Η Ρωσία δεν πείθεται από την «ειρήνη πριν από τον χειμώνα» του Zelensky
Η συνάντηση του Donald Trump με τον Volodymyr Zelensky στη Νέα Υόρκη επανέφερε στο προσκήνιο το σενάριο μιας συμφωνίας ή τουλάχιστον μιας περιορισμένης εκεχειρίας πριν από τον χειμώνα.
Από τη ρωσική πλευρά, όμως, το μήνυμα είναι πολύ διαφορετικό: όσο το Κίεβο ζητεί περισσότερους Patriot, νέες αμερικανικές τεχνολογίες και πρόσθετη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η Μόσχα υποστηρίζει ότι δεν βλέπει ακόμη τις προϋποθέσεις για πραγματική ειρηνευτική διαδικασία.
Η λέξη «ειρήνη» ακούστηκε πολλές φορές στη Νέα Υόρκη.
Όμως πίσω από τη διπλωματική αισιοδοξία, τα χαμόγελα και τις δηλώσεις περί αποκλιμάκωσης, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πρόκειται πράγματι για προετοιμασία μιας συνολικής πολιτικής λύσης ή για μια προσπάθεια της Ουκρανίας να εξασφαλίσει χρόνο, όπλα και οικονομική στήριξη πριν από έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα;
Αυτό είναι ουσιαστικά το ερώτημα που θέτει η Μόσχα.
Ο Volodymyr Zelensky εμφανίστηκε μετά τη συνάντησή του με τον Donald Trump αισιόδοξος ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να κινηθεί προς το τέλος του ακόμη και πριν από τον χειμώνα.
Η ουκρανική προεδρία ανακοίνωσε ότι οι δύο ηγέτες συζήτησαν «βήματα αποκλιμάκωσης» που θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο προς τη διπλωματία, καθώς και ένα χειμερινό πακέτο αεράμυνας για την Ουκρανία.
Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια αυτή συζήτηση περί ειρήνης συνοδεύεται από αιτήματα για περισσότερους πυραύλους, περισσότερα συστήματα αεράμυνας και ενίσχυση της στρατιωτικής παραγωγής της Ουκρανίας.
Και ακριβώς εκεί εντοπίζει το Κρεμλίνο την αντίφαση.

«Ειρήνη» με περισσότερους Patriot
Ο Zelensky δεν πήγε στη Νέα Υόρκη μόνο για να μιλήσει για διαπραγματεύσεις.
Ζήτησε ένα «χειμερινό πακέτο» αεράμυνας και επιπλέον πυραύλους Patriot, ενώ οι ΗΠΑ και η Ουκρανία εξακολουθούν να εξετάζουν το ενδεχόμενο παραγωγής αναχαιτιστικών Patriot σε ουκρανικό έδαφος.
Ο ίδιος παραδέχθηκε μετά τη συνάντηση ότι δεν έλαβε συγκεκριμένη θετική απάντηση από τον Trump, αν και είπε ότι η πρόταση δεν απορρίφθηκε.
Από το Κίεβο, αυτή παρουσιάζεται ως ανάγκη άμυνας απέναντι σε πιθανές ρωσικές επιθέσεις στην ενεργειακή υποδομή τον χειμώνα.
Από τη Μόσχα, όμως, μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά: ως συνέχιση της στρατιωτικοποίησης την ίδια στιγμή που η ουκρανική ηγεσία μιλά για επικείμενη ειρήνη.
Το επιχείρημα του Κρεμλίνου, όπως εκφράζεται σταθερά από τον Dmitry Peskov, είναι ότι η Ρωσία δεν απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Peskov δήλωσε ότι η Μόσχα επιθυμεί την επανέναρξη των συνομιλιών υπό αμερικανική μεσολάβηση και πως υπάρχει πολιτική βούληση για συνέχιση των επαφών.
Οι βασικές διαφορές, ωστόσο, παραμένουν μεγάλες.
Η ρωσική θέση δεν είναι καινούργια.
Η Μόσχα εξακολουθεί να συνδέει μια συνολική συμφωνία με όρους που έχει θέσει από το 2024, μεταξύ των οποίων η εγκατάλειψη από την Ουκρανία της προοπτικής ένταξης στο NATO και η διευθέτηση του εδαφικού ζητήματος με όρους που το Κίεβο απορρίπτει.
Άρα, το χάσμα δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα υπάρξει μια προσωρινή κατάπαυση πυρός. Βρίσκεται στο τι ακριβώς σημαίνει «ειρήνη».

Η Μόσχα δεν θέλει μια απλή παύση
Η ουκρανική πρόταση επικεντρώνεται πλέον ιδιαίτερα στην ενέργεια.
Ο Zelensky είπε ότι το Κίεβο είναι έτοιμο να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις εάν η Ρωσία σταματήσει αντίστοιχα τις επιθέσεις στο ουκρανικό ηλεκτρικό, θερμικό και υδρευτικό δίκτυο.
Η πρόταση έχει προφανή πρακτική αξία για αμφότερες τις πλευρές.
Θα μπορούσε να περιορίσει τις ζημιές στις υποδομές και να μειώσει τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης μέσα στον χειμώνα.
Από ρωσικής πλευράς, ωστόσο, το ερώτημα είναι αν μια τέτοια συμφωνία θα αποτελούσε βήμα προς συνολική διευθέτηση ή απλώς προσωρινό πάγωμα των επιχειρήσεων.
Ρώσοι αναλυτές που μίλησαν στη Gazeta.Ru υποστηρίζουν ότι η Μόσχα ενδιαφέρεται περισσότερο για ευρύτερες πολιτικές και στρατιωτικές εγγυήσεις παρά για μια περιορισμένη συμφωνία γύρω από συγκεκριμένους στόχους.
Ο Ουκρανός πρώην βουλευτής Vladimir Oleynik, για παράδειγμα, εκτίμησε ότι μια «ενεργειακή εκεχειρία» από μόνη της δεν λύνει τις βασικές αιτίες της σύγκρουσης και ότι για τη ρωσική πλευρά απαιτείται ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο.
Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός.
Αποτυπώνει, όμως, με ακρίβεια τη βασική ρωσική συλλογιστική: η Μόσχα δεν θέλει μια συμφωνία που απλώς θα σταματήσει προσωρινά μέρος των επιχειρήσεων και στη συνέχεια θα επιτρέψει στην Ουκρανία να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές δυνατότητές της.

Trump: Η μεταβλητή που κοιτάζει το Κρεμλίνο
Το σημαντικότερο πρόσωπο στην εξίσωση ίσως δεν είναι ο Zelensky αλλά ο Donald Trump.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης ότι η Ουάσιγκτον εργάζεται με τη Ρωσία και την Ουκρανία και υποστήριξε ότι μια διευθέτηση μπορεί να επιτευχθεί ταχύτερα από όσο εκτιμάται.
Παράλληλα, δεν απέκλεισε νέα συνάντηση με τον Vladimir Putin.
Η Μόσχα έχει διατηρήσει ανοιχτό το αμερικανικό κανάλι ακόμη και στις περιόδους μεγαλύτερης έντασης.
Τον Σεπτέμβριο, το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι οι επαφές με την αμερικανική πλευρά συνεχίζονται και ότι επιθυμεί να επανεκκινήσει η αμερικανική μεσολαβητική διαδικασία.
Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα κατάσταση: η Ρωσία εμφανίζεται πολύ πιο δύσπιστη απέναντι στις δημόσιες δηλώσεις του Κιέβου, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός συνομιλητής.
Για τη Μόσχα, το πραγματικό ερώτημα είναι επομένως τι είναι διατεθειμένος να απαιτήσει ο Trump από την ουκρανική πλευρά — και όχι απλώς τι νέα στρατιωτικά μέσα είναι πρόθυμος να της παραχωρήσει.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα του Κιέβου – Πρωτοφανής ένταση στη συνάντηση Zelensky με von der Leyen
Παράλληλα, πίσω από τις αισιόδοξες δηλώσεις της ουκρανικής αντιπροσωπείας, αναδεικνύεται μια δεύτερη δυσκολία: τα οικονομικά.
Η συνάντηση του Zelensky με την Ursula von der Leyen στη Νέα Υόρκη χαρακτηρίστηκε «τεταμένη» σε δημοσιεύματα που επικαλούνται το Bloomberg.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φέρονται να συνέδεσαν την περαιτέρω οικονομική βοήθεια με πρόοδο σε μεταρρυθμίσεις για τη φορολογία, την παραοικονομία και την ευθυγράμμιση της ουκρανικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η von der Leyen δήλωσε δημόσια ότι περισσότερη δημοσιονομική βοήθεια θα ακολουθήσει όσο προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις στην Ουκρανία και ανέφερε ότι υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα 37 δισ. ευρώ για το 2026.
Την ίδια ώρα, η Ουκρανία ζητεί βοήθεια για να καλύψει χρηματοδοτικό κενό περίπου 26 δισ. ευρώ και επιδιώκει ταχύτερη εκταμίευση του ευρωπαϊκού δανείου των 90 δισ.
Για τους επικριτές του Κιέβου στη Ρωσία, αυτή η εικόνα ενισχύει ένα βασικό αφήγημα: ότι η ουκρανική δυνατότητα να συνεχίζει τον πόλεμο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερική χρηματοδότηση και δυτικό στρατιωτικό υλικό.
Ωστόσο, το γεγονός ότι υπάρχουν ευρωπαϊκές απαιτήσεις και οικονομικές διαφωνίες δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της Ουκρανίας από την ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να δηλώνει δημοσίως ότι θα αυξήσει την αμυντική υποστήριξη και ότι διαθέτει σημαντικούς χρηματοδοτικούς πόρους.

Οι δύο διαφορετικές έννοιες της «ειρήνης»
Εδώ βρίσκεται τελικά η ουσία της αντιπαράθεσης.
Για το Κίεβο, η αποκλιμάκωση μπορεί να ξεκινήσει με περιορισμένες συμφωνίες: ενεργειακή εκεχειρία, προστασία κρίσιμων υποδομών, ενίσχυση της αεράμυνας και στη συνέχεια ευρύτερες διαπραγματεύσεις.
Για τη Μόσχα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημόσιες θέσεις της, μια προσωρινή αποκλιμάκωση χωρίς συμφωνία πάνω στα στρατηγικά ζητήματα δεν αποτελεί από μόνη της λύση.
Η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να επιμένει σε ευρύτερες ρυθμίσεις ασφαλείας και σε ζητήματα εδαφικού και στρατιωτικού χαρακτήρα.
Αυτό εξηγεί γιατί το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις δηλώσεις περί «ειρήνης πριν από τον χειμώνα».
Δεν είναι απλώς θέμα χρονοδιαγράμματος. Είναι θέμα περιεχομένου.
Η Μόσχα φαίνεται να φοβάται μια φόρμουλα στην οποία η Ρωσία θα περιορίσει τη στρατιωτική πίεση, ενώ η Ουκρανία θα συνεχίσει να λαμβάνει όπλα, τεχνολογία, οικονομική βοήθεια και χρόνο για αναδιοργάνωση.
Το Κίεβο, από την άλλη, φοβάται ότι χωρίς ισχυρή αεράμυνα και δυτικές εγγυήσεις μια εκεχειρία θα το αφήσει ευάλωτο σε νέα ρωσική επίθεση.
Και οι δύο φόβοι βρίσκονται σήμερα πάνω στο τραπέζι.
Το πραγματικό τεστ είναι μετά τη Νέα Υόρκη
Η συνάντηση Trump–Zelensky δεν έδωσε τελική λύση.
Έδειξε, όμως, ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να αναζητεί κάποιον μηχανισμό αποκλιμάκωσης και ότι το Κίεβο θέλει να εμφανίζεται έτοιμο για διαπραγματεύσεις, χωρίς να εγκαταλείπει τα αιτήματα για στρατιωτική ενίσχυση.
Για τη Μόσχα, αυτό δεν αρκεί.
Το Κρεμλίνο θα κρίνει την αξιοπιστία της νέας διπλωματικής κινητικότητας όχι από τις δηλώσεις στη Γενική Συνέλευση αλλά από το εάν οι ΗΠΑ θα παρουσιάσουν μια πρόταση που θα αγγίζει τα ζητήματα τα οποία η Ρωσία θεωρεί θεμελιώδη.
Η αμερικανική διαμεσολάβηση παραμένει ενεργή, η Ουκρανία μιλά πλέον ανοιχτά για ενεργειακή εκεχειρία και η Ρωσία εξακολουθεί να δηλώνει ότι δεν κλείνει την πόρτα στις συνομιλίες.
Αυτό είναι το θετικό στοιχείο.
Το αρνητικό είναι ότι πίσω από τη λέξη «ειρήνη» οι τρεις πλευρές εξακολουθούν να εννοούν διαφορετικά πράγματα.
Και γι' αυτό, από τη σκοπιά της Μόσχας, οι εξαγγελίες του Zelensky για πιθανό τέλος του πολέμου πριν από τον χειμώνα αντιμετωπίζονται περισσότερο ως πολιτική δήλωση παρά ως απόδειξη ότι έχει ήδη διαμορφωθεί το έδαφος για συμφωνία.
Η Νέα Υόρκη μπορεί να άνοιξε ένα ακόμη διπλωματικό παράθυρο.
Το αν θα οδηγήσει σε ειρήνη θα εξαρτηθεί από το τι θα συμβεί όταν τα φώτα της Γενικής Συνέλευσης σβήσουν και οι πραγματικές διαπραγματεύσεις επιστρέψουν στο δύσκολο ερώτημα που παραμένει άλυτο από το 2022: όχι απλώς πώς θα σταματήσουν οι μάχες, αλλά με ποιους όρους θα θεωρήσει κάθε πλευρά ότι μπορεί να τις σταματήσει.
www.bankingnews.gr
Από τη ρωσική πλευρά, όμως, το μήνυμα είναι πολύ διαφορετικό: όσο το Κίεβο ζητεί περισσότερους Patriot, νέες αμερικανικές τεχνολογίες και πρόσθετη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η Μόσχα υποστηρίζει ότι δεν βλέπει ακόμη τις προϋποθέσεις για πραγματική ειρηνευτική διαδικασία.
Η λέξη «ειρήνη» ακούστηκε πολλές φορές στη Νέα Υόρκη.
Όμως πίσω από τη διπλωματική αισιοδοξία, τα χαμόγελα και τις δηλώσεις περί αποκλιμάκωσης, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πρόκειται πράγματι για προετοιμασία μιας συνολικής πολιτικής λύσης ή για μια προσπάθεια της Ουκρανίας να εξασφαλίσει χρόνο, όπλα και οικονομική στήριξη πριν από έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα;
Αυτό είναι ουσιαστικά το ερώτημα που θέτει η Μόσχα.
Ο Volodymyr Zelensky εμφανίστηκε μετά τη συνάντησή του με τον Donald Trump αισιόδοξος ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να κινηθεί προς το τέλος του ακόμη και πριν από τον χειμώνα.
Η ουκρανική προεδρία ανακοίνωσε ότι οι δύο ηγέτες συζήτησαν «βήματα αποκλιμάκωσης» που θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο προς τη διπλωματία, καθώς και ένα χειμερινό πακέτο αεράμυνας για την Ουκρανία.
Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια αυτή συζήτηση περί ειρήνης συνοδεύεται από αιτήματα για περισσότερους πυραύλους, περισσότερα συστήματα αεράμυνας και ενίσχυση της στρατιωτικής παραγωγής της Ουκρανίας.
Και ακριβώς εκεί εντοπίζει το Κρεμλίνο την αντίφαση.

«Ειρήνη» με περισσότερους Patriot
Ο Zelensky δεν πήγε στη Νέα Υόρκη μόνο για να μιλήσει για διαπραγματεύσεις.
Ζήτησε ένα «χειμερινό πακέτο» αεράμυνας και επιπλέον πυραύλους Patriot, ενώ οι ΗΠΑ και η Ουκρανία εξακολουθούν να εξετάζουν το ενδεχόμενο παραγωγής αναχαιτιστικών Patriot σε ουκρανικό έδαφος.
Ο ίδιος παραδέχθηκε μετά τη συνάντηση ότι δεν έλαβε συγκεκριμένη θετική απάντηση από τον Trump, αν και είπε ότι η πρόταση δεν απορρίφθηκε.
Από το Κίεβο, αυτή παρουσιάζεται ως ανάγκη άμυνας απέναντι σε πιθανές ρωσικές επιθέσεις στην ενεργειακή υποδομή τον χειμώνα.
Από τη Μόσχα, όμως, μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά: ως συνέχιση της στρατιωτικοποίησης την ίδια στιγμή που η ουκρανική ηγεσία μιλά για επικείμενη ειρήνη.
Το επιχείρημα του Κρεμλίνου, όπως εκφράζεται σταθερά από τον Dmitry Peskov, είναι ότι η Ρωσία δεν απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Peskov δήλωσε ότι η Μόσχα επιθυμεί την επανέναρξη των συνομιλιών υπό αμερικανική μεσολάβηση και πως υπάρχει πολιτική βούληση για συνέχιση των επαφών.
Οι βασικές διαφορές, ωστόσο, παραμένουν μεγάλες.
Η ρωσική θέση δεν είναι καινούργια.
Η Μόσχα εξακολουθεί να συνδέει μια συνολική συμφωνία με όρους που έχει θέσει από το 2024, μεταξύ των οποίων η εγκατάλειψη από την Ουκρανία της προοπτικής ένταξης στο NATO και η διευθέτηση του εδαφικού ζητήματος με όρους που το Κίεβο απορρίπτει.
Άρα, το χάσμα δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα υπάρξει μια προσωρινή κατάπαυση πυρός. Βρίσκεται στο τι ακριβώς σημαίνει «ειρήνη».

Η Μόσχα δεν θέλει μια απλή παύση
Η ουκρανική πρόταση επικεντρώνεται πλέον ιδιαίτερα στην ενέργεια.
Ο Zelensky είπε ότι το Κίεβο είναι έτοιμο να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις εάν η Ρωσία σταματήσει αντίστοιχα τις επιθέσεις στο ουκρανικό ηλεκτρικό, θερμικό και υδρευτικό δίκτυο.
Η πρόταση έχει προφανή πρακτική αξία για αμφότερες τις πλευρές.
Θα μπορούσε να περιορίσει τις ζημιές στις υποδομές και να μειώσει τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης μέσα στον χειμώνα.
Από ρωσικής πλευράς, ωστόσο, το ερώτημα είναι αν μια τέτοια συμφωνία θα αποτελούσε βήμα προς συνολική διευθέτηση ή απλώς προσωρινό πάγωμα των επιχειρήσεων.
Ρώσοι αναλυτές που μίλησαν στη Gazeta.Ru υποστηρίζουν ότι η Μόσχα ενδιαφέρεται περισσότερο για ευρύτερες πολιτικές και στρατιωτικές εγγυήσεις παρά για μια περιορισμένη συμφωνία γύρω από συγκεκριμένους στόχους.
Ο Ουκρανός πρώην βουλευτής Vladimir Oleynik, για παράδειγμα, εκτίμησε ότι μια «ενεργειακή εκεχειρία» από μόνη της δεν λύνει τις βασικές αιτίες της σύγκρουσης και ότι για τη ρωσική πλευρά απαιτείται ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο.
Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός.
Αποτυπώνει, όμως, με ακρίβεια τη βασική ρωσική συλλογιστική: η Μόσχα δεν θέλει μια συμφωνία που απλώς θα σταματήσει προσωρινά μέρος των επιχειρήσεων και στη συνέχεια θα επιτρέψει στην Ουκρανία να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές δυνατότητές της.

Trump: Η μεταβλητή που κοιτάζει το Κρεμλίνο
Το σημαντικότερο πρόσωπο στην εξίσωση ίσως δεν είναι ο Zelensky αλλά ο Donald Trump.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης ότι η Ουάσιγκτον εργάζεται με τη Ρωσία και την Ουκρανία και υποστήριξε ότι μια διευθέτηση μπορεί να επιτευχθεί ταχύτερα από όσο εκτιμάται.
Παράλληλα, δεν απέκλεισε νέα συνάντηση με τον Vladimir Putin.
Η Μόσχα έχει διατηρήσει ανοιχτό το αμερικανικό κανάλι ακόμη και στις περιόδους μεγαλύτερης έντασης.
Τον Σεπτέμβριο, το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι οι επαφές με την αμερικανική πλευρά συνεχίζονται και ότι επιθυμεί να επανεκκινήσει η αμερικανική μεσολαβητική διαδικασία.
Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα κατάσταση: η Ρωσία εμφανίζεται πολύ πιο δύσπιστη απέναντι στις δημόσιες δηλώσεις του Κιέβου, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός συνομιλητής.
Για τη Μόσχα, το πραγματικό ερώτημα είναι επομένως τι είναι διατεθειμένος να απαιτήσει ο Trump από την ουκρανική πλευρά — και όχι απλώς τι νέα στρατιωτικά μέσα είναι πρόθυμος να της παραχωρήσει.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα του Κιέβου – Πρωτοφανής ένταση στη συνάντηση Zelensky με von der Leyen
Παράλληλα, πίσω από τις αισιόδοξες δηλώσεις της ουκρανικής αντιπροσωπείας, αναδεικνύεται μια δεύτερη δυσκολία: τα οικονομικά.
Η συνάντηση του Zelensky με την Ursula von der Leyen στη Νέα Υόρκη χαρακτηρίστηκε «τεταμένη» σε δημοσιεύματα που επικαλούνται το Bloomberg.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φέρονται να συνέδεσαν την περαιτέρω οικονομική βοήθεια με πρόοδο σε μεταρρυθμίσεις για τη φορολογία, την παραοικονομία και την ευθυγράμμιση της ουκρανικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η von der Leyen δήλωσε δημόσια ότι περισσότερη δημοσιονομική βοήθεια θα ακολουθήσει όσο προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις στην Ουκρανία και ανέφερε ότι υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα 37 δισ. ευρώ για το 2026.
Την ίδια ώρα, η Ουκρανία ζητεί βοήθεια για να καλύψει χρηματοδοτικό κενό περίπου 26 δισ. ευρώ και επιδιώκει ταχύτερη εκταμίευση του ευρωπαϊκού δανείου των 90 δισ.
Για τους επικριτές του Κιέβου στη Ρωσία, αυτή η εικόνα ενισχύει ένα βασικό αφήγημα: ότι η ουκρανική δυνατότητα να συνεχίζει τον πόλεμο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερική χρηματοδότηση και δυτικό στρατιωτικό υλικό.
Ωστόσο, το γεγονός ότι υπάρχουν ευρωπαϊκές απαιτήσεις και οικονομικές διαφωνίες δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της Ουκρανίας από την ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να δηλώνει δημοσίως ότι θα αυξήσει την αμυντική υποστήριξη και ότι διαθέτει σημαντικούς χρηματοδοτικούς πόρους.

Οι δύο διαφορετικές έννοιες της «ειρήνης»
Εδώ βρίσκεται τελικά η ουσία της αντιπαράθεσης.
Για το Κίεβο, η αποκλιμάκωση μπορεί να ξεκινήσει με περιορισμένες συμφωνίες: ενεργειακή εκεχειρία, προστασία κρίσιμων υποδομών, ενίσχυση της αεράμυνας και στη συνέχεια ευρύτερες διαπραγματεύσεις.
Για τη Μόσχα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημόσιες θέσεις της, μια προσωρινή αποκλιμάκωση χωρίς συμφωνία πάνω στα στρατηγικά ζητήματα δεν αποτελεί από μόνη της λύση.
Η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να επιμένει σε ευρύτερες ρυθμίσεις ασφαλείας και σε ζητήματα εδαφικού και στρατιωτικού χαρακτήρα.
Αυτό εξηγεί γιατί το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις δηλώσεις περί «ειρήνης πριν από τον χειμώνα».
Δεν είναι απλώς θέμα χρονοδιαγράμματος. Είναι θέμα περιεχομένου.
Η Μόσχα φαίνεται να φοβάται μια φόρμουλα στην οποία η Ρωσία θα περιορίσει τη στρατιωτική πίεση, ενώ η Ουκρανία θα συνεχίσει να λαμβάνει όπλα, τεχνολογία, οικονομική βοήθεια και χρόνο για αναδιοργάνωση.
Το Κίεβο, από την άλλη, φοβάται ότι χωρίς ισχυρή αεράμυνα και δυτικές εγγυήσεις μια εκεχειρία θα το αφήσει ευάλωτο σε νέα ρωσική επίθεση.
Και οι δύο φόβοι βρίσκονται σήμερα πάνω στο τραπέζι.
Το πραγματικό τεστ είναι μετά τη Νέα Υόρκη
Η συνάντηση Trump–Zelensky δεν έδωσε τελική λύση.
Έδειξε, όμως, ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να αναζητεί κάποιον μηχανισμό αποκλιμάκωσης και ότι το Κίεβο θέλει να εμφανίζεται έτοιμο για διαπραγματεύσεις, χωρίς να εγκαταλείπει τα αιτήματα για στρατιωτική ενίσχυση.
Για τη Μόσχα, αυτό δεν αρκεί.
Το Κρεμλίνο θα κρίνει την αξιοπιστία της νέας διπλωματικής κινητικότητας όχι από τις δηλώσεις στη Γενική Συνέλευση αλλά από το εάν οι ΗΠΑ θα παρουσιάσουν μια πρόταση που θα αγγίζει τα ζητήματα τα οποία η Ρωσία θεωρεί θεμελιώδη.
Η αμερικανική διαμεσολάβηση παραμένει ενεργή, η Ουκρανία μιλά πλέον ανοιχτά για ενεργειακή εκεχειρία και η Ρωσία εξακολουθεί να δηλώνει ότι δεν κλείνει την πόρτα στις συνομιλίες.
Αυτό είναι το θετικό στοιχείο.
Το αρνητικό είναι ότι πίσω από τη λέξη «ειρήνη» οι τρεις πλευρές εξακολουθούν να εννοούν διαφορετικά πράγματα.
Και γι' αυτό, από τη σκοπιά της Μόσχας, οι εξαγγελίες του Zelensky για πιθανό τέλος του πολέμου πριν από τον χειμώνα αντιμετωπίζονται περισσότερο ως πολιτική δήλωση παρά ως απόδειξη ότι έχει ήδη διαμορφωθεί το έδαφος για συμφωνία.
Η Νέα Υόρκη μπορεί να άνοιξε ένα ακόμη διπλωματικό παράθυρο.
Το αν θα οδηγήσει σε ειρήνη θα εξαρτηθεί από το τι θα συμβεί όταν τα φώτα της Γενικής Συνέλευσης σβήσουν και οι πραγματικές διαπραγματεύσεις επιστρέψουν στο δύσκολο ερώτημα που παραμένει άλυτο από το 2022: όχι απλώς πώς θα σταματήσουν οι μάχες, αλλά με ποιους όρους θα θεωρήσει κάθε πλευρά ότι μπορεί να τις σταματήσει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών