Η Τεχεράνη διέψευσε ότι παρέλαβε επίσημη νέα πρόταση εκεχειρίας από το Κατάρ, χαρακτηρίζοντας τις ιδέες που της μεταφέρθηκαν απαράδεκτες και επαναλαμβάνοντας ότ δεν πρόκειται να υποχωρήσει στο ζήτημα του πυρηνικού της προγράμματος
(upd) Η σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ιράν και τον αμερικανοϊσραηλινό άξονα εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, κατά την οποία η διπλωματία συνυπάρχει με τις απειλές νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Παρά τις πολύμηνες επιθέσεις, τις οικονομικές κυρώσεις και την προσπάθεια περιορισμού των στρατιωτικών δυνατοτήτων του, το Ιράν εξακολουθεί να αρνείται οποιαδήποτε συμφωνία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παράδοση υπό την πίεση των όπλων.
Η στάση αυτή αποτυπώθηκε με σαφήνεια στις δηλώσεις ανώτερου Ιρανού αξιωματούχου στο Reuters, στις 28 Οκτωβρίου.
Η Τεχεράνη διέψευσε ότι παρέλαβε επίσημη νέα πρόταση εκεχειρίας από το Κατάρ, χαρακτηρίζοντας τις ιδέες που της μεταφέρθηκαν απαράδεκτες και επαναλαμβάνοντας ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει στο ζήτημα του πυρηνικού της προγράμματος.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή συμπίπτει με τη δημοσιοποίηση οπτικού υλικού που φέρεται να καταγράφει ιρανικό βαλλιστικό πύραυλο να διαπερνά την αεράμυνα Patriot κοντά στην αμερικανικής χρήσης αεροπορική βάση Al Dhafra, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες πλευρές της ίδιας σύγκρουσης: τη διπλωματική άρνηση της Τεχεράνης να αποδεχθεί μονομερείς όρους και την ικανότητά της να εξακολουθεί να προκαλεί σοβαρές επιχειρησιακές προκλήσεις στους αντιπάλους της.

Το Κατάρ διαμεσολαβεί, αλλά η Τεχεράνη αρνείται να διαπραγματευθεί υπό πίεση - Απορρίπτει το σχέδιο
Σύμφωνα με το Reuters, μεσολαβητές από το Κατάρ παρέδωσαν στην ιρανική πλευρά ένα νέο πλαίσιο συμφωνίας, το οποίο προέβλεπε επταήμερη διαδικασία αμοιβαίων βημάτων οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η εφαρμογή του θα μπορούσε να ξεκινήσει στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, με αρκετά κράτη να αναλαμβάνουν ρόλο εγγυητών.
Ωστόσο, η ιρανική πλευρά έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν θεωρεί τις συγκεκριμένες ιδέες επίσημη και αποδεκτή βάση συμφωνίας.
Η διαφωνία δεν είναι απλώς διαδικαστική.
Αποτυπώνει τη βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στις αμερικανικές απαιτήσεις και στις προϋποθέσεις που θέτει το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να εντάξει από την αρχή στις συνομιλίες ουσιαστικές δεσμεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Αντίθετα, η Τεχεράνη απαιτεί προηγουμένως την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των λιμανιών της και των κυρώσεων στις εξαγωγές πετρελαίου.
Από την ιρανική οπτική, η αποδοχή πυρηνικών παραχωρήσεων ενώ συνεχίζονται οι στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της πολιτικής εξαναγκασμού.
Αυτή είναι η κεντρική λογική της ιρανικής διαπραγματευτικής γραμμής: καμία ειρηνευτική διευθέτηση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη εφόσον προϋποθέτει την εγκατάλειψη θεμελιωδών εθνικών θέσεων χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις.

Το πυρηνικό πρόγραμμα ως ζήτημα κυριαρχίας
Η επιμονή του Ιράν στο πυρηνικό ζήτημα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συνολικότερη στρατηγική ασφάλειας της χώρας.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ζητούν περιορισμούς στον εμπλουτισμό ουρανίου, επιθεωρήσεις και ρυθμίσεις για τα υπάρχοντα αποθέματα πυρηνικού υλικού.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, αρνείται ότι επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου και απορρίπτει την απαίτηση απομάκρυνσης του εμπλουτισμένου υλικού από την επικράτειά της.
Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της διεθνούς επαλήθευσης ούτε τις ανησυχίες που προκαλεί το πυρηνικό πρόγραμμα.
Αναδεικνύει όμως ένα πραγματικό πολιτικό πρόβλημα: η εφαρμογή περιορισμών μέσω στρατιωτικών απειλών δυσκολεύει την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης που απαιτεί οποιαδήποτε συμφωνία.
Άλλωστε, η κατάρρευση της ενδιάμεσης συνεννόησης του Ιουνίου έχει επιβαρύνει σημαντικά το ήδη εύθραυστο διπλωματικό περιβάλλον.
Το Κατάρ και το Πακιστάν εξακολουθούν να αναζητούν διέξοδο, ενώ επαφές πραγματοποιούνται και με τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας.
Όμως η πραγματική δοκιμασία παραμένει η ίδια: κατά πόσο η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να συζητήσει αμοιβαίες δεσμεύσεις αντί να επιμείνει σε μονομερείς ιρανικές υποχωρήσεις.

Οι Patriot απέναντι στους ιρανικούς πυραύλους: Ρήγματα στην αμερικανική υπεροχή
Το δεύτερο μέτωπο, εξίσου σημαντικό με τη διπλωματία, αφορά την αποτελεσματικότητα των δυτικών αμυντικών συστημάτων.
Στις 26 Οκτωβρίου, το Military Watch Magazine παρουσίασε οπτικό υλικό που φέρεται να δείχνει ιρανικό βαλλιστικό πύραυλο να πλήττει στόχο κοντά στη βάση Al Dhafra στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), παρά την εκτόξευση τουλάχιστον τριών αναχαιτιστικών πυραύλων από συστήματα MIM-104 Patriot.
Ανάλογα περιστατικά φέρονται να σημειώθηκαν στο Κατάρ κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, αλλά και κοντά στο λιμάνι Fujairah των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, όπου βίντεο από εμπορικό πλοίο κατέγραψε πυραυλικά πλήγματα και προσπάθειες αναχαίτισης.
Η σημασία αυτών των εικόνων δεν περιορίζεται στο αν ένας συγκεκριμένος πύραυλος έφτασε στον στόχο του.
Αφορά το κατά πόσο ένα εξαιρετικά δαπανηρό αμυντικό δίκτυο μπορεί να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά και επί μακρόν επαναλαμβανόμενες επιθέσεις.
Ακόμη και τα πλέον προηγμένα συστήματα αεράμυνας δεν παρέχουν απόλυτη προστασία.
Για τις ΗΠΑ, όμως, που έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην ανάπτυξη και στην εξαγωγή τέτοιων συστημάτων, κάθε καταγεγραμμένη αποτυχία αποκτά ιδιαίτερο επιχειρησιακό και συμβολικό βάρος.

Η οικονομική εξίσωση που ευνοεί την ιρανική στρατηγική
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του πολέμου είναι η μεγάλη διαφορά κόστους μεταξύ επιθετικών και αμυντικών μέσων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ένας αναχαιτιστής PAC-3 μπορεί να κοστίζει τέσσερα έως έξι εκατομμύρια δολάρια.
Εάν εκτοξευθούν τρεις αναχαιτιστές, η συνολική δαπάνη μπορεί να φτάσει τα 18 εκατομμύρια δολάρια, έναντι εκτιμώμενου κόστους κάτω των 400.000 δολαρίων για ορισμένους ιρανικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς.
Αυτή η ασυμμετρία αποτελεί δυνητικό στρατηγικό πλεονέκτημα για την Τεχεράνη.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέφει κάθε αμυντική εγκατάσταση για να επιβαρύνει σοβαρά τον αντίπαλό του.
Αρκεί να τον υποχρεώνει να καταναλώνει ακριβό και περιορισμένο οπλισμό.
Βεβαίως, το πραγματικό κόστος μιας αναχαίτισης πρέπει να συγκρίνεται και με τις ανθρώπινες απώλειες ή τις καταστροφές που αποτρέπονται.
Παρ' όλα αυτά, ο μακροχρόνιος πόλεμος φθοράς μπορεί να δημιουργήσει έντονη πίεση στα αποθέματα πυρομαχικών, στις αλυσίδες ανεφοδιασμού και στους αμυντικούς προϋπολογισμούς.

Τα πλήγματα στα ραντάρ και η αποδυνάμωση της αμυντικής ομπρέλας
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι επιθέσεις εναντίον εγκαταστάσεων έγκαιρης προειδοποίησης.
Δορυφορικές εικόνες και σχετικές αναλύσεις έχουν επιβεβαιώσει ζημιές σε υποδομές ραντάρ, μεταξύ των οποίων το AN/FPS-132 στο Κατάρ και συστήματα AN/TPY-2 που υποστηρίζουν την αντιπυραυλική άμυνα THAAD.
Παρότι η ιρανική πλευρά έχει υποστηρίξει ότι ορισμένες εγκαταστάσεις καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, τα ανεξάρτητα στοιχεία τεκμηριώνουν κυρίως σοβαρές ζημιές και όχι σε όλες τις περιπτώσεις πλήρη καταστροφή.
Το στρατηγικό αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι σημαντικό.
Τα ραντάρ αποτελούν τα μάτια ενός συστήματος αεράμυνας.
Όταν υποβαθμίζονται, η δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού και παρακολούθησης εισερχόμενων απειλών περιορίζεται.
Οι επιτυχίες αυτές δείχνουν ότι η ιρανική στρατηγική δεν βασίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των διαθέσιμων πυραύλων, αλλά και στη στοχοποίηση κρίσιμων υποδομών που στηρίζουν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Ο Trump απειλεί με νέο πόλεμο μετά τις εκλογές
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Παρά τους ισχυρισμούς του ότι οι ιρανικές στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητες έχουν συντριβεί, η συνέχιση των εχθροπραξιών δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει κατορθώσει να επιβάλει τους πολιτικούς της όρους.
Το πρόβλημα για την αμερικανική στρατηγική είναι ότι η δυνατότητα διεξαγωγής νέων αεροπορικών επιδρομών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και δυνατότητα επιβολής μιας αποδεκτής πολιτικής λύσης.
Παράλληλα, το Ιράν διαθέτει ένα σημαντικό γεωγραφικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να επηρεάζει την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.
Η αναστάτωση στις ενεργειακές μεταφορές αυξάνει το κόστος της σύγκρουσης διεθνώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προκαλεί σοβαρότατες ζημιές και στην ίδια την ιρανική οικονομία.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα ακόμη πλήγματα μπορούν να πραγματοποιήσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά αν μια νέα κλιμάκωση θα αλλάξει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική στάση της Τεχεράνης.
Ο πόλεμος που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα απέδειξε ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μετατρέπεται αναγκαστικά σε πολιτική επικράτηση.
Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, απώλειες και οικονομικές καταστροφές.
Παράλληλα, όμως, έχει διατηρήσει ικανότητες ανταπόδοσης και δυνατότητα παρέμβασης στις περιφερειακές εξελίξεις.
Η ουσιαστική σημασία της ιρανικής άρνησης απέναντι στις νέες προτάσεις βρίσκεται ακριβώς εδώ: η Τεχεράνη επιδιώκει να διαπραγματευθεί όχι ως ηττημένο κράτος, αλλά ως περιφερειακή δύναμη της οποίας τα συμφέροντα ασφαλείας δεν μπορούν να παρακαμφθούν.
Η διπλωματία του Κατάρ μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη μόνο εφόσον μεταφέρει αμοιβαία αποδεκτές δεσμεύσεις και όχι απλώς απαιτήσεις που συνοδεύονται από απειλές βομβαρδισμών.
Το βαθύτερο δίδαγμα της σύγκρουσης είναι ότι οι πύραυλοι μπορούν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να επιβάλουν μια σταθερή πολιτική τάξη.
Και αυτό ακριβώς είναι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό επιχείρημα του Ιράν: όσο η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια ειρήνη που θα μοιάζει με μονομερή συνθηκολόγηση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ο πόλεμος να παρατείνεται, επιβαρύνοντας όχι μόνο την Τεχεράνη αλλά και ολόκληρο το αμερικανικό σύστημα συμμαχιών στην περιοχή.
Η πραγματική διέξοδος δεν βρίσκεται σε μια ακόμη επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, αλλά στην αναγνώριση ότι μια βιώσιμη συμφωνία απαιτεί αμοιβαιότητα, σεβασμό στην κυριαρχία και ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας.
www.bankingnews.gr
Παρά τις πολύμηνες επιθέσεις, τις οικονομικές κυρώσεις και την προσπάθεια περιορισμού των στρατιωτικών δυνατοτήτων του, το Ιράν εξακολουθεί να αρνείται οποιαδήποτε συμφωνία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παράδοση υπό την πίεση των όπλων.
Η στάση αυτή αποτυπώθηκε με σαφήνεια στις δηλώσεις ανώτερου Ιρανού αξιωματούχου στο Reuters, στις 28 Οκτωβρίου.
Η Τεχεράνη διέψευσε ότι παρέλαβε επίσημη νέα πρόταση εκεχειρίας από το Κατάρ, χαρακτηρίζοντας τις ιδέες που της μεταφέρθηκαν απαράδεκτες και επαναλαμβάνοντας ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει στο ζήτημα του πυρηνικού της προγράμματος.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή συμπίπτει με τη δημοσιοποίηση οπτικού υλικού που φέρεται να καταγράφει ιρανικό βαλλιστικό πύραυλο να διαπερνά την αεράμυνα Patriot κοντά στην αμερικανικής χρήσης αεροπορική βάση Al Dhafra, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες πλευρές της ίδιας σύγκρουσης: τη διπλωματική άρνηση της Τεχεράνης να αποδεχθεί μονομερείς όρους και την ικανότητά της να εξακολουθεί να προκαλεί σοβαρές επιχειρησιακές προκλήσεις στους αντιπάλους της.

Το Κατάρ διαμεσολαβεί, αλλά η Τεχεράνη αρνείται να διαπραγματευθεί υπό πίεση - Απορρίπτει το σχέδιο
Σύμφωνα με το Reuters, μεσολαβητές από το Κατάρ παρέδωσαν στην ιρανική πλευρά ένα νέο πλαίσιο συμφωνίας, το οποίο προέβλεπε επταήμερη διαδικασία αμοιβαίων βημάτων οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η εφαρμογή του θα μπορούσε να ξεκινήσει στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, με αρκετά κράτη να αναλαμβάνουν ρόλο εγγυητών.
Ωστόσο, η ιρανική πλευρά έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν θεωρεί τις συγκεκριμένες ιδέες επίσημη και αποδεκτή βάση συμφωνίας.
Η διαφωνία δεν είναι απλώς διαδικαστική.
Αποτυπώνει τη βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στις αμερικανικές απαιτήσεις και στις προϋποθέσεις που θέτει το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να εντάξει από την αρχή στις συνομιλίες ουσιαστικές δεσμεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Αντίθετα, η Τεχεράνη απαιτεί προηγουμένως την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των λιμανιών της και των κυρώσεων στις εξαγωγές πετρελαίου.
Από την ιρανική οπτική, η αποδοχή πυρηνικών παραχωρήσεων ενώ συνεχίζονται οι στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της πολιτικής εξαναγκασμού.
Αυτή είναι η κεντρική λογική της ιρανικής διαπραγματευτικής γραμμής: καμία ειρηνευτική διευθέτηση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη εφόσον προϋποθέτει την εγκατάλειψη θεμελιωδών εθνικών θέσεων χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις.

Το πυρηνικό πρόγραμμα ως ζήτημα κυριαρχίας
Η επιμονή του Ιράν στο πυρηνικό ζήτημα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συνολικότερη στρατηγική ασφάλειας της χώρας.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ζητούν περιορισμούς στον εμπλουτισμό ουρανίου, επιθεωρήσεις και ρυθμίσεις για τα υπάρχοντα αποθέματα πυρηνικού υλικού.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, αρνείται ότι επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου και απορρίπτει την απαίτηση απομάκρυνσης του εμπλουτισμένου υλικού από την επικράτειά της.
Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της διεθνούς επαλήθευσης ούτε τις ανησυχίες που προκαλεί το πυρηνικό πρόγραμμα.
Αναδεικνύει όμως ένα πραγματικό πολιτικό πρόβλημα: η εφαρμογή περιορισμών μέσω στρατιωτικών απειλών δυσκολεύει την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης που απαιτεί οποιαδήποτε συμφωνία.
Άλλωστε, η κατάρρευση της ενδιάμεσης συνεννόησης του Ιουνίου έχει επιβαρύνει σημαντικά το ήδη εύθραυστο διπλωματικό περιβάλλον.
Το Κατάρ και το Πακιστάν εξακολουθούν να αναζητούν διέξοδο, ενώ επαφές πραγματοποιούνται και με τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας.
Όμως η πραγματική δοκιμασία παραμένει η ίδια: κατά πόσο η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να συζητήσει αμοιβαίες δεσμεύσεις αντί να επιμείνει σε μονομερείς ιρανικές υποχωρήσεις.

Οι Patriot απέναντι στους ιρανικούς πυραύλους: Ρήγματα στην αμερικανική υπεροχή
Το δεύτερο μέτωπο, εξίσου σημαντικό με τη διπλωματία, αφορά την αποτελεσματικότητα των δυτικών αμυντικών συστημάτων.
Στις 26 Οκτωβρίου, το Military Watch Magazine παρουσίασε οπτικό υλικό που φέρεται να δείχνει ιρανικό βαλλιστικό πύραυλο να πλήττει στόχο κοντά στη βάση Al Dhafra στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), παρά την εκτόξευση τουλάχιστον τριών αναχαιτιστικών πυραύλων από συστήματα MIM-104 Patriot.
Ανάλογα περιστατικά φέρονται να σημειώθηκαν στο Κατάρ κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, αλλά και κοντά στο λιμάνι Fujairah των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, όπου βίντεο από εμπορικό πλοίο κατέγραψε πυραυλικά πλήγματα και προσπάθειες αναχαίτισης.
Η σημασία αυτών των εικόνων δεν περιορίζεται στο αν ένας συγκεκριμένος πύραυλος έφτασε στον στόχο του.
Αφορά το κατά πόσο ένα εξαιρετικά δαπανηρό αμυντικό δίκτυο μπορεί να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά και επί μακρόν επαναλαμβανόμενες επιθέσεις.
Ακόμη και τα πλέον προηγμένα συστήματα αεράμυνας δεν παρέχουν απόλυτη προστασία.
Για τις ΗΠΑ, όμως, που έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην ανάπτυξη και στην εξαγωγή τέτοιων συστημάτων, κάθε καταγεγραμμένη αποτυχία αποκτά ιδιαίτερο επιχειρησιακό και συμβολικό βάρος.

Η οικονομική εξίσωση που ευνοεί την ιρανική στρατηγική
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του πολέμου είναι η μεγάλη διαφορά κόστους μεταξύ επιθετικών και αμυντικών μέσων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ένας αναχαιτιστής PAC-3 μπορεί να κοστίζει τέσσερα έως έξι εκατομμύρια δολάρια.
Εάν εκτοξευθούν τρεις αναχαιτιστές, η συνολική δαπάνη μπορεί να φτάσει τα 18 εκατομμύρια δολάρια, έναντι εκτιμώμενου κόστους κάτω των 400.000 δολαρίων για ορισμένους ιρανικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς.
Αυτή η ασυμμετρία αποτελεί δυνητικό στρατηγικό πλεονέκτημα για την Τεχεράνη.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέφει κάθε αμυντική εγκατάσταση για να επιβαρύνει σοβαρά τον αντίπαλό του.
Αρκεί να τον υποχρεώνει να καταναλώνει ακριβό και περιορισμένο οπλισμό.
Βεβαίως, το πραγματικό κόστος μιας αναχαίτισης πρέπει να συγκρίνεται και με τις ανθρώπινες απώλειες ή τις καταστροφές που αποτρέπονται.
Παρ' όλα αυτά, ο μακροχρόνιος πόλεμος φθοράς μπορεί να δημιουργήσει έντονη πίεση στα αποθέματα πυρομαχικών, στις αλυσίδες ανεφοδιασμού και στους αμυντικούς προϋπολογισμούς.

Τα πλήγματα στα ραντάρ και η αποδυνάμωση της αμυντικής ομπρέλας
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι επιθέσεις εναντίον εγκαταστάσεων έγκαιρης προειδοποίησης.
Δορυφορικές εικόνες και σχετικές αναλύσεις έχουν επιβεβαιώσει ζημιές σε υποδομές ραντάρ, μεταξύ των οποίων το AN/FPS-132 στο Κατάρ και συστήματα AN/TPY-2 που υποστηρίζουν την αντιπυραυλική άμυνα THAAD.
Παρότι η ιρανική πλευρά έχει υποστηρίξει ότι ορισμένες εγκαταστάσεις καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, τα ανεξάρτητα στοιχεία τεκμηριώνουν κυρίως σοβαρές ζημιές και όχι σε όλες τις περιπτώσεις πλήρη καταστροφή.
Το στρατηγικό αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι σημαντικό.
Τα ραντάρ αποτελούν τα μάτια ενός συστήματος αεράμυνας.
Όταν υποβαθμίζονται, η δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού και παρακολούθησης εισερχόμενων απειλών περιορίζεται.
Οι επιτυχίες αυτές δείχνουν ότι η ιρανική στρατηγική δεν βασίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των διαθέσιμων πυραύλων, αλλά και στη στοχοποίηση κρίσιμων υποδομών που στηρίζουν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Ο Trump απειλεί με νέο πόλεμο μετά τις εκλογές
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Παρά τους ισχυρισμούς του ότι οι ιρανικές στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητες έχουν συντριβεί, η συνέχιση των εχθροπραξιών δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει κατορθώσει να επιβάλει τους πολιτικούς της όρους.
Το πρόβλημα για την αμερικανική στρατηγική είναι ότι η δυνατότητα διεξαγωγής νέων αεροπορικών επιδρομών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και δυνατότητα επιβολής μιας αποδεκτής πολιτικής λύσης.
Παράλληλα, το Ιράν διαθέτει ένα σημαντικό γεωγραφικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να επηρεάζει την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz.
Η αναστάτωση στις ενεργειακές μεταφορές αυξάνει το κόστος της σύγκρουσης διεθνώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προκαλεί σοβαρότατες ζημιές και στην ίδια την ιρανική οικονομία.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα ακόμη πλήγματα μπορούν να πραγματοποιήσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά αν μια νέα κλιμάκωση θα αλλάξει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική στάση της Τεχεράνης.
Το μήνυμα της Τεχεράνης: Η ειρήνη δεν μπορεί να επιβληθεί ως συνθηκολόγησηTrump on Iran: We have every nuclear site under watch. If there's any movement at the site, we know exactly what to do, but there won't be. https://t.co/Zs5tMLDWUS
— Clash Report (@clashreport) October 25, 2026
Ο πόλεμος που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα απέδειξε ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μετατρέπεται αναγκαστικά σε πολιτική επικράτηση.
Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, απώλειες και οικονομικές καταστροφές.
Παράλληλα, όμως, έχει διατηρήσει ικανότητες ανταπόδοσης και δυνατότητα παρέμβασης στις περιφερειακές εξελίξεις.
Η ουσιαστική σημασία της ιρανικής άρνησης απέναντι στις νέες προτάσεις βρίσκεται ακριβώς εδώ: η Τεχεράνη επιδιώκει να διαπραγματευθεί όχι ως ηττημένο κράτος, αλλά ως περιφερειακή δύναμη της οποίας τα συμφέροντα ασφαλείας δεν μπορούν να παρακαμφθούν.
Η διπλωματία του Κατάρ μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη μόνο εφόσον μεταφέρει αμοιβαία αποδεκτές δεσμεύσεις και όχι απλώς απαιτήσεις που συνοδεύονται από απειλές βομβαρδισμών.
Το βαθύτερο δίδαγμα της σύγκρουσης είναι ότι οι πύραυλοι μπορούν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να επιβάλουν μια σταθερή πολιτική τάξη.
Και αυτό ακριβώς είναι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό επιχείρημα του Ιράν: όσο η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια ειρήνη που θα μοιάζει με μονομερή συνθηκολόγηση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ο πόλεμος να παρατείνεται, επιβαρύνοντας όχι μόνο την Τεχεράνη αλλά και ολόκληρο το αμερικανικό σύστημα συμμαχιών στην περιοχή.
Η πραγματική διέξοδος δεν βρίσκεται σε μια ακόμη επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, αλλά στην αναγνώριση ότι μια βιώσιμη συμφωνία απαιτεί αμοιβαιότητα, σεβασμό στην κυριαρχία και ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών