H νέα ρωσική προσέγγιση φαίνεται να αντιμετωπίζει την οικονομική αντοχή ως τμήμα της στρατιωτικής ισχύος
(upd) Η Ρωσία παίζει ένα ακόμα σκληρό «χαρτί» στον πόλεμο φθοράς με την Ουκρανία.
Έχοντας αντιληφθεί ότι η τελική νίκη θα έρθει μέσα από την επικράτηση σε μια σειρά «μετώπων», όχι απαραιτήτως «καθαρά στρατιωτικών», έχει αλλάξει στρατηγική και τακτική.
Οι αεροπορικές της επιδρομές πλήττουν εργοστάσια, χαλυβουργίες, αποθήκες, κέντρα διανομής, λιμενικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και κόμβους μεταφορών και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να συνδράμει στο έργο των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Μόνο που οι επιθέσεις αυτές έχουν ως … «παράπλευρη απώλεια» και την οικονομία της Ουκρανίας από τη στιγμή που βιομηχανικά συγκροτήματα, εμπορικές εγκαταστάσεις, αποθήκες και μεγάλοι κόμβοι διανομής γίνονται… στάχτη.
Πράγματι, οι Ρώσοι γνωρίζουν ότι έχουν εμπλακεί σε έναν πόλεμο φθοράς που μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο βαθύτερα στα μετόπισθεν…
Και είναι ξεκάθαρο ότι ο πόλεμος δεν θα κριθεί μόνο στην πρώτη γραμμή του μετώπου…
Θα κριθεί στο ποια οικονομία μπορεί να εξακολουθήσει να παράγει, να εξάγει, να φορολογεί, να μεταφέρει προϊόντα και να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο που έχει ήδη περάσει σε φάση μακράς αναμέτρησης αντοχής.
Από το μέτωπο στην παραγωγική βάση
Η λογική πίσω από αυτή τη μετατόπιση είναι σχετικά απλή.
Σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, τα εργοστάσια, οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια, η ενέργεια και τα δίκτυα logistics αποτελούν τμήματα της συνολικής στρατηγικής ισχύος μιας χώρας.
Η καταστροφή τους μπορεί να επιφέρει πολλαπλά αποτελέσματα: να περιορίσει τις εξαγωγές και επομένως την εισροή συναλλάγματος, να μειώσει τα φορολογικά έσοδα, να αυξήσει τις ανάγκες εισαγωγών, να δημιουργήσει ανεργία και να υποχρεώσει το κράτος να διοχετεύσει περισσότερους πόρους στην αποκατάσταση υποδομών αντί στη χρηματοδότηση άλλων δραστηριοτήτων.
Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα η Μόσχα.
Ο Zelensky έχει χαρακτηρίσει τη νέα εκστρατεία προσπάθεια πλήγματος της οικονομίας προκειμένου να υπονομευθεί η δυνατότητα αντίστασης της χώρας.
Οι ίδιες οι ρωσικές ανακοινώσεις, από την άλλη, παρουσιάζουν μεγάλο μέρος των υποδομών που πλήττονται ως κρίκους της στρατιωτικής εφοδιαστικής αλυσίδας ή ως εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την ουκρανική αμυντική παραγωγή.
Η πραγματική σημασία βρίσκεται ακριβώς στη συνύπαρξη των δύο λειτουργιών.
Σε μια οικονομία πλήρως προσαρμοσμένη στις ανάγκες ενός πολέμου, η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική παραγωγική υποδομή και στη στρατιωτική υποστήριξη γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη.

Το βαρύτερο πλήγμα στη χαλυβουργία
Πουθενά αυτή η νέα πραγματικότητα δεν φαίνεται τόσο καθαρά όσο στον ουκρανικό μεταλλουργικό τομέα.
Η χαλυβουργία αποτελούσε επί δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς και βιομηχανικούς πυλώνες της Ουκρανίας.
Ακόμη και μετά την απώλεια μεγάλου μέρους της παραγωγικής δυναμικότητας που ακολούθησε το 2022, παρέμενε κρίσιμη πηγή απασχόλησης, συναλλάγματος και φορολογικών εσόδων.
Μέσα στον Σεπτέμβριο, όμως, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά.
Τα τρία μεγάλα ολοκληρωμένα χαλυβουργικά συγκροτήματα που απέμεναν στην Ουκρανία - η Zaporizhstal στη Zaporizhia, η Kamet Steel στην περιφέρεια Dnipropetrovsk και η ArcelorMittal στο Kryvyi Rih - αντιμετώπισαν σοβαρές διακοπές της παραγωγής έπειτα από επανειλημμένα πλήγματα.
Η ίδια η Metinvest - διεθνής όμιλος εξόρυξης και μεταλλουργίας - περιέγραψε στις 18 Σεπτεμβρίου την κατάσταση του κλάδου ως κρίσιμη.
Σε συνέντευξη στελέχους της εταιρείας αναφερόταν ότι, ακόμη πριν από ένα από τα τελευταία πλήγματα, μόνο μία από τις τρεις εγκαταστάσεις λειτουργούσε και μάλιστα στο 40% της δυναμικότητάς της.
Μεταγενέστερες επιθέσεις ανάγκασαν και αυτή να αναστείλει την παραγωγή.
Το εργοστάσιο που χτυπήθηκε ξανά και ξανά
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Zaporizhstal.
Σύμφωνα με τη Metinvest, το εργοστάσιο δέχθηκε επανειλημμένες επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους από τον Αύγουστο και μετά.
Μόνο στις 17 Σεπτεμβρίου δύο ακόμη πύραυλοι έπληξαν βιομηχανικές εγκαταστάσεις, προκαλώντας ζημιές σε μηχανολογικό και σιδηροδρομικό εξοπλισμό.
Η εταιρεία έκανε λόγο για τέταρτη επίθεση μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν μήνα.
Η σημασία αυτών των πληγμάτων δεν περιορίζεται στην προσωρινή παύση μιας γραμμής παραγωγής.
Μια ολοκληρωμένη χαλυβουργική μονάδα δεν είναι εγκατάσταση που κλείνει για μερικές ημέρες και επανέρχεται αυτομάτως σε λειτουργία όταν αποκατασταθεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι υψικάμινοι, οι εγκαταστάσεις οπτανθρακοποίησης, τα συστήματα ενέργειας, οι σιδηροδρομικές γραμμές και οι εγκαταστάσεις μεταφοράς πρώτων υλών αποτελούν ένα εξαιρετικά σύνθετο βιομηχανικό σύστημα.
Σοβαρές καταστροφές σε κρίσιμα τμήματά του μπορούν να απαιτήσουν μήνες επισκευών, μεγάλες επενδύσεις και εξειδικευμένο προσωπικό.
Στη Zaporizhstal, η Metinvest δηλώνει ότι έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές τόσο οι υψικάμινοι όσο και μεταλλικές κατασκευές και ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν διακρίνεται άμεση δυνατότητα επανεκκίνησης.

Όταν εξαφανίζεται ένας παραγωγικός κλάδος
Οι Financial Times αναφέρουν ότι οι επιθέσεις έχουν οδηγήσει σε αδρανοποίηση των τριών μεγάλων χαλυβουργικών συγκροτημάτων, επηρεάζοντας τη συντριπτική πλειονότητα της ουκρανικής παραγωγής χάλυβα και περισσότερους από 15.000 εργαζομένους άμεσα.
Οι επιχειρήσεις αυτές αντιστοιχούσαν περίπου στο 90% της εγχώριας χαλυβουργικής παραγωγής, ενώ εκπρόσωπος της Metinvest προειδοποιούσε ότι παραμένει άγνωστο πόσο χρόνο μπορεί να απαιτήσει η αποκατάστασή τους.
Αν αυτή η κατάσταση παραταθεί, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του κλάδου.
Η μεταλλουργία συνδέεται με ορυχεία, σιδηροδρομικές μεταφορές, λιμάνια, εταιρείες ενέργειας, προμηθευτές ανταλλακτικών και εκατοντάδες μικρότερες επιχειρήσεις.
Η αδρανοποίηση ενός μεγάλου χαλυβουργείου δεν αφαιρεί επομένως μόνο την παραγωγή του συγκεκριμένου εργοστασίου.
Δημιουργεί ένα κύμα απωλειών σε ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα.
Από εξαγωγέας σε εισαγωγέα χάλυβα
Υπάρχει και μια δεύτερη, στρατηγικά σημαντική συνέπεια.
Η Ουκρανία κινδυνεύει να μετατραπεί από παραγωγό και εξαγωγέα χάλυβα σε χώρα που θα πρέπει να εισάγει όλο και μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της.
Η Metinvest δηλώνει ήδη ότι, εάν η εγχώρια παραγωγή δεν αποκατασταθεί, θα χρειαστούν εισαγωγές από χώρες όπως η Τουρκία και η Νότια Κορέα.
Αυτό σημαίνει διπλή πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Από τη μία πλευρά χάνονται εξαγωγικά έσοδα.
Από την άλλη αυξάνονται οι ανάγκες εισαγωγών για προϊόντα που προηγουμένως παράγονταν στο εσωτερικό.
Και σε συνθήκες πολέμου αυτή η μεταβολή έχει ιδιαίτερο βάρος: το ξένο συνάλλαγμα που απαιτείται για την αγορά χάλυβα είναι το ίδιο συνάλλαγμα που απαιτείται για καύσιμα, μηχανήματα, ενεργειακό εξοπλισμό, στρατιωτικό υλικό και αποκατάσταση κατεστραμμένων υποδομών.

Ο δεύτερος στόχος: η εφοδιαστική αλυσίδα
Η χαλυβουργία δεν είναι ο μόνος κλάδος που δέχεται πίεση.
Η καταστροφή αποθηκευτικών και διανεμητικών υποδομών έχει λάβει επίσης μεγάλες διαστάσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν οι Financial Times, περίπου 2,1 εκατ. τετραγωνικά μέτρα από τα περίπου 5 εκατ. τετραγωνικά μέτρα σύγχρονων αποθηκευτικών χώρων της χώρας έχουν καταστραφεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, με περίπου 900.000 τετραγωνικά μέτρα να έχουν πληγεί μέσα σε σχετικά σύντομο πρόσφατο διάστημα.
Η απώλεια αποθηκών έχει διαφορετική αλλά εξίσου βαθιά οικονομική επίπτωση από την καταστροφή ενός εργοστασίου.
Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να διασπείρουν τα αποθέματά τους σε μικρότερες εγκαταστάσεις, να αλλάξουν δίκτυα διανομής, να αυξήσουν τις μεταφορές και να διατηρούν μικρότερα αποθέματα σε κάθε σημείο.
Όλα αυτά αυξάνουν το λειτουργικό κόστος.
Η Nova Poshta, μία από τις σημαντικότερες εταιρείες logistics της Ουκρανίας, υπολόγιζε ήδη στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ότι το κόστος αποκατάστασης περιουσίας της που είχε καταστραφεί από επιθέσεις και πολεμικές επιχειρήσεις είχε υπερβεί τα 2,1 δισ. γρίβνιες.

Λιμάνια και σιδηρόδρομοι στον ίδιο χάρτη
Το επόμενο κομμάτι της εικόνας αφορά τις μεταφορές.
Λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη, σιδηροδρομικές γραμμές, γέφυρες και άλλοι κρίσιμοι κόμβοι εμφανίζονται όλο και συχνότερα ανάμεσα στους στόχους των επιθέσεων.
Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι μέσω αυτών μεταφέρεται δυτικός στρατιωτικός εξοπλισμός.
Για την ουκρανική οικονομία, όμως, οι ίδιες υποδομές αποτελούν ταυτόχρονα τις αρτηρίες μέσω των οποίων μεταφέρονται γεωργικά προϊόντα, μέταλλα και άλλα εξαγώγιμα αγαθά.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας στρατηγικής: ένα πλήγμα σε ένα λιμάνι ή μια σιδηροδρομική υποδομή μπορεί να προκαλεί ταυτόχρονα στρατιωτικό και οικονομικό αποτέλεσμα.
Το ΔΝΤ σημείωνε ήδη τον Ιούλιο ότι η αυξανόμενη συγκέντρωση ρωσικών επιθέσεων σε μεγάλα κέντρα logistics και παραγωγής, σε εξορυκτικές εγκαταστάσεις, υποδομές φυσικού αερίου και μεταλλουργικές μονάδες δημιουργούσε αυξανόμενους κινδύνους για τη βιομηχανική και μεταφορική δραστηριότητα της Ουκρανίας.
Ο πόλεμος των πολλαπλασιαστικών επιπτώσεων
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση της σημερινής εκστρατείας.
Ένα εργοστάσιο που σταματά να παράγει δεν σημαίνει μόνο απώλεια παραγωγής.
Σημαίνει χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, λιγότερη κατανάλωση από τους εργαζομένους του, μικρότερη ζήτηση για μεταφορές και πρώτες ύλες και επιδείνωση των οικονομικών των προμηθευτών του.
Μια κατεστραμμένη αποθήκη δεν σημαίνει μόνο απώλεια εμπορευμάτων.
Αυξάνει το κόστος για δεκάδες επιχειρήσεις και τελικά μπορεί να μεταφέρει μέρος αυτής της επιβάρυνσης στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Ένα πληγωμένο λιμάνι περιορίζει όχι μόνο τις στρατιωτικές μεταφορές αλλά και την ικανότητα της χώρας να εξάγει προϊόντα και να εισπράττει ξένο συνάλλαγμα.
Ο στόχος, με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται να είναι η φυσική καταστροφή κάθε εργοστασίου.
Αρκεί η συνολική οικονομική λειτουργία να γίνει ακριβότερη, δυσκολότερη και περισσότερο εξαρτημένη από εξωτερική υποστήριξη.

Η δημοσιονομική πίεση μεγαλώνει
Τα στοιχεία του ΔΝΤ αποτυπώνουν ήδη την πίεση.
Το πραγματικό ουκρανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μόλις 1,8% το 2025, έναντι 3,2% το προηγούμενο έτος, ενώ για το 2026 το Ταμείο προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης περίπου στο 1% με 1,6%.
Ως βασικούς αρνητικούς παράγοντες αναφέρει τις επανειλημμένες επιθέσεις στις υποδομές, τις αυξημένες ανάγκες εισαγωγών και τις συνέπειες των ενεργειακών προβλημάτων.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το εμπορικό ισοζύγιο.
Την περίοδο Ιανουαρίου - Μαΐου 2026, το έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών έφθασε τα 25,8 δισ. δολάρια, από 17,4 δισ. δολάρια το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 26,7%, μεταξύ άλλων λόγω της ανάγκης αγοράς ενεργειακών πόρων και εξοπλισμού αποκατάστασης, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 3,4%.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να γίνει αυτοτροφοδοτούμενος: περισσότερες καταστροφές οδηγούν σε περισσότερες εισαγωγές, μικρότερη εγχώρια παραγωγή και μεγαλύτερη ανάγκη ξένης χρηματοδότησης.
Η εξωτερική βοήθεια ως οικονομικός πνεύμονας
Εδώ βρίσκεται και η βασική αιτία για την οποία δεν μπορεί ακόμη να γίνεται λόγος για ολοκληρωμένη οικονομική κατάρρευση.
Παρά τις τεράστιες απώλειες, η Ουκρανία εξακολουθεί να διατηρεί βασική μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, κυρίως χάρη σε συνδυασμό εσωτερικής δημοσιονομικής διαχείρισης και εξαιρετικά μεγάλης χρηματοδότησης από τους διεθνείς εταίρους της.
Μόνο τον Ιούνιο εισέρρευσαν περισσότερα από 15 δισ. δολάρια επίσημης εξωτερικής χρηματοδότησης, σύμφωνα με το ΔΝΤ, βοηθώντας τα διεθνή αποθέματα να φθάσουν τα 51,3 δισ. δολάρια στο τέλος του μήνα.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι εάν το ουκρανικό κράτος θα παύσει αύριο να λειτουργεί.
Είναι πόσο μεγάλο μέρος της οικονομικής του λειτουργίας μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται σε ξένους πόρους όσο η εγχώρια παραγωγική βάση υφίσταται νέα πλήγματα.

Η οικονομική αντοχή ως στρατιωτικός στόχος
Από αυτή την άποψη, η νέα ρωσική προσέγγιση φαίνεται να αντιμετωπίζει την οικονομική αντοχή ως τμήμα της στρατιωτικής ισχύος.
Εάν μια χώρα χάνει βιομηχανική παραγωγή, εξαγωγές και φορολογικά έσοδα, ενώ ταυτόχρονα χρειάζεται περισσότερες εισαγωγές και περισσότερα κεφάλαια για επισκευές, το κόστος διατήρησης της πολεμικής προσπάθειας αυξάνεται ακόμη και χωρίς αποφασιστική μεταβολή της γραμμής του μετώπου.
Η στρατηγική αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό της ρωσικής πλευράς.
Η Ουκρανία έχει επίσης εντείνει τις επιθέσεις της εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων, επιδιώκοντας να περιορίσει την παραγωγή καυσίμων και τα έσοδα που συνδέονται με τον ενεργειακό τομέα.
Τον Σεπτέμβριο, επιθέσεις είχαν αναγκάσει αρκετά μεγάλα ρωσικά διυλιστήρια να μειώσουν ή να αναστείλουν την παραγωγή τους.
Ο πόλεμος, επομένως, αποκτά ολοένα περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας αμοιβαίας σύγκρουσης οικονομικής φθοράς.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Ουκρανία
Για την Ουκρανία, ωστόσο, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ λόγω του μικρότερου μεγέθους της οικονομίας της και της ήδη μεγάλης εξάρτησής της από διεθνή χρηματοδότηση.
Η καταστροφή ενός ακόμη χαλυβουργείου, ενός ακόμη λιμανιού ή ενός ακόμη μεγάλου κέντρου logistics δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο.
Προστίθεται σε μια συσσωρευμένη απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου που θα απαιτήσει τεράστια ποσά και πολλά χρόνια για να αποκατασταθεί.
Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος τόσο δυσκολότερη γίνεται η αποκατάσταση.
Επενδύσεις αναβάλλονται, εξειδικευμένοι εργαζόμενοι μεταναστεύουν ή επιστρατεύονται, εταιρείες περιορίζουν τις δραστηριότητές τους και κεφάλαια που διαφορετικά θα χρηματοδοτούσαν νέες παραγωγικές μονάδες κατευθύνονται στην επιβίωση των υφιστάμενων.
Αυτή είναι η βαθύτερη απειλή: όχι απαραίτητα μια στιγμιαία οικονομική κατάρρευση, αλλά η σταδιακή διάλυση των μηχανισμών που επιτρέπουν σε μια οικονομία να στέκεται στα δικά της πόδια.
Ένας πόλεμος εναντίον της δυνατότητας παραγωγής
Η μάχη για την Ουκρανία έχει έτσι αποκτήσει μία ακόμη διάσταση.
Δίπλα στον πόλεμο χαρακωμάτων, στους πυραύλους, στα drones και στις επιχειρήσεις στο μέτωπο βρίσκεται πλέον ένας πόλεμος για την παραγωγική ικανότητα.
Οι χαλυβουργίες, τα δίκτυα ηλεκτρισμού, τα λιμάνια, οι αποθήκες και οι σιδηρόδρομοι γίνονται κρίσιμα πεδία της σύγκρουσης επειδή πάνω τους στηρίζεται η δυνατότητα μιας χώρας να χρηματοδοτεί, να εφοδιάζει και τελικά να συνεχίζει έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Η Ρωσία φαίνεται να επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την οικονομική ευπάθεια σε στρατηγικό πλεονέκτημα: όχι μόνο να καταστρέφει στρατιωτικό υλικό, αλλά να αυξάνει συνεχώς το οικονομικό κόστος της ουκρανικής αντίστασης.
Για το Κίεβο, η πρόκληση είναι πλέον διπλή. Πρέπει να προστατεύσει το μέτωπο και ταυτόχρονα να αποτρέψει την αποσύνθεση της παραγωγικής του βάσης.
Η ουκρανική οικονομία δεν έχει καταρρεύσει.
Παραμένει όρθια, σε σημαντικό βαθμό χάρη στη συνεχή εξωτερική χρηματοδότηση.
Όμως η απώλεια μεγάλου μέρους της χαλυβουργικής παραγωγής, η καταστροφή αποθηκευτικών και εφοδιαστικών εγκαταστάσεων, τα προβλήματα στις ενεργειακές και εξαγωγικές υποδομές και η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος δείχνουν ότι η πίεση μεταφέρεται πλέον στον ίδιο τον παραγωγικό πυρήνα της χώρας.
Και ακριβώς εκεί φαίνεται να βρίσκεται η νέα λογική του πολέμου: η στρατιωτική φθορά να μετατραπεί σε οικονομική φθορά και η οικονομική φθορά, με τη σειρά της, σε περιορισμό της δυνατότητας συνέχισης της σύγκρουσης.
Διότι οι Σύμμαχοι θα αντιληφθούν ότι η Ουκρανία δεν είναι παρά μια τεράστια οικονομική «μαύρη τρύπα», από την οποία δεν πρόκειται να λάβουν τίποτα πίσω…
www.bankingnews.gr
Έχοντας αντιληφθεί ότι η τελική νίκη θα έρθει μέσα από την επικράτηση σε μια σειρά «μετώπων», όχι απαραιτήτως «καθαρά στρατιωτικών», έχει αλλάξει στρατηγική και τακτική.
Οι αεροπορικές της επιδρομές πλήττουν εργοστάσια, χαλυβουργίες, αποθήκες, κέντρα διανομής, λιμενικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και κόμβους μεταφορών και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να συνδράμει στο έργο των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Μόνο που οι επιθέσεις αυτές έχουν ως … «παράπλευρη απώλεια» και την οικονομία της Ουκρανίας από τη στιγμή που βιομηχανικά συγκροτήματα, εμπορικές εγκαταστάσεις, αποθήκες και μεγάλοι κόμβοι διανομής γίνονται… στάχτη.
Πράγματι, οι Ρώσοι γνωρίζουν ότι έχουν εμπλακεί σε έναν πόλεμο φθοράς που μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο βαθύτερα στα μετόπισθεν…
Και είναι ξεκάθαρο ότι ο πόλεμος δεν θα κριθεί μόνο στην πρώτη γραμμή του μετώπου…
Θα κριθεί στο ποια οικονομία μπορεί να εξακολουθήσει να παράγει, να εξάγει, να φορολογεί, να μεταφέρει προϊόντα και να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο που έχει ήδη περάσει σε φάση μακράς αναμέτρησης αντοχής.
Από το μέτωπο στην παραγωγική βάση
Η λογική πίσω από αυτή τη μετατόπιση είναι σχετικά απλή.
Σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, τα εργοστάσια, οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια, η ενέργεια και τα δίκτυα logistics αποτελούν τμήματα της συνολικής στρατηγικής ισχύος μιας χώρας.
Η καταστροφή τους μπορεί να επιφέρει πολλαπλά αποτελέσματα: να περιορίσει τις εξαγωγές και επομένως την εισροή συναλλάγματος, να μειώσει τα φορολογικά έσοδα, να αυξήσει τις ανάγκες εισαγωγών, να δημιουργήσει ανεργία και να υποχρεώσει το κράτος να διοχετεύσει περισσότερους πόρους στην αποκατάσταση υποδομών αντί στη χρηματοδότηση άλλων δραστηριοτήτων.
Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα η Μόσχα.
Ο Zelensky έχει χαρακτηρίσει τη νέα εκστρατεία προσπάθεια πλήγματος της οικονομίας προκειμένου να υπονομευθεί η δυνατότητα αντίστασης της χώρας.
Οι ίδιες οι ρωσικές ανακοινώσεις, από την άλλη, παρουσιάζουν μεγάλο μέρος των υποδομών που πλήττονται ως κρίκους της στρατιωτικής εφοδιαστικής αλυσίδας ή ως εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την ουκρανική αμυντική παραγωγή.
Η πραγματική σημασία βρίσκεται ακριβώς στη συνύπαρξη των δύο λειτουργιών.
Σε μια οικονομία πλήρως προσαρμοσμένη στις ανάγκες ενός πολέμου, η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική παραγωγική υποδομή και στη στρατιωτική υποστήριξη γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη.

Το βαρύτερο πλήγμα στη χαλυβουργία
Πουθενά αυτή η νέα πραγματικότητα δεν φαίνεται τόσο καθαρά όσο στον ουκρανικό μεταλλουργικό τομέα.
Η χαλυβουργία αποτελούσε επί δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς και βιομηχανικούς πυλώνες της Ουκρανίας.
Ακόμη και μετά την απώλεια μεγάλου μέρους της παραγωγικής δυναμικότητας που ακολούθησε το 2022, παρέμενε κρίσιμη πηγή απασχόλησης, συναλλάγματος και φορολογικών εσόδων.
Μέσα στον Σεπτέμβριο, όμως, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά.
Τα τρία μεγάλα ολοκληρωμένα χαλυβουργικά συγκροτήματα που απέμεναν στην Ουκρανία - η Zaporizhstal στη Zaporizhia, η Kamet Steel στην περιφέρεια Dnipropetrovsk και η ArcelorMittal στο Kryvyi Rih - αντιμετώπισαν σοβαρές διακοπές της παραγωγής έπειτα από επανειλημμένα πλήγματα.
Η ίδια η Metinvest - διεθνής όμιλος εξόρυξης και μεταλλουργίας - περιέγραψε στις 18 Σεπτεμβρίου την κατάσταση του κλάδου ως κρίσιμη.
Σε συνέντευξη στελέχους της εταιρείας αναφερόταν ότι, ακόμη πριν από ένα από τα τελευταία πλήγματα, μόνο μία από τις τρεις εγκαταστάσεις λειτουργούσε και μάλιστα στο 40% της δυναμικότητάς της.
Μεταγενέστερες επιθέσεις ανάγκασαν και αυτή να αναστείλει την παραγωγή.
Το εργοστάσιο που χτυπήθηκε ξανά και ξανά
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Zaporizhstal.
Σύμφωνα με τη Metinvest, το εργοστάσιο δέχθηκε επανειλημμένες επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους από τον Αύγουστο και μετά.
Μόνο στις 17 Σεπτεμβρίου δύο ακόμη πύραυλοι έπληξαν βιομηχανικές εγκαταστάσεις, προκαλώντας ζημιές σε μηχανολογικό και σιδηροδρομικό εξοπλισμό.
Η εταιρεία έκανε λόγο για τέταρτη επίθεση μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν μήνα.
Η σημασία αυτών των πληγμάτων δεν περιορίζεται στην προσωρινή παύση μιας γραμμής παραγωγής.
Μια ολοκληρωμένη χαλυβουργική μονάδα δεν είναι εγκατάσταση που κλείνει για μερικές ημέρες και επανέρχεται αυτομάτως σε λειτουργία όταν αποκατασταθεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι υψικάμινοι, οι εγκαταστάσεις οπτανθρακοποίησης, τα συστήματα ενέργειας, οι σιδηροδρομικές γραμμές και οι εγκαταστάσεις μεταφοράς πρώτων υλών αποτελούν ένα εξαιρετικά σύνθετο βιομηχανικό σύστημα.
Σοβαρές καταστροφές σε κρίσιμα τμήματά του μπορούν να απαιτήσουν μήνες επισκευών, μεγάλες επενδύσεις και εξειδικευμένο προσωπικό.
Στη Zaporizhstal, η Metinvest δηλώνει ότι έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές τόσο οι υψικάμινοι όσο και μεταλλικές κατασκευές και ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν διακρίνεται άμεση δυνατότητα επανεκκίνησης.

Όταν εξαφανίζεται ένας παραγωγικός κλάδος
Οι Financial Times αναφέρουν ότι οι επιθέσεις έχουν οδηγήσει σε αδρανοποίηση των τριών μεγάλων χαλυβουργικών συγκροτημάτων, επηρεάζοντας τη συντριπτική πλειονότητα της ουκρανικής παραγωγής χάλυβα και περισσότερους από 15.000 εργαζομένους άμεσα.
Οι επιχειρήσεις αυτές αντιστοιχούσαν περίπου στο 90% της εγχώριας χαλυβουργικής παραγωγής, ενώ εκπρόσωπος της Metinvest προειδοποιούσε ότι παραμένει άγνωστο πόσο χρόνο μπορεί να απαιτήσει η αποκατάστασή τους.
Αν αυτή η κατάσταση παραταθεί, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του κλάδου.
Η μεταλλουργία συνδέεται με ορυχεία, σιδηροδρομικές μεταφορές, λιμάνια, εταιρείες ενέργειας, προμηθευτές ανταλλακτικών και εκατοντάδες μικρότερες επιχειρήσεις.
Η αδρανοποίηση ενός μεγάλου χαλυβουργείου δεν αφαιρεί επομένως μόνο την παραγωγή του συγκεκριμένου εργοστασίου.
Δημιουργεί ένα κύμα απωλειών σε ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα.
Από εξαγωγέας σε εισαγωγέα χάλυβα
Υπάρχει και μια δεύτερη, στρατηγικά σημαντική συνέπεια.
Η Ουκρανία κινδυνεύει να μετατραπεί από παραγωγό και εξαγωγέα χάλυβα σε χώρα που θα πρέπει να εισάγει όλο και μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της.
Η Metinvest δηλώνει ήδη ότι, εάν η εγχώρια παραγωγή δεν αποκατασταθεί, θα χρειαστούν εισαγωγές από χώρες όπως η Τουρκία και η Νότια Κορέα.
Αυτό σημαίνει διπλή πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Από τη μία πλευρά χάνονται εξαγωγικά έσοδα.
Από την άλλη αυξάνονται οι ανάγκες εισαγωγών για προϊόντα που προηγουμένως παράγονταν στο εσωτερικό.
Και σε συνθήκες πολέμου αυτή η μεταβολή έχει ιδιαίτερο βάρος: το ξένο συνάλλαγμα που απαιτείται για την αγορά χάλυβα είναι το ίδιο συνάλλαγμα που απαιτείται για καύσιμα, μηχανήματα, ενεργειακό εξοπλισμό, στρατιωτικό υλικό και αποκατάσταση κατεστραμμένων υποδομών.

Ο δεύτερος στόχος: η εφοδιαστική αλυσίδα
Η χαλυβουργία δεν είναι ο μόνος κλάδος που δέχεται πίεση.
Η καταστροφή αποθηκευτικών και διανεμητικών υποδομών έχει λάβει επίσης μεγάλες διαστάσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν οι Financial Times, περίπου 2,1 εκατ. τετραγωνικά μέτρα από τα περίπου 5 εκατ. τετραγωνικά μέτρα σύγχρονων αποθηκευτικών χώρων της χώρας έχουν καταστραφεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, με περίπου 900.000 τετραγωνικά μέτρα να έχουν πληγεί μέσα σε σχετικά σύντομο πρόσφατο διάστημα.
Η απώλεια αποθηκών έχει διαφορετική αλλά εξίσου βαθιά οικονομική επίπτωση από την καταστροφή ενός εργοστασίου.
Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να διασπείρουν τα αποθέματά τους σε μικρότερες εγκαταστάσεις, να αλλάξουν δίκτυα διανομής, να αυξήσουν τις μεταφορές και να διατηρούν μικρότερα αποθέματα σε κάθε σημείο.
Όλα αυτά αυξάνουν το λειτουργικό κόστος.
Η Nova Poshta, μία από τις σημαντικότερες εταιρείες logistics της Ουκρανίας, υπολόγιζε ήδη στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ότι το κόστος αποκατάστασης περιουσίας της που είχε καταστραφεί από επιθέσεις και πολεμικές επιχειρήσεις είχε υπερβεί τα 2,1 δισ. γρίβνιες.

Λιμάνια και σιδηρόδρομοι στον ίδιο χάρτη
Το επόμενο κομμάτι της εικόνας αφορά τις μεταφορές.
Λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη, σιδηροδρομικές γραμμές, γέφυρες και άλλοι κρίσιμοι κόμβοι εμφανίζονται όλο και συχνότερα ανάμεσα στους στόχους των επιθέσεων.
Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι μέσω αυτών μεταφέρεται δυτικός στρατιωτικός εξοπλισμός.
Για την ουκρανική οικονομία, όμως, οι ίδιες υποδομές αποτελούν ταυτόχρονα τις αρτηρίες μέσω των οποίων μεταφέρονται γεωργικά προϊόντα, μέταλλα και άλλα εξαγώγιμα αγαθά.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας στρατηγικής: ένα πλήγμα σε ένα λιμάνι ή μια σιδηροδρομική υποδομή μπορεί να προκαλεί ταυτόχρονα στρατιωτικό και οικονομικό αποτέλεσμα.
Το ΔΝΤ σημείωνε ήδη τον Ιούλιο ότι η αυξανόμενη συγκέντρωση ρωσικών επιθέσεων σε μεγάλα κέντρα logistics και παραγωγής, σε εξορυκτικές εγκαταστάσεις, υποδομές φυσικού αερίου και μεταλλουργικές μονάδες δημιουργούσε αυξανόμενους κινδύνους για τη βιομηχανική και μεταφορική δραστηριότητα της Ουκρανίας.
Ο πόλεμος των πολλαπλασιαστικών επιπτώσεων
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση της σημερινής εκστρατείας.
Ένα εργοστάσιο που σταματά να παράγει δεν σημαίνει μόνο απώλεια παραγωγής.
Σημαίνει χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, λιγότερη κατανάλωση από τους εργαζομένους του, μικρότερη ζήτηση για μεταφορές και πρώτες ύλες και επιδείνωση των οικονομικών των προμηθευτών του.
Μια κατεστραμμένη αποθήκη δεν σημαίνει μόνο απώλεια εμπορευμάτων.
Αυξάνει το κόστος για δεκάδες επιχειρήσεις και τελικά μπορεί να μεταφέρει μέρος αυτής της επιβάρυνσης στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Ένα πληγωμένο λιμάνι περιορίζει όχι μόνο τις στρατιωτικές μεταφορές αλλά και την ικανότητα της χώρας να εξάγει προϊόντα και να εισπράττει ξένο συνάλλαγμα.
Ο στόχος, με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται να είναι η φυσική καταστροφή κάθε εργοστασίου.
Αρκεί η συνολική οικονομική λειτουργία να γίνει ακριβότερη, δυσκολότερη και περισσότερο εξαρτημένη από εξωτερική υποστήριξη.

Η δημοσιονομική πίεση μεγαλώνει
Τα στοιχεία του ΔΝΤ αποτυπώνουν ήδη την πίεση.
Το πραγματικό ουκρανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μόλις 1,8% το 2025, έναντι 3,2% το προηγούμενο έτος, ενώ για το 2026 το Ταμείο προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης περίπου στο 1% με 1,6%.
Ως βασικούς αρνητικούς παράγοντες αναφέρει τις επανειλημμένες επιθέσεις στις υποδομές, τις αυξημένες ανάγκες εισαγωγών και τις συνέπειες των ενεργειακών προβλημάτων.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το εμπορικό ισοζύγιο.
Την περίοδο Ιανουαρίου - Μαΐου 2026, το έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών έφθασε τα 25,8 δισ. δολάρια, από 17,4 δισ. δολάρια το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 26,7%, μεταξύ άλλων λόγω της ανάγκης αγοράς ενεργειακών πόρων και εξοπλισμού αποκατάστασης, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 3,4%.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να γίνει αυτοτροφοδοτούμενος: περισσότερες καταστροφές οδηγούν σε περισσότερες εισαγωγές, μικρότερη εγχώρια παραγωγή και μεγαλύτερη ανάγκη ξένης χρηματοδότησης.
Η εξωτερική βοήθεια ως οικονομικός πνεύμονας
Εδώ βρίσκεται και η βασική αιτία για την οποία δεν μπορεί ακόμη να γίνεται λόγος για ολοκληρωμένη οικονομική κατάρρευση.
Παρά τις τεράστιες απώλειες, η Ουκρανία εξακολουθεί να διατηρεί βασική μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, κυρίως χάρη σε συνδυασμό εσωτερικής δημοσιονομικής διαχείρισης και εξαιρετικά μεγάλης χρηματοδότησης από τους διεθνείς εταίρους της.
Μόνο τον Ιούνιο εισέρρευσαν περισσότερα από 15 δισ. δολάρια επίσημης εξωτερικής χρηματοδότησης, σύμφωνα με το ΔΝΤ, βοηθώντας τα διεθνή αποθέματα να φθάσουν τα 51,3 δισ. δολάρια στο τέλος του μήνα.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι εάν το ουκρανικό κράτος θα παύσει αύριο να λειτουργεί.
Είναι πόσο μεγάλο μέρος της οικονομικής του λειτουργίας μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται σε ξένους πόρους όσο η εγχώρια παραγωγική βάση υφίσταται νέα πλήγματα.

Η οικονομική αντοχή ως στρατιωτικός στόχος
Από αυτή την άποψη, η νέα ρωσική προσέγγιση φαίνεται να αντιμετωπίζει την οικονομική αντοχή ως τμήμα της στρατιωτικής ισχύος.
Εάν μια χώρα χάνει βιομηχανική παραγωγή, εξαγωγές και φορολογικά έσοδα, ενώ ταυτόχρονα χρειάζεται περισσότερες εισαγωγές και περισσότερα κεφάλαια για επισκευές, το κόστος διατήρησης της πολεμικής προσπάθειας αυξάνεται ακόμη και χωρίς αποφασιστική μεταβολή της γραμμής του μετώπου.
Η στρατηγική αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό της ρωσικής πλευράς.
Η Ουκρανία έχει επίσης εντείνει τις επιθέσεις της εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων, επιδιώκοντας να περιορίσει την παραγωγή καυσίμων και τα έσοδα που συνδέονται με τον ενεργειακό τομέα.
Τον Σεπτέμβριο, επιθέσεις είχαν αναγκάσει αρκετά μεγάλα ρωσικά διυλιστήρια να μειώσουν ή να αναστείλουν την παραγωγή τους.
Ο πόλεμος, επομένως, αποκτά ολοένα περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας αμοιβαίας σύγκρουσης οικονομικής φθοράς.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Ουκρανία
Για την Ουκρανία, ωστόσο, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ λόγω του μικρότερου μεγέθους της οικονομίας της και της ήδη μεγάλης εξάρτησής της από διεθνή χρηματοδότηση.
Η καταστροφή ενός ακόμη χαλυβουργείου, ενός ακόμη λιμανιού ή ενός ακόμη μεγάλου κέντρου logistics δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο.
Προστίθεται σε μια συσσωρευμένη απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου που θα απαιτήσει τεράστια ποσά και πολλά χρόνια για να αποκατασταθεί.
Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος τόσο δυσκολότερη γίνεται η αποκατάσταση.
Επενδύσεις αναβάλλονται, εξειδικευμένοι εργαζόμενοι μεταναστεύουν ή επιστρατεύονται, εταιρείες περιορίζουν τις δραστηριότητές τους και κεφάλαια που διαφορετικά θα χρηματοδοτούσαν νέες παραγωγικές μονάδες κατευθύνονται στην επιβίωση των υφιστάμενων.
Αυτή είναι η βαθύτερη απειλή: όχι απαραίτητα μια στιγμιαία οικονομική κατάρρευση, αλλά η σταδιακή διάλυση των μηχανισμών που επιτρέπουν σε μια οικονομία να στέκεται στα δικά της πόδια.
Ένας πόλεμος εναντίον της δυνατότητας παραγωγής
Η μάχη για την Ουκρανία έχει έτσι αποκτήσει μία ακόμη διάσταση.
Δίπλα στον πόλεμο χαρακωμάτων, στους πυραύλους, στα drones και στις επιχειρήσεις στο μέτωπο βρίσκεται πλέον ένας πόλεμος για την παραγωγική ικανότητα.
Οι χαλυβουργίες, τα δίκτυα ηλεκτρισμού, τα λιμάνια, οι αποθήκες και οι σιδηρόδρομοι γίνονται κρίσιμα πεδία της σύγκρουσης επειδή πάνω τους στηρίζεται η δυνατότητα μιας χώρας να χρηματοδοτεί, να εφοδιάζει και τελικά να συνεχίζει έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Η Ρωσία φαίνεται να επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την οικονομική ευπάθεια σε στρατηγικό πλεονέκτημα: όχι μόνο να καταστρέφει στρατιωτικό υλικό, αλλά να αυξάνει συνεχώς το οικονομικό κόστος της ουκρανικής αντίστασης.
Για το Κίεβο, η πρόκληση είναι πλέον διπλή. Πρέπει να προστατεύσει το μέτωπο και ταυτόχρονα να αποτρέψει την αποσύνθεση της παραγωγικής του βάσης.
Η ουκρανική οικονομία δεν έχει καταρρεύσει.
Παραμένει όρθια, σε σημαντικό βαθμό χάρη στη συνεχή εξωτερική χρηματοδότηση.
Όμως η απώλεια μεγάλου μέρους της χαλυβουργικής παραγωγής, η καταστροφή αποθηκευτικών και εφοδιαστικών εγκαταστάσεων, τα προβλήματα στις ενεργειακές και εξαγωγικές υποδομές και η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος δείχνουν ότι η πίεση μεταφέρεται πλέον στον ίδιο τον παραγωγικό πυρήνα της χώρας.
Και ακριβώς εκεί φαίνεται να βρίσκεται η νέα λογική του πολέμου: η στρατιωτική φθορά να μετατραπεί σε οικονομική φθορά και η οικονομική φθορά, με τη σειρά της, σε περιορισμό της δυνατότητας συνέχισης της σύγκρουσης.
Διότι οι Σύμμαχοι θα αντιληφθούν ότι η Ουκρανία δεν είναι παρά μια τεράστια οικονομική «μαύρη τρύπα», από την οποία δεν πρόκειται να λάβουν τίποτα πίσω…
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών