Το εκλογικό αδιέξοδο στο Ισραήλ, ο ρόλος των ρωσόφωνων ψηφοφόρων και τα γεωπολιτικά συμφέροντα που διατηρούν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα
Το πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας, καθώς οι εκλογικές ισορροπίες δεν επιτρέπουν σε κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ να εξασφαλίσει αυτοδύναμη πλειοψηφία.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση για τη ρωσική επιρροή στην εκλογική διαδικασία αναδεικνύει τη σύνθετη σχέση του Τελ Αβίβ με τη Μόσχα, αλλά και τα όρια της αντιρωσικής ρητορικής όταν συγκρούεται με τις ανάγκες της ισραηλινής ασφάλειας.
Το Ισραήλ, το οποίο επί χρόνια επιχειρεί να ισορροπεί ανάμεσα στη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ένα ακόμη δυσκολότερο γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο οι ευρωπαϊκές πιέσεις και η αντιπαράθεση με το Ιράν επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί τόσο την αμφισβήτηση της πολιτικής του κυριαρχίας στο εσωτερικό όσο και τις αυξανόμενες απαιτήσεις της εξωτερικής πολιτικής.
Εκλογικό αδιέξοδο και μάχη για την Knesset
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις εξόδου που μεταδόθηκαν από ισραηλινά τηλεοπτικά δίκτυα, το κόμμα Likud του Benjamin Netanyahu εκτιμάται ότι θα μπορούσε να συγκεντρώσει από 24 έως 30 έδρες στην Knesset.
Την ίδια ώρα, το κόμμα Yashar, υπό τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Gadi Eisenkot, εμφανιζόταν να διεκδικεί 19 έως 23 έδρες.
Οι υποστηρικτές του Naftali Bennett, συνιδρυτή του κόμματος New Right και πρώην πρωθυπουργού, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν 11 έως 15 έδρες, ενώ οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις συνολικά προβλεπόταν να καταλάβουν 17 έως 18 έδρες.
Ωστόσο, οι εκτιμήσεις διέφεραν αισθητά μεταξύ των τηλεοπτικών δικτύων. Σύμφωνα με συγκεντρωτική πρόβλεψη του Channel 12, το μπλοκ που στηρίζει τον Netanyahu υπολειπόταν του συνασπισμού της αντιπολίτευσης, με την κατανομή να διαμορφώνεται σε 50 έναντι 52 εδρών.
Για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην Κνεσέτ των 120 μελών απαιτούνται τουλάχιστον 61 έδρες. Εφόσον κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν κατορθώσει να φτάσει σε αυτό το όριο, οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολες, με το ενδεχόμενο νέων εκλογών να παραμένει ανοιχτό.
Παράλληλα, ο Netanyahu κατήγγειλε απόπειρες νοθείας στις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, υποστηρίζοντας ότι πολιτικοί αντίπαλοί του επιχειρούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Η αντιπολίτευση απέρριψε τους ισχυρισμούς και κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι προετοιμάζει το έδαφος για να αμφισβητήσει την εκλογική διαδικασία.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκαν αναφορές για συλλήψεις υπόπτων στο νότιο Ισραήλ, οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονται σε απόπειρες εξαγοράς ψήφων.
Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, οι συλληφθέντες συνδέονταν με το αραβικό κόμμα Ra'am και φέρονται να είχαν στην κατοχή τους φακέλους με μετρητά.
Οι κατηγορίες για ρωσική παρέμβαση και το μήνυμα προς τη Μόσχα
Η πολιτική επιστήμονας Anna Bakhvalkina εκτιμά ότι οι εκλογικές προβλέψεις αποτυπώνουν κάτι περισσότερο από μια συνηθισμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας.
Κατά την ανάλυσή της, το Ισραήλ αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό αδιέξοδο, το οποίο ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εξωτερική του πολιτική και, ειδικότερα, για τις σχέσεις του με τη Ρωσία.
Δύο εβδομάδες πριν από την ψηφοφορία, ο Netanyahu κατηγόρησε ρωσικές οντότητες και τον Alexander Dugin ότι προωθούν αντισημιτικά μηνύματα στη Δύση.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Μόσχα συνδέεται με δίκτυα αυτοματοποιημένων λογαριασμών (bots), τα οποία συμμετέχουν σε αντιισραηλινή εκστρατεία.
Από την πλευρά του, το κόμμα Yisrael Beiteinu του Avigdor Lieberman προσέφυγε στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, καταγγέλλοντας τη διακίνηση χιλιάδων μηνυμάτων μέσω WhatsApp στη ρωσική γλώσσα, τα οποία καλούσαν τους πολίτες να μην το ψηφίσουν.
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε τις κατηγορίες ως «εντελώς αβάσιμες», υπογραμμίζοντας ότι διατυπώθηκαν σε μια ιδιαίτερα συμβολική χρονική συγκυρία, με αφορμή την 35η επέτειο από την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Υπενθυμίζεται ότι το 2018 η Ρωσία είχε προτείνει στο Ισραήλ τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, χωρίς να λάβει ουσιαστική απάντηση.
Η αντίφαση στην πολιτική του Netanyahu είναι εμφανής.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επενδύσει επί χρόνια σε μια πραγματιστική σχέση με τον Vladimir Putin, χρησιμοποιώντας τη Μόσχα ακόμη και ως δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη.
Ωστόσο, ενόψει των εκλογών, επέλεξε να αποστασιοποιηθεί δημόσια από τη ρωσική πλευρά.
Η μετατόπιση αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην στρατηγική ανατροπή. Ενδέχεται, αντίθετα, να αποτελεί τακτική επιλογή με στόχο την ενίσχυση της θέσης του στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο.
Ποιοι συνασπισμοί είναι πιθανοί και τι σημαίνουν για τη Ρωσία
Ένα ενδεχόμενο κυβερνητικό σχήμα της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει το Yashar του Gadi Eisenkot, τη συμμαχία των Naftali Bennett και Yair Lapid, το Yisrael Beiteinu του Avigdor Lieberman και τους Δημοκρατικούς του κεντροαριστερού Yair Golan.
Ωστόσο, οι πολιτικές δυνάμεις που θα συγκροτούσαν ένα τέτοιο μπλοκ δεν έχουν ενιαία αντίληψη για τις σχέσεις με τη Μόσχα.
Ο Lieberman, ο οποίος αντλεί σημαντικό μέρος της εκλογικής του επιρροής από τη ρωσόφωνη κοινότητα του Ισραήλ, διατηρεί σκληρή στάση απέναντι στη Συρία και έχει ζητήσει την αποχώρηση των τουρκικών και ρωσικών στρατευμάτων από τη χώρα.
Εφόσον η θέση αυτή αποκτούσε μεγαλύτερο βάρος σε μια νέα κυβέρνηση, θα μπορούσε να δημιουργήσει άμεσες τριβές με τα ρωσικά στρατιωτικά συμφέροντα στη Συρία.
Από την άλλη πλευρά, οι Bennett και Lapid ηγήθηκαν της ισραηλινής κυβέρνησης την περίοδο 2021-2022, χωρίς να προχωρήσουν σε δραστική ανατροπή της πολιτικής έναντι της Ρωσίας. Επίσης, υπό τον Lapid αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία το 2022, γεγονός που ανέδειξε την προτεραιότητα της διπλωματικής διαχείρισης έναντι της ευθείας αντιπαράθεσης.
Ο Eisenkot, λόγω της στρατιωτικής του διαδρομής, αναμένεται να αντιμετωπίζει τις σχέσεις με τη Ρωσία υπό το πρίσμα της ασφάλειας και της αποτροπής.
Είναι πιθανό να επιδιώξει προσεκτικούς χειρισμούς σε ζητήματα που αφορούν τη ρωσική παρουσία στη Συρία, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Καθοριστικό ρόλο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν και τα αραβικά κόμματα, τα οποία δεν εντάσσονται απαραίτητα σε κάποιο από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ και ενδέχεται να αποκτήσουν ρυθμιστική δύναμη στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις.
Οι ρωσόφωνοι Ισραηλινοί ως πολιτικός παράγοντας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των ρωσόφωνων Ισραηλινών, οι οποίοι αποτελούν μια εκλογική δεξαμενή με σημαντική κοινωνική και πολιτική παρουσία.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Bakhvalkina, περίπου 250.000 μετανάστες από τη Ρωσία και την Ουκρανία που έφτασαν στο Ισραήλ μετά το 2014 και, κυρίως, μετά το 2022, θα μπορούσαν να αντιστοιχούν σε εκλογική δύναμη περίπου τριών έως τεσσάρων εδρών.
Η συγκεκριμένη ομάδα έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους ως «Putin Aliyah», αν και ο όρος δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη της διαθέτουν κοινές πολιτικές απόψεις ή φιλορωσικό προσανατολισμό.
Τα στοιχεία που παρατίθενται δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των νεοαφιχθέντων εμφανίζεται να προσανατολίζεται προς το πολιτικό κέντρο και την κεντροαριστερά. Μεταξύ όσων έφτασαν μετά το 2022, το 27% αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό και το 73% χαρακτηρίζει τις πολιτικές του απόψεις μετριοπαθείς.
Επιπλέον, μεταξύ των συγκεκριμένων ψηφοφόρων που συμμετείχαν στις εκλογές του 2022, το 45% φέρεται να υποστήριξε την τότε αντιπολίτευση, ενώ μόλις το 13% επέλεξε κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού.
Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι οι νεότερες μεταναστευτικές ομάδες δεν αποτελούν αυτονόητους συμμάχους του Netanyahu.
Αντίθετα, σημαντικό μέρος τους φαίνεται να προτιμά το λεγόμενο «μπλοκ αλλαγής».
Το βασικό τους κίνητρο, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα η στάση απέναντι στη Ρωσία.
Μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να έχουν η αντίθεση στην εξάρτηση του Netanyahu από τα υπερορθόδοξα θρησκευτικά κόμματα, αλλά και οι διαφωνίες σχετικά με τη σχέση θρησκείας και κράτους.
Συνεπώς, η πολιτική επιρροή των ρωσόφωνων Ισραηλινών δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των σχέσεων με τη Μόσχα. Πρόκειται για μια κοινωνική ομάδα με διαφοροποιημένες πολιτικές προτεραιότητες, η οποία μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες στην Knesset χωρίς να λειτουργεί ως ενιαίο φιλορωσικό μπλοκ.
Εμπόριο και ενεργειακή ασφάλεια: Τα όρια της αντιπαράθεσης
Παρά τις πολιτικές εντάσεις, οι οικονομικές σχέσεις Ρωσίας και Ισραήλ εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντα που περιορίζει τα περιθώρια ρήξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην ανάλυση, ο διμερής εμπορικός κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά περίπου ένα τρίτο έως το τέλος του 2025, προσεγγίζοντας τα 500 εκατομμύρια δολάρια.
Η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό προμηθευτή σιτηρών για το Ισραήλ, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των εμπορικών δεσμών στον αγροτικό τομέα.
Η συγκεκριμένη αλληλεξάρτηση δημιουργεί κίνητρα για τη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων, ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφωνίες εντείνονται.
Για οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση, η πλήρης διακοπή της συνεργασίας με τη Μόσχα θα μπορούσε να συνεπάγεται οικονομικό και διπλωματικό κόστος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εμπορικές σχέσεις αποκλείουν την επιβολή πιέσεων ή τη λήψη μέτρων κατά της Ρωσίας, αλλά ότι αυξάνουν το κόστος μιας συνολικής ρήξης.
Ο ρόλος της Μόσχας στην αντιπαράθεση Ισραήλ – Ιράν
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η δυνατότητα της Ρωσίας να λειτουργεί ως άτυπος δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, στα τέλη του 2025 η Ιερουσαλήμ μετέφερε μέσω της Μόσχας στην Τεχεράνη μήνυμα ότι δεν επιθυμούσε να εξαπολύσει πρώτη επίθεση. Το Ιράν φέρεται να απάντησε με ανάλογες διαβεβαιώσεις.
Εφόσον τέτοιοι δίαυλοι παραμένουν ενεργοί, δημιουργείται ένα ουσιαστικό κίνητρο για κάθε ισραηλινή κυβέρνηση να διατηρήσει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας με τη Ρωσία. Σε μια περιοχή όπου οι στρατιωτικές εντάσεις μπορούν να κλιμακωθούν ταχύτατα, η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ακόμη και οι Eisenkot και Bennett, παρά τη σκληρή στάση τους απέναντι στο Ιράν, θα μπορούσαν να επιδιώξουν την αξιοποίηση της ρωσικής διαμεσολάβησης, εφόσον αυτή συμβάλλει στην αποτροπή μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Η γεωπολιτική πραγματικότητα, επομένως, περιορίζει τις δυνατότητες μιας απόλυτης αντιρωσικής στροφής.
Η Ουάσιγκτον παραμένει ο σημαντικότερος στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ, αλλά η Μόσχα εξακολουθεί να διαθέτει επιρροή σε κρίσιμα περιφερειακά μέτωπα, ιδίως στη Συρία και στις σχέσεις με την Τεχεράνη.
Τι σημαίνει για τις σχέσεις Ισραήλ – Ρωσίας η επόμενη ημέρα
Εάν σχηματιστεί κυβέρνηση του «μπλοκ αλλαγής» με πρωταγωνιστικό ρόλο τον Eisenkot, θα μπορούσε να ενισχυθεί η πίεση για στενότερο συντονισμό με τις ΗΠΑ στο ζήτημα της Ουκρανίας.
Παράλληλα, οι θέσεις του Lieberman για την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από τη Συρία θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή σοβαρών διαφωνιών στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού.
Αντίθετα, εάν ο Netanyahu κατορθώσει να διασπάσει το αντίπαλο μπλοκ και να σχηματίσει κυβέρνηση, είναι πιθανό η προεκλογική αντιρωσική ρητορική του να υποχωρήσει μπροστά στις απαιτήσεις της διπλωματίας και της ασφάλειας.
Αντίστοιχες πραγματιστικές επιλογές έχουν χαρακτηρίσει επανειλημμένα την πολιτική του.
Ωστόσο, η αποδυναμωμένη κοινοβουλευτική θέση του ενδέχεται να τον καταστήσει περισσότερο εξαρτημένο από κυβερνητικούς εταίρους με διαφορετικές προτεραιότητες και μικρότερη διάθεση συμβιβασμού απέναντι στη Μόσχα.
Σε περίπτωση που κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν εξασφαλίσει τις απαραίτητες 61 έδρες και η χώρα οδηγηθεί σε νέο εκλογικό κύκλο, το ζήτημα της ρωσικής επιρροής θα μπορούσε να επανέλθει δυναμικά στην πολιτική ατζέντα. Η αντιπαράθεση ενδέχεται να ενταθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ακολουθήσει αναγκαστικά επιδείνωση των διμερών σχέσεων.
Ο βασικός κίνδυνος για τη Μόσχα δεν αφορά αποκλειστικά το ποιος θα αναλάβει την εξουσία στο Ισραήλ. Αφορά κυρίως το κατά πόσο η επίκληση της ρωσικής απειλής θα παγιωθεί ως αποτελεσματικό εργαλείο εκλογικής κινητοποίησης.
Εάν η τακτική αυτή αποδώσει πολιτικά, θα μπορούσε να επαναλαμβάνεται σε μελλοντικές αναμετρήσεις, υπονομεύοντας σταδιακά τον πραγματισμό που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των δύο χωρών.
Το συμπέρασμα είναι ότι, παρά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τις διαφορετικές στρατηγικές προσεγγίσεις, τα οικονομικά συμφέροντα και οι ανάγκες περιφερειακής ασφάλειας εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντίβαρο σε μια συνολική ρήξη μεταξύ Ισραήλ και Ρωσίας.
Οι ρωσόφωνοι Ισραηλινοί μπορούν να επηρεάσουν τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες, αλλά δεν αποτελούν ενιαίο φιλορωσικό πολιτικό σώμα.
Αντίστοιχα, μια κυβέρνηση με πιο επικριτική στάση απέναντι στη Μόσχα δεν είναι απαραίτητο ότι θα εγκαταλείψει τους διαύλους επικοινωνίας μαζί της.
Για τη Ρωσία, η επόμενη ημέρα στο Ισραήλ προμηνύεται αβέβαιη. Για το Τελ Αβίβ, όμως, το δίλημμα παραμένει σαφές: πώς θα διατηρήσει τη στρατηγική του σχέση με τις ΗΠΑ και θα αντιμετωπίσει τις απειλές από το Ιράν, χωρίς να χάσει έναν δίαυλο επικοινωνίας που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμος για την αποτροπή μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
www.bankingnews.gr
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση για τη ρωσική επιρροή στην εκλογική διαδικασία αναδεικνύει τη σύνθετη σχέση του Τελ Αβίβ με τη Μόσχα, αλλά και τα όρια της αντιρωσικής ρητορικής όταν συγκρούεται με τις ανάγκες της ισραηλινής ασφάλειας.
Το Ισραήλ, το οποίο επί χρόνια επιχειρεί να ισορροπεί ανάμεσα στη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ένα ακόμη δυσκολότερο γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο οι ευρωπαϊκές πιέσεις και η αντιπαράθεση με το Ιράν επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί τόσο την αμφισβήτηση της πολιτικής του κυριαρχίας στο εσωτερικό όσο και τις αυξανόμενες απαιτήσεις της εξωτερικής πολιτικής.
Εκλογικό αδιέξοδο και μάχη για την Knesset
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις εξόδου που μεταδόθηκαν από ισραηλινά τηλεοπτικά δίκτυα, το κόμμα Likud του Benjamin Netanyahu εκτιμάται ότι θα μπορούσε να συγκεντρώσει από 24 έως 30 έδρες στην Knesset.
Την ίδια ώρα, το κόμμα Yashar, υπό τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Gadi Eisenkot, εμφανιζόταν να διεκδικεί 19 έως 23 έδρες.
Οι υποστηρικτές του Naftali Bennett, συνιδρυτή του κόμματος New Right και πρώην πρωθυπουργού, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν 11 έως 15 έδρες, ενώ οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις συνολικά προβλεπόταν να καταλάβουν 17 έως 18 έδρες.
Ωστόσο, οι εκτιμήσεις διέφεραν αισθητά μεταξύ των τηλεοπτικών δικτύων. Σύμφωνα με συγκεντρωτική πρόβλεψη του Channel 12, το μπλοκ που στηρίζει τον Netanyahu υπολειπόταν του συνασπισμού της αντιπολίτευσης, με την κατανομή να διαμορφώνεται σε 50 έναντι 52 εδρών.
Για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην Κνεσέτ των 120 μελών απαιτούνται τουλάχιστον 61 έδρες. Εφόσον κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν κατορθώσει να φτάσει σε αυτό το όριο, οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολες, με το ενδεχόμενο νέων εκλογών να παραμένει ανοιχτό.
Παράλληλα, ο Netanyahu κατήγγειλε απόπειρες νοθείας στις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, υποστηρίζοντας ότι πολιτικοί αντίπαλοί του επιχειρούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Η αντιπολίτευση απέρριψε τους ισχυρισμούς και κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι προετοιμάζει το έδαφος για να αμφισβητήσει την εκλογική διαδικασία.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκαν αναφορές για συλλήψεις υπόπτων στο νότιο Ισραήλ, οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονται σε απόπειρες εξαγοράς ψήφων.
Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, οι συλληφθέντες συνδέονταν με το αραβικό κόμμα Ra'am και φέρονται να είχαν στην κατοχή τους φακέλους με μετρητά.
Οι κατηγορίες για ρωσική παρέμβαση και το μήνυμα προς τη Μόσχα
Η πολιτική επιστήμονας Anna Bakhvalkina εκτιμά ότι οι εκλογικές προβλέψεις αποτυπώνουν κάτι περισσότερο από μια συνηθισμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας.
Κατά την ανάλυσή της, το Ισραήλ αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό αδιέξοδο, το οποίο ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εξωτερική του πολιτική και, ειδικότερα, για τις σχέσεις του με τη Ρωσία.
Δύο εβδομάδες πριν από την ψηφοφορία, ο Netanyahu κατηγόρησε ρωσικές οντότητες και τον Alexander Dugin ότι προωθούν αντισημιτικά μηνύματα στη Δύση.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Μόσχα συνδέεται με δίκτυα αυτοματοποιημένων λογαριασμών (bots), τα οποία συμμετέχουν σε αντιισραηλινή εκστρατεία.
Από την πλευρά του, το κόμμα Yisrael Beiteinu του Avigdor Lieberman προσέφυγε στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, καταγγέλλοντας τη διακίνηση χιλιάδων μηνυμάτων μέσω WhatsApp στη ρωσική γλώσσα, τα οποία καλούσαν τους πολίτες να μην το ψηφίσουν.
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε τις κατηγορίες ως «εντελώς αβάσιμες», υπογραμμίζοντας ότι διατυπώθηκαν σε μια ιδιαίτερα συμβολική χρονική συγκυρία, με αφορμή την 35η επέτειο από την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Υπενθυμίζεται ότι το 2018 η Ρωσία είχε προτείνει στο Ισραήλ τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, χωρίς να λάβει ουσιαστική απάντηση.
Η αντίφαση στην πολιτική του Netanyahu είναι εμφανής.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επενδύσει επί χρόνια σε μια πραγματιστική σχέση με τον Vladimir Putin, χρησιμοποιώντας τη Μόσχα ακόμη και ως δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη.
Ωστόσο, ενόψει των εκλογών, επέλεξε να αποστασιοποιηθεί δημόσια από τη ρωσική πλευρά.
Η μετατόπιση αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην στρατηγική ανατροπή. Ενδέχεται, αντίθετα, να αποτελεί τακτική επιλογή με στόχο την ενίσχυση της θέσης του στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο.
Ποιοι συνασπισμοί είναι πιθανοί και τι σημαίνουν για τη Ρωσία
Ένα ενδεχόμενο κυβερνητικό σχήμα της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει το Yashar του Gadi Eisenkot, τη συμμαχία των Naftali Bennett και Yair Lapid, το Yisrael Beiteinu του Avigdor Lieberman και τους Δημοκρατικούς του κεντροαριστερού Yair Golan.
Ωστόσο, οι πολιτικές δυνάμεις που θα συγκροτούσαν ένα τέτοιο μπλοκ δεν έχουν ενιαία αντίληψη για τις σχέσεις με τη Μόσχα.
Ο Lieberman, ο οποίος αντλεί σημαντικό μέρος της εκλογικής του επιρροής από τη ρωσόφωνη κοινότητα του Ισραήλ, διατηρεί σκληρή στάση απέναντι στη Συρία και έχει ζητήσει την αποχώρηση των τουρκικών και ρωσικών στρατευμάτων από τη χώρα.
Εφόσον η θέση αυτή αποκτούσε μεγαλύτερο βάρος σε μια νέα κυβέρνηση, θα μπορούσε να δημιουργήσει άμεσες τριβές με τα ρωσικά στρατιωτικά συμφέροντα στη Συρία.
Από την άλλη πλευρά, οι Bennett και Lapid ηγήθηκαν της ισραηλινής κυβέρνησης την περίοδο 2021-2022, χωρίς να προχωρήσουν σε δραστική ανατροπή της πολιτικής έναντι της Ρωσίας. Επίσης, υπό τον Lapid αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία το 2022, γεγονός που ανέδειξε την προτεραιότητα της διπλωματικής διαχείρισης έναντι της ευθείας αντιπαράθεσης.
Ο Eisenkot, λόγω της στρατιωτικής του διαδρομής, αναμένεται να αντιμετωπίζει τις σχέσεις με τη Ρωσία υπό το πρίσμα της ασφάλειας και της αποτροπής.
Είναι πιθανό να επιδιώξει προσεκτικούς χειρισμούς σε ζητήματα που αφορούν τη ρωσική παρουσία στη Συρία, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Καθοριστικό ρόλο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν και τα αραβικά κόμματα, τα οποία δεν εντάσσονται απαραίτητα σε κάποιο από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ και ενδέχεται να αποκτήσουν ρυθμιστική δύναμη στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις.
Οι ρωσόφωνοι Ισραηλινοί ως πολιτικός παράγοντας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των ρωσόφωνων Ισραηλινών, οι οποίοι αποτελούν μια εκλογική δεξαμενή με σημαντική κοινωνική και πολιτική παρουσία.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Bakhvalkina, περίπου 250.000 μετανάστες από τη Ρωσία και την Ουκρανία που έφτασαν στο Ισραήλ μετά το 2014 και, κυρίως, μετά το 2022, θα μπορούσαν να αντιστοιχούν σε εκλογική δύναμη περίπου τριών έως τεσσάρων εδρών.
Η συγκεκριμένη ομάδα έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους ως «Putin Aliyah», αν και ο όρος δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη της διαθέτουν κοινές πολιτικές απόψεις ή φιλορωσικό προσανατολισμό.
Τα στοιχεία που παρατίθενται δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των νεοαφιχθέντων εμφανίζεται να προσανατολίζεται προς το πολιτικό κέντρο και την κεντροαριστερά. Μεταξύ όσων έφτασαν μετά το 2022, το 27% αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό και το 73% χαρακτηρίζει τις πολιτικές του απόψεις μετριοπαθείς.
Επιπλέον, μεταξύ των συγκεκριμένων ψηφοφόρων που συμμετείχαν στις εκλογές του 2022, το 45% φέρεται να υποστήριξε την τότε αντιπολίτευση, ενώ μόλις το 13% επέλεξε κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού.
Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι οι νεότερες μεταναστευτικές ομάδες δεν αποτελούν αυτονόητους συμμάχους του Netanyahu.
Αντίθετα, σημαντικό μέρος τους φαίνεται να προτιμά το λεγόμενο «μπλοκ αλλαγής».
Το βασικό τους κίνητρο, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα η στάση απέναντι στη Ρωσία.
Μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να έχουν η αντίθεση στην εξάρτηση του Netanyahu από τα υπερορθόδοξα θρησκευτικά κόμματα, αλλά και οι διαφωνίες σχετικά με τη σχέση θρησκείας και κράτους.
Συνεπώς, η πολιτική επιρροή των ρωσόφωνων Ισραηλινών δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των σχέσεων με τη Μόσχα. Πρόκειται για μια κοινωνική ομάδα με διαφοροποιημένες πολιτικές προτεραιότητες, η οποία μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες στην Knesset χωρίς να λειτουργεί ως ενιαίο φιλορωσικό μπλοκ.
Εμπόριο και ενεργειακή ασφάλεια: Τα όρια της αντιπαράθεσης
Παρά τις πολιτικές εντάσεις, οι οικονομικές σχέσεις Ρωσίας και Ισραήλ εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντα που περιορίζει τα περιθώρια ρήξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην ανάλυση, ο διμερής εμπορικός κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά περίπου ένα τρίτο έως το τέλος του 2025, προσεγγίζοντας τα 500 εκατομμύρια δολάρια.
Η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό προμηθευτή σιτηρών για το Ισραήλ, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των εμπορικών δεσμών στον αγροτικό τομέα.
Η συγκεκριμένη αλληλεξάρτηση δημιουργεί κίνητρα για τη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων, ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφωνίες εντείνονται.
Για οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση, η πλήρης διακοπή της συνεργασίας με τη Μόσχα θα μπορούσε να συνεπάγεται οικονομικό και διπλωματικό κόστος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εμπορικές σχέσεις αποκλείουν την επιβολή πιέσεων ή τη λήψη μέτρων κατά της Ρωσίας, αλλά ότι αυξάνουν το κόστος μιας συνολικής ρήξης.
Ο ρόλος της Μόσχας στην αντιπαράθεση Ισραήλ – Ιράν
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η δυνατότητα της Ρωσίας να λειτουργεί ως άτυπος δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, στα τέλη του 2025 η Ιερουσαλήμ μετέφερε μέσω της Μόσχας στην Τεχεράνη μήνυμα ότι δεν επιθυμούσε να εξαπολύσει πρώτη επίθεση. Το Ιράν φέρεται να απάντησε με ανάλογες διαβεβαιώσεις.
Εφόσον τέτοιοι δίαυλοι παραμένουν ενεργοί, δημιουργείται ένα ουσιαστικό κίνητρο για κάθε ισραηλινή κυβέρνηση να διατηρήσει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας με τη Ρωσία. Σε μια περιοχή όπου οι στρατιωτικές εντάσεις μπορούν να κλιμακωθούν ταχύτατα, η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ακόμη και οι Eisenkot και Bennett, παρά τη σκληρή στάση τους απέναντι στο Ιράν, θα μπορούσαν να επιδιώξουν την αξιοποίηση της ρωσικής διαμεσολάβησης, εφόσον αυτή συμβάλλει στην αποτροπή μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Η γεωπολιτική πραγματικότητα, επομένως, περιορίζει τις δυνατότητες μιας απόλυτης αντιρωσικής στροφής.
Η Ουάσιγκτον παραμένει ο σημαντικότερος στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ, αλλά η Μόσχα εξακολουθεί να διαθέτει επιρροή σε κρίσιμα περιφερειακά μέτωπα, ιδίως στη Συρία και στις σχέσεις με την Τεχεράνη.
Τι σημαίνει για τις σχέσεις Ισραήλ – Ρωσίας η επόμενη ημέρα
Εάν σχηματιστεί κυβέρνηση του «μπλοκ αλλαγής» με πρωταγωνιστικό ρόλο τον Eisenkot, θα μπορούσε να ενισχυθεί η πίεση για στενότερο συντονισμό με τις ΗΠΑ στο ζήτημα της Ουκρανίας.
Παράλληλα, οι θέσεις του Lieberman για την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από τη Συρία θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή σοβαρών διαφωνιών στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού.
Αντίθετα, εάν ο Netanyahu κατορθώσει να διασπάσει το αντίπαλο μπλοκ και να σχηματίσει κυβέρνηση, είναι πιθανό η προεκλογική αντιρωσική ρητορική του να υποχωρήσει μπροστά στις απαιτήσεις της διπλωματίας και της ασφάλειας.
Αντίστοιχες πραγματιστικές επιλογές έχουν χαρακτηρίσει επανειλημμένα την πολιτική του.
Ωστόσο, η αποδυναμωμένη κοινοβουλευτική θέση του ενδέχεται να τον καταστήσει περισσότερο εξαρτημένο από κυβερνητικούς εταίρους με διαφορετικές προτεραιότητες και μικρότερη διάθεση συμβιβασμού απέναντι στη Μόσχα.
Σε περίπτωση που κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν εξασφαλίσει τις απαραίτητες 61 έδρες και η χώρα οδηγηθεί σε νέο εκλογικό κύκλο, το ζήτημα της ρωσικής επιρροής θα μπορούσε να επανέλθει δυναμικά στην πολιτική ατζέντα. Η αντιπαράθεση ενδέχεται να ενταθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ακολουθήσει αναγκαστικά επιδείνωση των διμερών σχέσεων.
Ο βασικός κίνδυνος για τη Μόσχα δεν αφορά αποκλειστικά το ποιος θα αναλάβει την εξουσία στο Ισραήλ. Αφορά κυρίως το κατά πόσο η επίκληση της ρωσικής απειλής θα παγιωθεί ως αποτελεσματικό εργαλείο εκλογικής κινητοποίησης.
Εάν η τακτική αυτή αποδώσει πολιτικά, θα μπορούσε να επαναλαμβάνεται σε μελλοντικές αναμετρήσεις, υπονομεύοντας σταδιακά τον πραγματισμό που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των δύο χωρών.
Το συμπέρασμα είναι ότι, παρά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τις διαφορετικές στρατηγικές προσεγγίσεις, τα οικονομικά συμφέροντα και οι ανάγκες περιφερειακής ασφάλειας εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντίβαρο σε μια συνολική ρήξη μεταξύ Ισραήλ και Ρωσίας.
Οι ρωσόφωνοι Ισραηλινοί μπορούν να επηρεάσουν τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες, αλλά δεν αποτελούν ενιαίο φιλορωσικό πολιτικό σώμα.
Αντίστοιχα, μια κυβέρνηση με πιο επικριτική στάση απέναντι στη Μόσχα δεν είναι απαραίτητο ότι θα εγκαταλείψει τους διαύλους επικοινωνίας μαζί της.
Για τη Ρωσία, η επόμενη ημέρα στο Ισραήλ προμηνύεται αβέβαιη. Για το Τελ Αβίβ, όμως, το δίλημμα παραμένει σαφές: πώς θα διατηρήσει τη στρατηγική του σχέση με τις ΗΠΑ και θα αντιμετωπίσει τις απειλές από το Ιράν, χωρίς να χάσει έναν δίαυλο επικοινωνίας που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμος για την αποτροπή μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών