόνος του τα πολιτικά «τσιμεντένια παπούτσια».
Και όσο ο πόλεμος δεν τελειώνει, τόσο αυτά τον τραβούν βαθύτερα: στις δημοσκοπήσεις, στην οικονομία, στην αξιοπιστία του και, πιθανότατα, στην κάλπη του Νοεμβρίου.
Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα αποδείκνυε τη δύναμή του κινδυνεύει τελικά να γίνει η πιο καθαρή απόδειξη των ορίων της.
www.bankingnews.gr
Η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν μοιάζει όλο και περισσότερο με τη δεύτερη περίπτωση.
Στις 28 Αυγούστου συμπληρώνονται έξι μήνες από τις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου και η υπόσχεση της κυβέρνησης Trump για μια σύντομη, αποφασιστική αναμέτρηση έχει πλέον διαλυθεί.
Αυτό που έμεινε είναι ένας πόλεμος χωρίς καθαρό τέλος, με νεκρούς, τραυματίες, ακριβότερη ενέργεια, τεράστιο οικονομικό κόστος και έναν πρόεδρο που βλέπει την πολιτική του ισχύ να συρρικνώνεται.
Η τελευταία δημοσκόπηση Reuters/Ipsos είναι σχεδόν καταδικαστική.
Το 63% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον πόλεμο κατά του Ιράν
Το 63% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τα στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν και μόλις το 31% τα εγκρίνει.
Ακόμη και μέσα στους Ρεπουμπλικάνους καταγράφεται διάβρωση: η υποστήριξη έπεσε στο 69%, από 77% τον Μάρτιο.
Στους Δημοκρατικούς η απόρριψη φτάνει το 90%, ενώ στους ανεξάρτητους το 67%.
Και ίσως το πιο οδυνηρό εύρημα για τον Trump είναι άλλο: το 83% των ερωτηθέντων πιστεύει πλέον ότι η στρατιωτική εμπλοκή θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μόλις 12% θεωρεί ότι μπορεί να τελειώσει μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Δεν πρόκειται απλώς για μια κακή δημοσκόπηση.
Πρόκειται για την κατάρρευση της βασικής υπόσχεσης πάνω στην οποία ο Trump επιχείρησε να νομιμοποιήσει την απόφασή του: ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος, ελεγχόμενος και αποτελεσματικός.
Έξι μήνες αργότερα, η ίδια η αμερικανική κοινωνία δείχνει να μην τον πιστεύει.
Και όταν τέσσερις στους πέντε πολίτες θεωρούν ότι η χώρα έχει μπει σε μια μακρά στρατιωτική περιπέτεια, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς επικοινωνιακό.
Γίνεται κρίση αξιοπιστίας.
Ο Trump είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος χαμηλότερο κόστος ζωής, έλεγχο του πληθωρισμού και αποφυγή παρατεταμένων πολέμων.
Σήμερα, αυτές οι υποσχέσεις συγκρούονται μετωπικά με την πραγματικότητα.
Το Reuters καταγράφει ότι η βενζίνη στις Ηνωμένες Πολιτείες κοστίζει περισσότερο από ένα δολάριο ανά γαλόνι πάνω από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, καθώς η σύγκρουση και η δραματική μείωση των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Hormuz έχουν προκαλέσει σοβαρές ενεργειακές αναταράξεις.

Το 72% δεν εγκρίνει την οικονομική πολιτική του Trump
Αυτή είναι μια πολιτική ειρωνεία που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από προεδρικές δηλώσεις.
Ο άνθρωπος που υποσχόταν να προστατεύσει το πορτοφόλι του μέσου Αμερικανού βρίσκεται τώρα να του εξηγεί γιατί πρέπει να πληρώνει περισσότερο στην αντλία εξαιτίας ενός πολέμου που επέλεξε ο ίδιος.
Και η τελευταία Reuters/Ipsos δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό: το 72% αποδοκιμάζει τον χειρισμό του Trump στον πληθωρισμό και στις αυξανόμενες τιμές, ενώ το 74% θεωρεί ότι το δικό του κόστος ζωής κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση.
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αποτυχία του Trump.
Δεν είναι μόνο ότι έκανε λάθος στην πρόβλεψη της διάρκειας.
Είναι ότι έξι μήνες μετά παραμένει δύσκολο να περιγραφεί με μία πρόταση ποιο ακριβώς είναι το τελικό στρατηγικό αποτέλεσμα που επιδιώκει.
Η εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν;
Η αλλαγή του καθεστώτος; Η προστασία του Ισραήλ;
Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας; Η οικονομική ασφυξία της Τεχεράνης;
Η αποκατάσταση της αμερικανικής αποτροπής;
Όταν οι αιτιολογίες πολλαπλασιάζονται και οι στόχοι μετακινούνται, η «νίκη» μετατρέπεται σε μια έννοια τόσο αόριστη ώστε μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον.

Σκληρή υπενθύμιση
Για έναν πρόεδρο που παρουσίαζε το ένστικτό του ως ανώτερο από τις συμβατικές διαδικασίες χάραξης πολιτικής, το Ιράν εξελίσσεται σε σκληρή υπενθύμιση ότι η αυτοπεποίθηση δεν αποτελεί στρατηγική.
Ένας πόλεμος δεν τελειώνει επειδή ο πρόεδρος είχε προβλέψει ότι θα τελειώσει γρήγορα.
Ο αντίπαλος έχει δικές του επιλογές, δική του αντοχή και τη δυνατότητα να μεταφέρει το κόστος σε εκείνα ακριβώς τα σημεία όπου μια δημοκρατική κοινωνία είναι πολιτικά ευάλωτη: στους στρατιώτες της, στις τιμές της ενέργειας και στην καθημερινότητα των πολιτών της.
Το ανθρώπινο και οικονομικό τίμημα είναι ήδη βαρύ. Δεκαοκτώ Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν χάσει τη ζωή τους και εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί, ενώ χιλιάδες Ιρανοί έχουν σκοτωθεί στη σύγκρουση.
Μόνο έως τον Ιούλιο, το Πεντάγωνο υπολόγιζε το κόστος του πολέμου για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα 37,5 δισ. δολάρια, ενώ η στρατιωτική ηγεσία ζητούσε πρόσθετη χρηματοδότηση δεκάδων δισεκατομμυρίων.
Κάθε νέα εβδομάδα πολέμου προσθέτει λοιπόν όχι μόνο νεκρούς και χρήματα στον λογαριασμό, αλλά και ένα ερώτημα που η κυβέρνηση δεν έχει απαντήσει πειστικά: τι ακριβώς αγοράζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με αυτή τη θυσία;

Μόλις στο 33% η αποδοχή του Trump
Οι ψηφοφόροι φαίνεται να απαντούν: όχι αρκετά.
Η συνολική αποδοχή του Trump βρίσκεται μόλις στο 33%, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει η Reuters/Ipsos είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη θητεία του.
Το 65% αποδοκιμάζει την απόδοσή του.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 49% δηλώνει πως τον αποδοκιμάζει έντονα, έναντι μόλις 13% που τον εγκρίνει έντονα.
Δεν πρόκειται πλέον για τη συνηθισμένη πόλωση γύρω από τον Trump. Πρόκειται για σαφή αριθμητική απομόνωση έξω από τον σκληρό πυρήνα της παράταξής του.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα για τους Ρεπουμπλικάνους.

Σίγουρη ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές στις 3 Νοεμβρίου
Στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο, το 35% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι θα ψήφιζε Δημοκρατικούς και μόλις το 29% Ρεπουμπλικάνους.
Ταυτόχρονα, 16% του συνολικού δείγματος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι θα ψηφίσει και άλλο 16% ότι δεν σκοπεύει να ψηφίσει. Οι ενδιάμεσες εκλογές, επομένως, παραμένουν ανοιχτές. Αλλά ο Trump έχει μετατρέψει έναν πόλεμο που υποτίθεται ότι θα ενίσχυε την εικόνα της αποφασιστικής ηγεσίας του σε εκλογικό βάρος για το ίδιο του το κόμμα.
Η ειρωνεία είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή ο πόλεμος δεν είναι καν το πρώτο πρόβλημα που αναφέρουν οι Αμερικανοί.
Το 22% θεωρεί σημαντικότερο ζήτημα την οικονομία, την ανεργία και τις θέσεις εργασίας.
Ακολουθούν οι απειλές στις δημοκρατικές αξίες και τους θεσμούς με 13% και η διαφθορά με 11%. Μόλις 5% βάζει τους πολέμους και τις διεθνείς συγκρούσεις στην κορυφή. Παράλληλα, 69% πιστεύει ότι συνολικά η χώρα βρίσκεται σε λάθος πορεία και μόλις 16% ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Αυτό είναι το πολιτικό δηλητήριο της επιλογής Trump: η κυβέρνησή του απορροφά τεράστια ενέργεια σε μια σύγκρουση την ώρα που η κοινωνία αξιολογεί την προεδρία κυρίως μέσα από την οικονομική της καθημερινότητα.
Ο μέσος ψηφοφόρος δεν χρειάζεται να γνωρίζει την ακριβή στρατιωτική ισορροπία στον Περσικό Κόλπο.
Βλέπει την απόδειξη στο πρατήριο καυσίμων και στο οικογενειακό του προϋπολογισμός
Όταν η εξωτερική πολιτική αυξάνει το καθημερινό κόστος, παύει να είναι «μακρινή» εξωτερική πολιτική.

Σε λάθος κατεύθυνση η εξωτερική πολιτική
Και η δυσπιστία επεκτείνεται συνολικά στην παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο.
Το 58% θεωρεί ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική κινείται προς λάθος κατεύθυνση, έναντι μόλις 23% που πιστεύει το αντίθετο.
Η προσωπική αξιολόγηση του Trump στο ίδιο πεδίο είναι επίσης βαριά αρνητική: 60% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την εξωτερική πολιτική.
Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν φθείρει μόνο την άποψη των πολιτών για το Ιράν.
Φθείρει την ίδια την εικόνα της αμερικανικής ηγεσίας υπό τον Trump.
Οι εκλογές του Νοεμβρίου μπορούν έτσι να γίνουν η πρώτη πραγματική θεσμική τιμωρία.
Αν οι Δημοκρατικοί πάρουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Λευκός Οίκος θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ σκληρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, έρευνες, κλητεύσεις και ακροάσεις γύρω από την κυβέρνηση και πιθανώς γύρω από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Trump.
Η κατάκτηση και των δύο σωμάτων θα μεγάλωνε ακόμη περισσότερο την πίεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια απομάκρυνση του Trump θα ήταν εύκολη: η Βουλή μπορεί να εγκρίνει καθαίρεση με απλή πλειοψηφία, όμως καταδίκη και απομάκρυνση απαιτούν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Κάηκαν Vance και Rubio
Ακόμη και η επόμενη γενιά των Ρεπουμπλικάνων δεν δείχνει να διαθέτει μεγάλο πολιτικό απόθεμα.
Ο JD Vance καταγράφει μόλις 34% θετική αξιολόγηση και ο Marco Rubio 32%.
Για τον JD Vance, όμως, το 41% έχει «πολύ αρνητική» άποψη, έναντι 30% για τον Marco Rubio.
Η σημασία των αριθμών είναι προφανής: ένας πρόεδρος που βυθίζεται δεν απειλεί μόνο τις δικές του δημοσκοπήσεις. Μπορεί να αφήσει πίσω του ένα κόμμα βαθιά ταυτισμένο με τις αποφάσεις του και επομένως υποχρεωμένο να πληρώσει μέρος του λογαριασμού τους.
Ο Trump καλλιέργησε επί χρόνια την εικόνα του ηγέτη που παίρνει το ρίσκο που οι άλλοι δεν τολμούν. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, το ρίσκο δεν έμεινε δικό του.
Μεταφέρθηκε στους στρατιώτες, στους φορολογουμένους, στους καταναλωτές και σε μια οικονομία εκτεθειμένη στις ενεργειακές αναταράξεις. Ο πρόεδρος μπορεί να αλλάζει τη ρητορική του, να υπόσχεται νέα πίεση στην Τεχεράνη ή να παρουσιάζει κάθε προσωρινή μείωση της έντασης ως προάγγελο λύσης.
Δεν μπορεί όμως να διατάξει την κοινή γνώμη να ξεχάσει τι υποσχέθηκε.
Αυτό ίσως είναι και το πιο καταστροφικό συμπέρασμα για τον Trump.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει αρχίσει να λειτουργεί ως απόδειξη ότι το προσωπικό ένστικτο δεν είναι υποκατάστατο της στρατηγικής, ότι η ισχύς δεν υποκαθιστά τον καθαρό πολιτικό στόχο και ότι η αλαζονεία μιας «γρήγορης νίκης» μπορεί να μετατραπεί σε μακρόχρονη φθορά.
Ο Trump φόρεσε μόνος του τα πολιτικά «τσιμεντένια παπούτσια».
Και όσο ο πόλεμος δεν τελειώνει, τόσο αυτά τον τραβούν βαθύτερα: στις δημοσκοπήσεις, στην οικονομία, στην αξιοπιστία του και, πιθανότατα, στην κάλπη του Νοεμβρίου.
Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα αποδείκνυε τη δύναμή του κινδυνεύει τελικά να γίνει η πιο καθαρή απόδειξη των ορίων της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών