Σύμφωνα με τις αναλύσεις που επικαλείται το «Military Chronicle», πολλές ρωσικές αμυντικές επιχειρήσεις έχουν περάσει σε αυξημένους ρυθμούς λειτουργίας, νέες γραμμές παραγωγής έχουν δημιουργηθεί και οι εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αναδιαρθρωθεί
Σημαντική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία χρησιμοποιεί πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις επιθέσεις κατά της Ουκρανίας καταγράφουν στρατιωτικοί αναλυτές, οι οποίοι εκτιμούν ότι η Μόσχα διαθέτει πλέον πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα συνεχούς αναπλήρωσης των αποθεμάτων της σε σχέση με τα πρώτα χρόνια του πολέμου.
Σύμφωνα με αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν από το ρωσικό κανάλι Telegram «Military Chronicle», οι Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις φαίνεται να χρησιμοποιούν συχνότερα πυραύλους Kalibr, Kh-101 και Iskander, σε συνδυασμό με ολοένα μεγαλύτερους αριθμούς μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Οι ίδιοι αναλυτές διευκρινίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως η Ρωσία διαθέτει «απεριόριστα» αποθέματα. Υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι η ρωσική αμυντική βιομηχανία έχει προσαρμοστεί στις απαιτήσεις ενός πολέμου μεγάλης διάρκειας και υψηλής κατανάλωσης πυρομαχικών.
Εκτιμήσεις για περισσότερους από 200 πυραύλους τον μήνα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις που αποδίδονται στην Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών του ουκρανικού υπουργείου Άμυνας (GUR).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι αναλυτές, η Ρωσία φέρεται πλέον να έχει τη δυνατότητα παραγωγής περισσότερων από 200 πυραύλων κρουζ και βαλλιστικών πυραύλων διαφορετικών τύπων κάθε μήνα.
Για έναν μόνο μήνα, οι ουκρανικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να είχαν εκτιμήσει την παραγωγή σε περίπου 65 βαλλιστικούς πυραύλους 9M723, οι οποίοι χρησιμοποιούνται από το σύστημα Iskander-M, καθώς και σε 87 πυραύλους κρουζ Kh-101.
Παράλληλα, το απόθεμα πυραύλων Kalibr είχε εκτιμηθεί σε περίπου 450 μονάδες.
Από τις ελλείψεις του 2022 στη μαζικότερη παραγωγή
Κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου, η εικόνα ήταν διαφορετική.
Η Ρωσία κατανάλωνε σημαντικό μέρος των προπολεμικών αποθεμάτων της, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούσε να αυξήσει την παραγωγική δυναμικότητα της αμυντικής της βιομηχανίας.
Το 2023, αρκετές δυτικές εκτιμήσεις τοποθετούσαν τη ρωσική παραγωγή πυραύλων κρουζ σε περίπου 60 μονάδες τον μήνα, ενώ η παραγωγή ορισμένων εκδόσεων των Iskander υπολογιζόταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.
Έκτοτε, σύμφωνα με τις αναλύσεις που επικαλείται το «Military Chronicle», πολλές ρωσικές αμυντικές επιχειρήσεις έχουν περάσει σε αυξημένους ρυθμούς λειτουργίας, νέες γραμμές παραγωγής έχουν δημιουργηθεί και οι εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αναδιαρθρωθεί.
Παράλληλα, η Ρωσία έχει επιχειρήσει να εξασφαλίσει ηλεκτρονικά εξαρτήματα, εργαλειομηχανές και άλλα υλικά μέσω τρίτων χωρών, περιορίζοντας σε έναν βαθμό την αποτελεσματικότητα ορισμένων δυτικών κυρώσεων και εξαγωγικών περιορισμών.
Ο ρόλος των χιλιάδων UAV
Η σημαντικότερη αλλαγή, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τους πυραύλους.
Οι ρωσικές επιθέσεις πραγματοποιούνται πλέον στο πλαίσιο ενός πολύ μεγαλύτερου και πιο σύνθετου συστήματος κρούσης, στο οποίο συμμετέχουν μεγάλοι αριθμοί μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Drones τύπου Geran, καθώς και νεότερα μοντέλα UAV, χρησιμοποιούνται μαζικά σε συνδυασμό με πυραύλους κρουζ και βαλλιστικούς πυραύλους.
Η τακτική αυτή έχει διπλό αποτέλεσμα.
Αφενός, τα σχετικά φθηνότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλους αριθμούς. Αφετέρου, αναγκάζουν την ουκρανική αεράμυνα να παραμένει σε συνεχή συναγερμό, καταναλώνοντας πυραύλους αναχαίτισης και αυξάνοντας τον φόρτο των συστημάτων εντοπισμού και διοίκησης.
Έτσι, οι ακριβότεροι ρωσικοί πύραυλοι χρησιμοποιούνται σε ένα περιβάλλον όπου η ουκρανική αεράμυνα έχει ήδη υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες άλλους εναέριους στόχους.
Χιλιάδες νέα drones κάθε μήνα
Σύμφωνα με ουκρανικές εκτιμήσεις που επικαλείται η ανάλυση, η παραγωγή ορισμένων νέων ρωσικών UAV ενδέχεται να φθάνει περίπου τις 3.000 μονάδες τον μήνα.
Εάν οι αριθμοί αυτοί είναι ακριβείς, η μαζική χρήση drones δημιουργεί νέα δεδομένα για την ουκρανική αεράμυνα.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο πόσοι πύραυλοι διαθέτει η Ρωσία, αλλά το γεγονός ότι μπορεί να τους συνδυάζει με πολύ μεγαλύτερο αριθμό φθηνότερων μέσων επίθεσης.
Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία επιθέσεων πολλαπλών κυμάτων, στις οποίες συμμετέχουν διαφορετικού τύπου UAV, πύραυλοι κρουζ και βαλλιστικά όπλα, με διαφορετικές ταχύτητες και τροχιές.
Μικρότερα χρονικά διαστήματα μεταξύ μεγάλων επιθέσεων
Ακόμη μία αλλαγή αφορά τον τρόπο δημιουργίας και διαχείρισης των αποθεμάτων.
Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, μεταξύ δύο μεγάλων ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων παρατηρούνταν συχνά μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Ένας από τους λόγους ήταν η ανάγκη αναπλήρωσης των πυραύλων που είχαν χρησιμοποιηθεί.
Σύμφωνα με το «Military Chronicle», για ορισμένους τύπους όπλων η παραγωγή βρίσκεται πλέον σε επίπεδα που επιτρέπουν στη Ρωσία να πραγματοποιεί μεγάλης κλίμακας επιθέσεις χωρίς να διακόπτει ταυτόχρονα τη δημιουργία νέων αποθεμάτων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ρωσικοί πόροι είναι ανεξάντλητοι. Σημαίνει, όμως, ότι η σχέση μεταξύ παραγωγής, αποθήκευσης και κατανάλωσης φαίνεται να έχει αλλάξει σημαντικά.
Ένας διαφορετικός πόλεμος φθοράς
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μία ευρύτερη μεταμόρφωση του πολέμου στην Ουκρανία.
Η ικανότητα των δύο πλευρών να διατηρούν υψηλούς ρυθμούς παραγωγής πυρομαχικών, πυραύλων, drones και συστημάτων αναχαίτισης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Στην περίπτωση της Ρωσίας, τα διαθέσιμα στοιχεία και οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αμυντική βιομηχανία έχει αυξήσει την παραγωγή της σε σχέση με το 2022 και το 2023. Το ακριβές μέγεθος αυτής της αύξησης παραμένει δύσκολο να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, ιδιαίτερα λόγω της περιορισμένης πρόσβασης σε αξιόπιστα στοιχεία παραγωγής και αποθεμάτων.
Ωστόσο, η συχνότητα και η σύνθεση των ρωσικών επιθέσεων δείχνουν ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στον αριθμό των διαθέσιμων πυραύλων.
Ο συνδυασμός αυξημένης βιομηχανικής παραγωγής, δημιουργίας αποθεμάτων και μαζικής χρήσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχει μετατρέψει τις πυραυλικές επιθέσεις σε μέρος ενός ευρύτερου συστήματος συνεχούς πίεσης της ουκρανικής αεράμυνας.
Και αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου σε σχέση με τα πρώτα του χρόνια.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν από το ρωσικό κανάλι Telegram «Military Chronicle», οι Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις φαίνεται να χρησιμοποιούν συχνότερα πυραύλους Kalibr, Kh-101 και Iskander, σε συνδυασμό με ολοένα μεγαλύτερους αριθμούς μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Οι ίδιοι αναλυτές διευκρινίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως η Ρωσία διαθέτει «απεριόριστα» αποθέματα. Υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι η ρωσική αμυντική βιομηχανία έχει προσαρμοστεί στις απαιτήσεις ενός πολέμου μεγάλης διάρκειας και υψηλής κατανάλωσης πυρομαχικών.
Εκτιμήσεις για περισσότερους από 200 πυραύλους τον μήνα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις που αποδίδονται στην Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών του ουκρανικού υπουργείου Άμυνας (GUR).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι αναλυτές, η Ρωσία φέρεται πλέον να έχει τη δυνατότητα παραγωγής περισσότερων από 200 πυραύλων κρουζ και βαλλιστικών πυραύλων διαφορετικών τύπων κάθε μήνα.
Για έναν μόνο μήνα, οι ουκρανικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να είχαν εκτιμήσει την παραγωγή σε περίπου 65 βαλλιστικούς πυραύλους 9M723, οι οποίοι χρησιμοποιούνται από το σύστημα Iskander-M, καθώς και σε 87 πυραύλους κρουζ Kh-101.
Παράλληλα, το απόθεμα πυραύλων Kalibr είχε εκτιμηθεί σε περίπου 450 μονάδες.
Από τις ελλείψεις του 2022 στη μαζικότερη παραγωγή
Κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου, η εικόνα ήταν διαφορετική.
Η Ρωσία κατανάλωνε σημαντικό μέρος των προπολεμικών αποθεμάτων της, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούσε να αυξήσει την παραγωγική δυναμικότητα της αμυντικής της βιομηχανίας.
Το 2023, αρκετές δυτικές εκτιμήσεις τοποθετούσαν τη ρωσική παραγωγή πυραύλων κρουζ σε περίπου 60 μονάδες τον μήνα, ενώ η παραγωγή ορισμένων εκδόσεων των Iskander υπολογιζόταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.
Έκτοτε, σύμφωνα με τις αναλύσεις που επικαλείται το «Military Chronicle», πολλές ρωσικές αμυντικές επιχειρήσεις έχουν περάσει σε αυξημένους ρυθμούς λειτουργίας, νέες γραμμές παραγωγής έχουν δημιουργηθεί και οι εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αναδιαρθρωθεί.
Παράλληλα, η Ρωσία έχει επιχειρήσει να εξασφαλίσει ηλεκτρονικά εξαρτήματα, εργαλειομηχανές και άλλα υλικά μέσω τρίτων χωρών, περιορίζοντας σε έναν βαθμό την αποτελεσματικότητα ορισμένων δυτικών κυρώσεων και εξαγωγικών περιορισμών.
Ο ρόλος των χιλιάδων UAV
Η σημαντικότερη αλλαγή, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τους πυραύλους.
Οι ρωσικές επιθέσεις πραγματοποιούνται πλέον στο πλαίσιο ενός πολύ μεγαλύτερου και πιο σύνθετου συστήματος κρούσης, στο οποίο συμμετέχουν μεγάλοι αριθμοί μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Drones τύπου Geran, καθώς και νεότερα μοντέλα UAV, χρησιμοποιούνται μαζικά σε συνδυασμό με πυραύλους κρουζ και βαλλιστικούς πυραύλους.
Η τακτική αυτή έχει διπλό αποτέλεσμα.
Αφενός, τα σχετικά φθηνότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλους αριθμούς. Αφετέρου, αναγκάζουν την ουκρανική αεράμυνα να παραμένει σε συνεχή συναγερμό, καταναλώνοντας πυραύλους αναχαίτισης και αυξάνοντας τον φόρτο των συστημάτων εντοπισμού και διοίκησης.
Έτσι, οι ακριβότεροι ρωσικοί πύραυλοι χρησιμοποιούνται σε ένα περιβάλλον όπου η ουκρανική αεράμυνα έχει ήδη υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες άλλους εναέριους στόχους.
Χιλιάδες νέα drones κάθε μήνα
Σύμφωνα με ουκρανικές εκτιμήσεις που επικαλείται η ανάλυση, η παραγωγή ορισμένων νέων ρωσικών UAV ενδέχεται να φθάνει περίπου τις 3.000 μονάδες τον μήνα.
Εάν οι αριθμοί αυτοί είναι ακριβείς, η μαζική χρήση drones δημιουργεί νέα δεδομένα για την ουκρανική αεράμυνα.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο πόσοι πύραυλοι διαθέτει η Ρωσία, αλλά το γεγονός ότι μπορεί να τους συνδυάζει με πολύ μεγαλύτερο αριθμό φθηνότερων μέσων επίθεσης.
Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία επιθέσεων πολλαπλών κυμάτων, στις οποίες συμμετέχουν διαφορετικού τύπου UAV, πύραυλοι κρουζ και βαλλιστικά όπλα, με διαφορετικές ταχύτητες και τροχιές.
Μικρότερα χρονικά διαστήματα μεταξύ μεγάλων επιθέσεων
Ακόμη μία αλλαγή αφορά τον τρόπο δημιουργίας και διαχείρισης των αποθεμάτων.
Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, μεταξύ δύο μεγάλων ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων παρατηρούνταν συχνά μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Ένας από τους λόγους ήταν η ανάγκη αναπλήρωσης των πυραύλων που είχαν χρησιμοποιηθεί.
Σύμφωνα με το «Military Chronicle», για ορισμένους τύπους όπλων η παραγωγή βρίσκεται πλέον σε επίπεδα που επιτρέπουν στη Ρωσία να πραγματοποιεί μεγάλης κλίμακας επιθέσεις χωρίς να διακόπτει ταυτόχρονα τη δημιουργία νέων αποθεμάτων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ρωσικοί πόροι είναι ανεξάντλητοι. Σημαίνει, όμως, ότι η σχέση μεταξύ παραγωγής, αποθήκευσης και κατανάλωσης φαίνεται να έχει αλλάξει σημαντικά.
Ένας διαφορετικός πόλεμος φθοράς
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μία ευρύτερη μεταμόρφωση του πολέμου στην Ουκρανία.
Η ικανότητα των δύο πλευρών να διατηρούν υψηλούς ρυθμούς παραγωγής πυρομαχικών, πυραύλων, drones και συστημάτων αναχαίτισης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Στην περίπτωση της Ρωσίας, τα διαθέσιμα στοιχεία και οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αμυντική βιομηχανία έχει αυξήσει την παραγωγή της σε σχέση με το 2022 και το 2023. Το ακριβές μέγεθος αυτής της αύξησης παραμένει δύσκολο να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, ιδιαίτερα λόγω της περιορισμένης πρόσβασης σε αξιόπιστα στοιχεία παραγωγής και αποθεμάτων.
Ωστόσο, η συχνότητα και η σύνθεση των ρωσικών επιθέσεων δείχνουν ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στον αριθμό των διαθέσιμων πυραύλων.
Ο συνδυασμός αυξημένης βιομηχανικής παραγωγής, δημιουργίας αποθεμάτων και μαζικής χρήσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχει μετατρέψει τις πυραυλικές επιθέσεις σε μέρος ενός ευρύτερου συστήματος συνεχούς πίεσης της ουκρανικής αεράμυνας.
Και αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου σε σχέση με τα πρώτα του χρόνια.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών