Τελευταία Νέα
Διεθνή

Ραγδαίες εξελίξεις: Βρώμικο παιχνίδι Trump με κάλπες ανοιχτές στις ΗΠΑ: Αρχίζει συνομιλίες με Putin, Xi για Ουκρανία, παζάρι με Ιράν

Ραγδαίες εξελίξεις: Βρώμικο παιχνίδι Trump με κάλπες ανοιχτές στις ΗΠΑ: Αρχίζει συνομιλίες με Putin, Xi για Ουκρανία, παζάρι με Ιράν
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και ΗΠΑ θα πραγματοποιηθούν την ερχόμενη εβδομάδα στο Abu Dhabi
Τη διεξαγωγή ειρηνευτικών συνομιλιών με την Ουκρανία επιβεβαίωσε η Ρωσία, σε μία εξέλιξη που επανακαθορίζει το διπλωματικό τοπίο και αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά το πολιτικό κλίμα ενόψει των επικείμενων αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών.
Και η αλήθεια είναι πως με τη συντριβή να θεωρείται δεδομένη, ο Trump, άρχισε τις κινήσεις πανικού...
Ειδικότερα, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και ΗΠΑ θα πραγματοποιηθούν την ερχόμενη εβδομάδα στο Abu Dhabi, ενώ παράλληλα διαφαίνεται στον ορίζοντα ιστορική τριμερής συνάντηση κορυφής ανάμεσα στους ηγέτες των μεγαλύτερων δυνάμεων του πλανήτη.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Dmitry Peskov δήλωσε ότι ο σύμβουλος του Ρώσου Προέδρου Vladimir Medinsky θα ηγηθεί της ρωσικής αντιπροσωπείας ως επικεφαλής διαπραγματευτής στις συνομιλίες που έχουν προγραμματιστεί για τις 10 και 11 Νοεμβρίου.
Την πρωτοβουλία της αμερικανικής διαμεσολάβησης επιβεβαίωσε και ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Steve Witkoff, σημειώνοντας ότι η ατζέντα των συνομιλιών θα επικεντρωθεί σε διευθετήσεις ασφαλείας, μέτρα αποκλιμάκωσης, καθώς και σε ανθρωπιστικά ζητήματα.
Παράλληλα, Αμερικανοί διαπραγματευτές ετοιμάζονται να συναντηθούν στις Βρυξέλλες με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του NATO, με αντικείμενο τις μεταπολεμικές εγγυήσεις ασφαλείας και το σχέδιο ανασυγκρότησης της Ουκρανίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η τοποθέτηση του Dmitry Peskov ότι η Μόσχα ελπίζει να οριστικοποιήσει τις επόμενες ημέρες το πλαίσιο για μια τριμερή συνάντηση μεταξύ του Vladimir Putin, του Donald Trump και του Xi Jinping.
Η προοπτική μιας τέτοιας συνάντησης κορυφής για τον τερματισμό του πολέμου έρχεται στο φως μετά από πληροφορίες που θέλουν τις τρεις δυνάμεις να εξετάζουν τον σχεδιασμό για το τέλος της σύγκρουσης, χωρίς ωστόσο τη φυσική παρουσία του Volodymyr Zelensky στο τραπέζι των συζητήσεων.

Η αντίδραση Zelensky

Ο Ουκρανός Πρόεδρος Volodymyr Zelensky, από τη μεριά του, διεμήνυσε σε αυστηρό τόνο ότι καμία απόφαση για το μέλλον της χώρας του δεν μπορεί να ληφθεί ερήμην της.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε, οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο με την ενεργή παρουσία του Κιέβου, επαναλαμβάνοντας τη σταθερή θέση «τίποτα για την Ουκρανία χωρίς την Ουκρανία».
Οι διπλωματικές αυτές διεργασίες εκτυλίσσονται σε μια περίοδο αυξανόμενης αβεβαιότητας στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ουκρανίας.
Μια σειρά από κινήσεις της διοίκησης Trump κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου έχουν προκαλέσει προβληματισμό στο Kyiv σχετικά με τη σταθερότητα και την αξιοπιστία της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης, την ίδια στιγμή που οι εκατέρωθεν επιθέσεις σε υποδομές και πολιτικούς στόχους συνεχίζονται.

Η ανθρωπιστική πρωτοβουλία της Melania και η κατάσταση στην Oleshky

Στο προσκήνιο της διπλωματίας βρίσκεται και η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Melania Trump. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, η Melania Trump θα υποδεχθεί εκπροσώπους από τη Ρωσία και την Ουκρανία στο White House, με αντικείμενο τη συζήτηση για την τοπική κατάπαυση του πυρός στην περιοχή της Kherson.



Η πρωτοβουλία αυτή ακολουθεί την ολοκλήρωση της εξαήμερης εκεχειρίας στην κατεχόμενη πόλη Oleshky και τις γύρω περιοχές, η οποία συμφωνήθηκε με τη διαμεσολάβηση της Πρώτης Κυρίας προκειμένου να καταστεί δυνατή η απομάκρυνση των κατοίκων.
Παρά την ανθρωπιστική αυτή ανάπαυλα, το Κίεβο κατηγόρησε τη Μόσχα ότι αξιοποίησε την εκεχειρία για την ενίσχυση των στρατιωτικών της θέσεων.
Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε την επικείμενη συνάντηση ως μια εξαιρετικά σημαντική στιγμή για την αμερικανική διπλωματία, επιβεβαιώνοντας ότι η Melania Trump θα πραγματοποιήσει επίσημες δηλώσεις σχετικά με την εκεχειρία στην Oleshky.
Επειδή οι διπλωματικές εξελίξεις γύρω από τις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία είναι ραγδαίες, αυτό το ρεπορτάζ παρουσιάζει αναλυτικά τις θέσεις των εμπλεκόμενων πλευρών και τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις

Kίνητρα στη Ρωσία

Ο Λευκός Οίκος προετοιμάζει σημαντικά κίνητρα για τη Ρωσία ενόψει της συνόδου κορυφής στο Άμπου Ντάμπι για την Ουκρανία, όπως η επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, η αποκατάσταση των ενεργειακών οδών και νέες εμπορικές συμφωνίες, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Όλα αυτά αναμένεται να συζητηθούν, φυσικά, κεκλεισμένων των θυρών.
Είναι πλέον επιβεβαιωμένο ότι οι τριμερείς συνομιλίες μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών έχουν προγραμματιστεί για τις 10-11 Νοεμβρίου στο Άμπου Ντάμπι.
Την είδηση ανακοίνωσε σήμερα το πρωί ο Ειδικός Απεσταλμένος του Προέδρου των ΗΠΑ, Steven Witkoff, ο οποίος και θα ηγηθεί της αμερικανικής αντιπροσωπείας. Παρότι δεν αποκάλυψε περαιτέρω λεπτομέρειες, περιορίστηκε στο να αναφέρει πως τα εμπλεκόμενα μέρη θα συζητήσουν τους μηχανισμούς μεταπολεμικής ασφάλειας, την αποκλιμάκωση, τα ανθρωπιστικά ζητήματα, καθώς και τα επόμενα βήματα προς μια ειρηνευτική συμφωνία.
Ο Steven Witkoff δήλωσε επίσης ότι, πριν από τη συνάντηση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αμερικανοί εκπρόσωποι θα πραγματοποιήσουν διαβουλεύσεις στις Βρυξέλλες με εκπροσώπους της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Στην ατζέντα θα περιλαμβάνονται οι εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία, οι ευκαιρίες οικονομικής της ανασυγκρότησης και η συνολική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Εκτός από τον Witkoff, στην αμερικανική αντιπροσωπεία θα συμμετέχει και ο γαμπρός του προέδρου, Jared Kushner. Ενώ οι συνθέσεις των αντιπροσωπειών της Ρωσίας και της Ουκρανίας δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί επίσημα, ο Yuri Ushakov γνωστοποίησε ότι η Μόσχα έχει ήδη συγκροτήσει τον πυρήνα της διαπραγματευτικής της ομάδας.
Το πιο ενδιαφέρον σκέλος των προετοιμασιών δεν αφορά καν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά την ενέργεια.
Η Wall Street Journal αναφέρει ότι ο Λευκός Οίκος εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο επανέναρξης των προμηθειών ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω των αγωγών που διασχίζουν την Ουκρανία — μια πρόταση υπέρ της οποίας ασκεί πιέσεις ο Jared Kushner, ο οποίος πιθανώς διατηρεί εμπορικό ενδιαφέρον για το ζήτημα.
Βάσει του σχεδίου, προτείνεται η πώληση του ρωσικού φυσικού αερίου μέσω ενός Αμερικανού ενδιάμεσου, με τα έσοδα της Μόσχας να κατατίθενται προσωρινά σε έναν λογαριασμό μεσεγγύησης (escrow account) σε τρίτη δικαιοδοσία. Ο μηχανισμός αυτός θα περιόριζε την άμεση πρόσβαση της Ρωσίας στα κεφάλαια.
Από τη σκοπιά της Ουάσινγκτον, αυτό αποτελεί ισχυρό δέλεαρ για το Κρεμλίνο: Η Ρωσία θα ανακτούσε την πρόσβασή της στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, η Ουκρανία θα εξασφάλιζε έσοδα από τη διαμετακόμιση και η Ευρώπη θα είχε τη δυνατότητα να συγκρατήσει τις τιμές ενόψει του χειμώνα.
Ωστόσο, η ΕΕ έχει ήδη λάβει απόφαση για πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν δηλώσει δημόσια ότι δεν επιθυμούν την επιστροφή σε μια ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, την οποία θεωρούν στρατηγική απειλή.

Συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες στο Ιράν

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Al-Araby Al-Jadeed», το οποίο επικαλείται πηγές προσκείμενες στη διαμεσολαβητική ομάδα, οι ΗΠΑ έχουν συμφωνήσει με το προσχέδιο μνημονίου κατανόησης που παρουσίασε χθες στην Τεχεράνη η αντιπροσωπεία του Κατάρ.
Οι μεσολαβητές φέρονται να έχουν μεταφέρει στην Τεχεράνη την ετοιμότητα των ΗΠΑ να δεσμευτούν ότι δεν θα επιτεθούν στο Ιράν, σε περίπτωση που προκύψουν διαφωνίες κατά τη διάρκεια των μελλοντικών διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, η επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τη σειρά εφαρμογής των επιμέρους βημάτων αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την πορεία και το μέλλον των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με το Entekhab.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η ιρανική πλευρά, για λόγους ασφαλείας, προτιμά να πραγματοποιεί απευθείας συναντήσεις με τους διαμεσολαβητές.
Το Reuters, επικαλούμενο ανώτερο Ιρανό αξιωματούχο, μετέδωσε ότι οι διαμεσολαβητές καταβάλλουν εντατικές προσπάθειες για τη γεφύρωση των διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών.
Ο ίδιος αξιωματούχος φέρεται να δήλωσε ότι το Ιράν και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από την επίτευξη συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου.
Σύμφωνα με το Entekhab, ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να αποδεχθεί τις υπερβολικές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι εάν οι ΗΠΑ επιθυμούν την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz, θα πρέπει πρώτα να αποδεχθούν τους όρους που θέτει η Τεχεράνη. Μόνο μετά την ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα μπορούσαν να ξεκινήσουν οι πυρηνικές διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, τόνισε ότι το Ιράν είναι έτοιμο να απαντήσει δυναμικά σε οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση, είτε αυτή σημειωθεί στην περιοχή είτε εκτός αυτής.
Το Ιράν ανακοίνωσε ότι έχει συμπυκνώσει και επιταχύνει την προτεινόμενη συμφωνία εκεχειρίας με τις ΗΠΑ, η οποία θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή εντός δύο ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι θα ικανοποιηθούν οι όροι που θέτει η Τεχεράνη.
Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Gharibabadi, δήλωσε ότι η βάση της ιρανικής πλευράς για τη διπλωματική επίλυση της κρίσης παραμένει η ίδια πρόταση που είχε καταθέσει στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Στο πλαίσιο των τρεχουσών επαφών σχετικά με το ίδιο κείμενο, έχουμε λάβει ορισμένες παρατηρήσεις, ενώ οι απαιτήσεις του Ιράν είναι σαφώς προσδιορισμένες. Είναι αυτονόητο ότι, εφόσον ικανοποιηθούν αυτές οι απαιτήσεις, μπορεί να επιτευχθεί μια διπλωματική συνεννόηση».

Το μεγάλο αντάλλαγμα

Σύμφωνα με το Al-Araby Al-Jadeed, η πρόταση που βρίσκεται στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων περιλαμβάνει δύο βασικούς πυλώνες.
Από τη μία πλευρά, το Ιράν φέρεται να έχει αποδεχθεί να προχωρήσει σε ορισμένες αλλαγές στο πυρηνικό του δόγμα. Από την άλλη, οι ΗΠΑ θα αποδεσμεύσουν ένα μέρος των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν δεσμευμένα στο εξωτερικό.
Η συγκεκριμένη ανταλλαγή έχει ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία για την Τεχεράνη, καθώς η αποδέσμευση κεφαλαίων θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική οικονομική ανάσα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικοί περιορισμοί και η πολεμική σύγκρουση έχουν επιβαρύνει την ιρανική οικονομία.
Για την Ουάσιγκτον, αντίστοιχα, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα της αμερικανικής πίεσης προς την ιρανική πλευρά, εφόσον συνοδευτεί από συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με την πυρηνική πολιτική της Τεχεράνης.

Capture_520.JPG

Ωστόσο, το δημοσίευμα δεν διευκρινίζει ούτε το ύψος των κεφαλαίων που θα μπορούσαν να αποδεσμευθούν ούτε το ακριβές περιεχόμενο των αλλαγών που φέρεται να αποδέχεται το Ιράν.
Δεν υπάρχει, επομένως, ακόμη σαφής εικόνα για το εύρος των παραχωρήσεων ή για το εάν αυτές θα αφορούν τον εμπλουτισμό ουρανίου, τις επιθεωρήσεις των πυρηνικών εγκαταστάσεων ή ευρύτερες στρατηγικές επιλογές της ιρανικής ηγεσίας.
Η αναφορά στο πυρηνικό δόγμα αποκτά, πάντως, πρόσθετη βαρύτητα μετά τις δηλώσεις του Ιρανού αξιωματούχου Mohsen Rezaei, ο οποίος έχει αναφέρει ότι η Τεχεράνη εξετάζει το ενδεχόμενο αλλαγής της υφιστάμενης πολιτικής της για τα πυρηνικά όπλα, χωρίς να έχει ανακοινωθεί σχετική απόφαση.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει πόσο κεντρική θέση εξακολουθεί να έχει το πυρηνικό ζήτημα στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό του Ιράν.

Κατάρ και Σαουδική Αραβία στο παρασκήνιο των διαβουλεύσεων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη έχουν ήδη ενημερώσει το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία για τις αποφάσεις τους.
Η Ντόχα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της διαμεσολάβησης, μεταφέροντας προτάσεις και μηνύματα μεταξύ των δύο αντιπάλων, ενώ οι επαφές με την ιρανική πλευρά έχουν ενταθεί σημαντικά τις τελευταίες ημέρες.
Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Κατάρ επιβεβαίωσε ότι οι δύο πλευρές εξετάζουν τις προτάσεις των διαμεσολαβητών και ότι η ανταλλαγή μηνυμάτων συνεχίζεται. Αποκάλυψε, μάλιστα, ότι καταριανή αντιπροσωπεία επισκέφθηκε την Τεχεράνη για τρίτη φορά μέσα σε μία εβδομάδα, πραγματοποιώντας συναντήσεις με Ιρανούς αξιωματούχους.
Η Ντόχα επιδιώκει αρχικά μια συμφωνία οικοδόμησης εμπιστοσύνης, η οποία θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να εφαρμόσουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις και στη συνέχεια να περάσουν σε ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Ριάντ έχει άμεσο ενδιαφέρον για την αποτροπή μιας νέας περιφερειακής ανάφλεξης, η οποία θα μπορούσε να απειλήσει τις ενεργειακές υποδομές, τις θαλάσσιες μεταφορές και την ασφάλεια στον Περσικό Κόλπο.

Το σχέδιο για ταυτόχρονες ανακοινώσεις

Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της φερόμενης συμφωνίας αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα ανακοινωθούν οι αποφάσεις.
Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται το Al-Araby Al-Jadeed, βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια ώστε ΗΠΑ και Ιράν να προχωρήσουν σε ταυτόχρονες ανακοινώσεις σχετικά με τις παραχωρήσεις που έχουν αποδεχθεί.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Σε μια σύγκρουση όπου η πολιτική αξιοπιστία και η εικόνα ισχύος έχουν αποκτήσει τεράστια σημασία, οποιαδήποτε μονομερής υποχώρηση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών.
Ο Donald Trump θα πρέπει να παρουσιάσει οποιαδήποτε συμφωνία ως αποτέλεσμα της αμερικανικής στρατηγικής πίεσης, υποστηρίζοντας ότι εξασφάλισε ουσιαστικές δεσμεύσεις από την Τεχεράνη. Αντίστοιχα, η ιρανική ηγεσία θα επιδιώξει να εμφανίσει την αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων και την αναγνώριση των οικονομικών της απαιτήσεων ως αποτέλεσμα της δικής της διαπραγματευτικής αντοχής.
Με αυτόν τον τρόπο, η ταυτόχρονη ανακοίνωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική δικλείδα ασφαλείας, επιτρέποντας και στις δύο πλευρές να αποδεχθούν έναν συμβιβασμό χωρίς να εμφανιστούν ότι υποχώρησαν υπό την πίεση του αντιπάλου.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας, αλλά και η δυνατότητα πολιτικής διαχείρισης του αποτελέσματός της.

Το μεγάλο αγκάθι παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα και το Hormuz

Παρά τις πληροφορίες για αμοιβαίες παραχωρήσεις, η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει σημαντική.
Το Reuters μετέδωσε την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, επικαλούμενο ανώτερο Ιρανό αξιωματούχο, ότι ΗΠΑ και Ιράν εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από μια συνολική συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι διαμεσολαβητές εργάζονται για τη γεφύρωση των διαφορών, ενώ αναμένουν απαντήσεις από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη μέσα στις επόμενες 36 ώρες.
Η ιρανική πλευρά εξακολουθεί να συνδέει την επαναλειτουργία του Στενού του Hormuz με την ικανοποίηση συγκεκριμένων απαιτήσεών της, απορρίπτοντας ως υπερβολικές τις αμερικανικές αξιώσεις.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιμένει ότι οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα μπορούν να ξεκινήσουν μόνο αφού προηγουμένως ικανοποιηθούν οι δικές της προϋποθέσεις.
Το ζήτημα της σειράς των παραχωρήσεων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ το Ιράν ζητά πρώτα την άρση οικονομικών και στρατιωτικών περιορισμών, καθώς και την αποδέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων.
Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται, επομένως, μόνο στο πυρηνικό ζήτημα.
Το Στενό του Hormuz αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά όπλα της Τεχεράνης, καθώς η κατάσταση στη συγκεκριμένη θαλάσσια αρτηρία επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και τη ναυσιπλοΐα.
Την ίδια στιγμή, η στρατιωτική διάσταση της κρίσης παραμένει ενεργή.
Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν περιορισμένα πλήγματα στο νησί Κεσμ, με Αμερικανό αξιωματούχο να υποστηρίζει ότι στόχος ήταν συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας.
Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει πόσο εύθραυστη παραμένει η διπλωματική διαδικασία.

Μια συμφωνία-γέφυρα

Το σενάριο που περιγράφεται από το Al-Araby Al-Jadeed αφορά περισσότερο μια προκαταρκτική διευθέτηση παρά μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία.
Εάν οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, η αποδέσμευση μέρους των ιρανικών κεφαλαίων και οι αντίστοιχες πυρηνικές δεσμεύσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την επανεκκίνηση των συνομιλιών σε ένα πιο σταθερό πλαίσιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για τον εμπλουτισμό ουρανίου, τις διεθνείς επιθεωρήσεις, τις κυρώσεις, τη ναυσιπλοΐα στον Hormuz ή τις ευρύτερες περιφερειακές ισορροπίες.
Το Κατάρ επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ενδιάμεσο μηχανισμό αποκλιμάκωσης, ώστε να αποτραπεί η επιστροφή σε μια ευρύτερη στρατιωτική αναμέτρηση. Για την Ουάσιγκτον, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προσφέρει διπλωματική διέξοδο, ενώ για την Τεχεράνη θα δημιουργούσε περιθώριο οικονομικής ανακούφισης και επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της αντιπαράθεσης.

Τέλος στα 4 δισ. δολάρια για το Ισραήλ

Προηγουμένως, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε ιδιαίτερα κατηγορηματικός ως προς την αποτίμηση της στρατιωτικής κατάστασης στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική επιχείρηση έχει επιτύχει τους βασικούς της στόχους και ότι η Ουάσιγκτον έχει πλέον το πάνω χέρι απέναντι στην Τεχεράνη.
«Έχουμε το Ιράν εκεί που θέλουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ιρανική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με περιορισμένες επιλογές. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αμερικανική πλευρά μπορεί είτε να καταλήξει σε συμφωνία με την Τεχεράνη είτε να συνεχίσει τη στρατιωτική επιχείρηση.
Ωστόσο, ο Trump δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο νέων αιματηρών πληγμάτων. «Δεν επιδιώκω να σκοτώσω πολλούς ανθρώπους στο Ιράν, αλλά εάν χρειαστεί, θα χρειαστεί», ανέφερε, διατηρώντας σαφώς ανοιχτή την απειλή περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Παράλληλα, επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν καταστρέψει το ιρανικό ναυτικό και την αεροπορία, ενώ υποστήριξε ότι η ηγεσία της χώρας έχει ουσιαστικά αποκεφαλιστεί από την έναρξη της αμερικανικής επιχείρησης στα τέλη Φεβρουαρίου.
Περιγράφοντας το Ιράν ως έναν ιδιαίτερα σκληρό αντίπαλο, ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποίησε τους χαρακτηρισμούς «ο πιο σκληρός» και «πολύ δύσκολος», επιμένοντας ωστόσο ότι η στρατιωτική και πολιτική του ισχύς έχει υποστεί συντριπτικό πλήγμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθειά του να υποβαθμίσει τον χαρακτήρα της σύγκρουσης.
Όπως υποστήριξε, αυτό που συμβαίνει δεν αποτελεί πλέον ουσιαστικά πόλεμο, καθώς οι ΗΠΑ δεν πραγματοποιούν ενεργές επιθέσεις εναντίον του Ιράν αυτή τη στιγμή.
Η τοποθέτηση αυτή δημιουργεί ένα παράδοξο. Ειδικότερα, ενώ ο Trump επιχειρεί να παρουσιάσει την αμερικανική επιχείρηση ως μια σύγκρουση που έχει ουσιαστικά ολοκληρώσει τον κύκλο της, ταυτόχρονα απειλεί με νέες επιθέσεις εάν η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους.
Το ερώτημα είναι εάν η Ουάσιγκτον επιδιώκει πλέον μια συμφωνία που θα κατοχυρώσει τα στρατιωτικά αποτελέσματα της επιχείρησης ή εάν η απειλή νέων πληγμάτων αποτελεί το βασικό εργαλείο πίεσης για να εξαναγκαστεί το Ιράν σε υποχωρήσεις.
Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα έχουν οι δηλώσεις του Trump για το Ισραήλ, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον δεν θα συνεχίσει να καταβάλλει την ετήσια στρατιωτική οικονομική βοήθεια προς το Τελ Αβίβ.
Όπως υποστήριξε, έχει ήδη καταλήξει σε συμφωνία με τον Benjamin Netanyahu για τον τερματισμό του προγράμματος των περίπου 4 δισ. δολαρίων έως το τέλος του 2026.
«Δεν θα πληρώνουμε πλέον το Ισραήλ», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η χώρα έχει εξελιχθεί σε ένα πολύ επιτυχημένο κράτος και δεν χρειάζεται πλέον την αμερικανική οικονομική ενίσχυση.
Ο Trump υποστήριξε μάλιστα ότι η ισραηλινή πλευρά είναι σύμφωνη με αυτή την εξέλιξη, επιχειρώντας να παρουσιάσει την απόφαση όχι ως ρήξη με τον Netanyahu, αλλά ως μια νέα συμφωνία μεταξύ δύο στενών συμμάχων.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι η διακοπή της τακτικής χρηματοδότησης δεν σημαίνει πως οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να στηρίζουν το Ισραήλ σε περίπτωση ανάγκης. Αντίθετα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο παροχής βοήθειας, εφόσον οι περιστάσεις το απαιτήσουν.
Η πιο χαρακτηριστική αποστροφή του αφορούσε την ίδια τη σχέση ισχύος μεταξύ των δύο χωρών. «Εμείς είμαστε οι μεγάλοι, αυτοί είναι οι μικροί», δήλωσε, περιγράφοντας με αυτόν τον τρόπο την αμερικανική υπεροχή και τον ρόλο της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή.

Το σχέδιο Netanyahu για απεξάρτηση από την αμερικανική βοήθεια

Η ανακοίνωση του Trump αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον εάν συνδυαστεί με τις προηγούμενες τοποθετήσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού για τη μελλοντική σχέση με τις ΗΠΑ.
Ο Benjamin Netanyahu είχε εκφράσει την επιθυμία να μειωθεί σταδιακά η εξάρτηση του Ισραήλ από την αμερικανική στρατιωτική χρηματοδότηση, με στόχο τον μηδενισμό της σε βάθος περίπου δέκα ετών.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις είναι σημαντική.
Ο Netanyahu είχε περιγράψει μια σταδιακή διαδικασία απεξάρτησης, ενώ ο Trump εμφανίζεται να προαναγγέλλει πολύ ταχύτερη διακοπή της τακτικής χρηματοδότησης.
Η ισχύουσα συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας ΗΠΑ - Ισραήλ προβλέπει ετήσια ενίσχυση 3,8 δισ. δολαρίων για την περίοδο 2019-2028. Το ποσό των 4 δισ. δολαρίων που αναφέρει ο Trump αποτελεί στρογγυλοποίηση.
Η εξέλιξη, εφόσον εφαρμοστεί όπως την περιγράφει ο Αμερικανός πρόεδρος, θα σηματοδοτήσει αλλαγή σε έναν από τους βασικότερους πυλώνες της διμερούς σχέσης. Η στρατιωτική συνεργασία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην οικονομική βοήθεια, καθώς περιλαμβάνει ανταλλαγή πληροφοριών, αμυντική τεχνολογία, εξοπλιστικά προγράμματα και ευρύτερο στρατηγικό συντονισμό.
Επομένως, η διακοπή της τακτικής χρηματοδότησης δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με διακοπή της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ. Αντίθετα, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια μορφή θα λάβει η αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία στη νέα περίοδο.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης