Οι Δημοκρατικοί προσανατολίζονται και στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο χορηγήθηκαν εξαιρέσεις από τους δασμούς, εξετάζοντας εάν συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή οικονομικά συμφέροντα έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης
Η νέα πλειοψηφία στο Κογκρέσο ετοιμάζει νομοθετικές παρεμβάσεις και έρευνες για τη δασμολογική πολιτική του Λευκού Οίκου, με αιχμή τις επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η εμπορική πολιτική του Donald Trump αναδεικνύεται σε ένα από τα πρώτα μεγάλα πεδία αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον, μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026.
Έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, το Δημοκρατικό Κόμμα προετοιμάζεται να αμφισβητήσει τον πυρήνα της δασμολογικής στρατηγικής του Αμερικανού προέδρου.
Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκεται η άρση εμπορικών επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν από την κυβέρνηση Trump, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου του Κογκρέσου στη λήψη αποφάσεων για το διεθνές εμπόριο.
Η πολιτική αυτή αντεπίθεση δεν περιορίζεται σε νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Οι Δημοκρατικοί προσανατολίζονται και στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο χορηγήθηκαν εξαιρέσεις από τους δασμούς, εξετάζοντας εάν συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή οικονομικά συμφέροντα έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το CNBC, ήδη διαμορφώνεται ένα πρόγραμμα παρεμβάσεων για τις πρώτες 100 ώρες λειτουργίας του νέου Κογκρέσου, με την εμπορική πολιτική να κατέχει κεντρική θέση.
Το Κογκρέσο διεκδικεί ξανά τον έλεγχο της εμπορικής πολιτικής
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας ατζέντας αναμένεται να διαδραματίσει ο Hakeem Jeffries, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και επικρατέστερος για την ανάληψη της προεδρίας της.
Ο Jeffries έχει υποστηρίξει ότι οι δασμολογικές αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελούν αποκλειστικό πεδίο δράσης του Λευκού Οίκου, ιδιαίτερα όταν επηρεάζουν άμεσα το κόστος διαβίωσης εκατομμυρίων πολιτών.
Ήδη από τον Αύγουστο είχε συνδέσει την ανάγκη αποκατάστασης των αρμοδιοτήτων του Κογκρέσου με τις ανατιμήσεις που, όπως υποστηρίζει, προκαλούν οι δασμοί της κυβέρνησης.
Για τους Δημοκρατικούς, το ζήτημα έχει επομένως διπλή διάσταση: οικονομική, λόγω της επιβάρυνσης των καταναλωτών, και θεσμική, καθώς αφορά τα όρια της προεδρικής εξουσίας.
Στο επίκεντρο οι εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά
Η πρώτη ουσιαστική δοκιμασία της νέας στρατηγικής ενδέχεται να αφορά τον Καναδά, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όπως αναφέρει η Wall Street Journal, στο Δημοκρατικό στρατόπεδο εξετάζεται η κατά προτεραιότητα ακύρωση δασμών που επιβαρύνουν τις εισαγωγές καναδικών προϊόντων.
Ο γερουσιαστής Ron Wyden, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την ηγεσία της Επιτροπής Οικονομικών της Γερουσίας, έχει ασκήσει έντονη κριτική στη συγκεκριμένη πολιτική, επισημαίνοντας τις συνέπειές της στις τιμές και στην οικονομική δραστηριότητα εκατέρωθεν των αμερικανοκαναδικών συνόρων.
Παράλληλα, η αντιπαράθεση επεκτείνεται και στις διαδικασίες χορήγησης εξαιρέσεων από τους δασμούς.
Ο Jamie Raskin, υψηλόβαθμο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής, έχει ζητήσει από την προεδρία στοιχεία και έγγραφα που αφορούν τις σχετικές αποφάσεις. Σκοπός είναι να διαπιστωθεί εάν οι εξαιρέσεις χορηγήθηκαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ή εάν εξυπηρέτησαν επιμέρους επιχειρηματικά συμφέροντα.
Την ίδια ώρα, η δικαστική διάσταση της δασμολογικής διαμάχης παραμένει ενεργή.
Μεταξύ των ανοιχτών υποθέσεων περιλαμβάνονται προσφυγές για την επιβολή επιβαρύνσεων 50% σε καναδικά προϊόντα, καθώς και για τις προσπάθειες επαναφοράς δασμών που είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με αρνητική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο.
Η πλειοψηφία δεν αρκεί για την ανατροπή των δασμών
Παρότι το εκλογικό αποτέλεσμα μεταβάλλει σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον, η εφαρμογή του σχεδίου των Δημοκρατικών μόνο εύκολη δεν θεωρείται.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στους κανόνες λειτουργίας της Γερουσίας, όπου για την υπέρβαση της διαδικασίας νομοθετικής παρεμπόδισης απαιτούνται συνήθως 60 ψήφοι.
Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν τέτοια πλειοψηφία, γεγονός που δίνει στους Ρεπουμπλικανούς τη δυνατότητα να μπλοκάρουν κρίσιμες παρεμβάσεις.
Εξίσου σημαντικός είναι ο παράγοντας του προεδρικού veto.
Ακόμη και εάν ένα νομοσχέδιο εγκριθεί και από τα δύο σώματα, ο Trump μπορεί να αρνηθεί την υπογραφή του.
Για την υπέρβαση ενός τέτοιου vetoα παιτείται αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία.
Απέναντι σε αυτά τα εμπόδια εξετάζονται εναλλακτικές κοινοβουλευτικές τακτικές.
Η Kit Johnson της BDO εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να ενσωματώσουν διατάξεις για τους δασμούς σε νομοθετήματα υψηλής προτεραιότητας, των οποίων η έγκριση είναι απαραίτητη, ή να επιδιώξουν έναν διαπραγματευτικό συμβιβασμό με την κυβέρνηση.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δείχνει διάθεση αλλαγής πορείας.
Σε δηλώσεις του στο CNBC μετά τις εκλογές, συνέδεσε ενδεχόμενη κατάργηση των δασμών με τον κίνδυνο ακύρωσης σχεδίων για την κατασκευή 3.000 βιομηχανικών εγκαταστάσεων.
Βαρύς ο λογαριασμός για τα αμερικανικά νοικοκυριά
Η οικονομική επίδραση των δασμών αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Tax Foundation, το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό επιβαρύνθηκε το 2026 με επιπλέον 820 δολάρια εξαιτίας των δασμολογικών μέτρων.
Ταυτόχρονα, τα δημοσιονομικά μεγέθη καταδεικνύουν τη σημαντική θέση που έχουν αποκτήσει οι δασμοί στα έσοδα του ομοσπονδιακού κράτους.
Στοιχεία του Penn Wharton Budget Model ανεβάζουν τις συνολικές εισπράξεις από δασμούς στα 300 δισ. δολάρια για την περίοδο Ιανουαρίου 2025 – Ιουλίου 2026.
Από αυτά, περίπου 138 δισ. δολάρια έχουν ήδη επιστραφεί μετά τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ενώ παραμένουν σε εκκρεμότητα πρόσθετες επιστροφές που πλησιάζουν τα 20 δισ. δολάρια.
Η δυσαρέσκεια αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις.
Σε έρευνα του CNBC, που δημοσιοποιήθηκε στις 3 Νοεμβρίου, το 65% των συμμετεχόντων αξιολόγησε αρνητικά την επίδραση των δασμών στην αμερικανική οικονομία. Αντίθετα, μόλις το 22% εκτίμησε ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είχαν θετικό αποτέλεσμα.
Το επόμενο μέτωπο στην Ουάσιγκτον
Το ερώτημα που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι κατά πόσο η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να μετατρέψει τις εξαγγελίες της σε δεσμευτικές αποφάσεις.
Καθοριστική ενδέχεται να αποδειχθεί η στάση μερίδας των Ρεπουμπλικανών, καθώς ορισμένοι έχουν ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για τις συνέπειες της δασμολογικής πολιτικής στις επιχειρήσεις, στους αγρότες και στους καταναλωτές.
Η πιθανότητα διακομματικών συνεργασιών παραμένει ανοιχτή, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζει την ανατροπή των μέτρων.
Σε κάθε περίπτωση, οι δασμοί αναμένεται να αποτελέσουν κεντρικό ζήτημα της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο, με ευρύτερες επιπτώσεις στο κόστος ζωής, στη βιομηχανική στρατηγική των ΗΠΑ και στις εμπορικές τους σχέσεις με τους διεθνείς εταίρους.
www.bankingnews.gr
Η εμπορική πολιτική του Donald Trump αναδεικνύεται σε ένα από τα πρώτα μεγάλα πεδία αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον, μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026.
Έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, το Δημοκρατικό Κόμμα προετοιμάζεται να αμφισβητήσει τον πυρήνα της δασμολογικής στρατηγικής του Αμερικανού προέδρου.
Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκεται η άρση εμπορικών επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν από την κυβέρνηση Trump, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου του Κογκρέσου στη λήψη αποφάσεων για το διεθνές εμπόριο.
Η πολιτική αυτή αντεπίθεση δεν περιορίζεται σε νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Οι Δημοκρατικοί προσανατολίζονται και στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο χορηγήθηκαν εξαιρέσεις από τους δασμούς, εξετάζοντας εάν συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή οικονομικά συμφέροντα έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το CNBC, ήδη διαμορφώνεται ένα πρόγραμμα παρεμβάσεων για τις πρώτες 100 ώρες λειτουργίας του νέου Κογκρέσου, με την εμπορική πολιτική να κατέχει κεντρική θέση.
Το Κογκρέσο διεκδικεί ξανά τον έλεγχο της εμπορικής πολιτικής
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας ατζέντας αναμένεται να διαδραματίσει ο Hakeem Jeffries, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και επικρατέστερος για την ανάληψη της προεδρίας της.
Ο Jeffries έχει υποστηρίξει ότι οι δασμολογικές αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελούν αποκλειστικό πεδίο δράσης του Λευκού Οίκου, ιδιαίτερα όταν επηρεάζουν άμεσα το κόστος διαβίωσης εκατομμυρίων πολιτών.
Ήδη από τον Αύγουστο είχε συνδέσει την ανάγκη αποκατάστασης των αρμοδιοτήτων του Κογκρέσου με τις ανατιμήσεις που, όπως υποστηρίζει, προκαλούν οι δασμοί της κυβέρνησης.
Για τους Δημοκρατικούς, το ζήτημα έχει επομένως διπλή διάσταση: οικονομική, λόγω της επιβάρυνσης των καταναλωτών, και θεσμική, καθώς αφορά τα όρια της προεδρικής εξουσίας.
Στο επίκεντρο οι εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά
Η πρώτη ουσιαστική δοκιμασία της νέας στρατηγικής ενδέχεται να αφορά τον Καναδά, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όπως αναφέρει η Wall Street Journal, στο Δημοκρατικό στρατόπεδο εξετάζεται η κατά προτεραιότητα ακύρωση δασμών που επιβαρύνουν τις εισαγωγές καναδικών προϊόντων.
Ο γερουσιαστής Ron Wyden, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την ηγεσία της Επιτροπής Οικονομικών της Γερουσίας, έχει ασκήσει έντονη κριτική στη συγκεκριμένη πολιτική, επισημαίνοντας τις συνέπειές της στις τιμές και στην οικονομική δραστηριότητα εκατέρωθεν των αμερικανοκαναδικών συνόρων.
Παράλληλα, η αντιπαράθεση επεκτείνεται και στις διαδικασίες χορήγησης εξαιρέσεων από τους δασμούς.
Ο Jamie Raskin, υψηλόβαθμο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής, έχει ζητήσει από την προεδρία στοιχεία και έγγραφα που αφορούν τις σχετικές αποφάσεις. Σκοπός είναι να διαπιστωθεί εάν οι εξαιρέσεις χορηγήθηκαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ή εάν εξυπηρέτησαν επιμέρους επιχειρηματικά συμφέροντα.
Την ίδια ώρα, η δικαστική διάσταση της δασμολογικής διαμάχης παραμένει ενεργή.
Μεταξύ των ανοιχτών υποθέσεων περιλαμβάνονται προσφυγές για την επιβολή επιβαρύνσεων 50% σε καναδικά προϊόντα, καθώς και για τις προσπάθειες επαναφοράς δασμών που είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με αρνητική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο.
Η πλειοψηφία δεν αρκεί για την ανατροπή των δασμών
Παρότι το εκλογικό αποτέλεσμα μεταβάλλει σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον, η εφαρμογή του σχεδίου των Δημοκρατικών μόνο εύκολη δεν θεωρείται.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στους κανόνες λειτουργίας της Γερουσίας, όπου για την υπέρβαση της διαδικασίας νομοθετικής παρεμπόδισης απαιτούνται συνήθως 60 ψήφοι.
Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν τέτοια πλειοψηφία, γεγονός που δίνει στους Ρεπουμπλικανούς τη δυνατότητα να μπλοκάρουν κρίσιμες παρεμβάσεις.
Εξίσου σημαντικός είναι ο παράγοντας του προεδρικού veto.
Ακόμη και εάν ένα νομοσχέδιο εγκριθεί και από τα δύο σώματα, ο Trump μπορεί να αρνηθεί την υπογραφή του.
Για την υπέρβαση ενός τέτοιου vetoα παιτείται αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία.
Απέναντι σε αυτά τα εμπόδια εξετάζονται εναλλακτικές κοινοβουλευτικές τακτικές.
Η Kit Johnson της BDO εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να ενσωματώσουν διατάξεις για τους δασμούς σε νομοθετήματα υψηλής προτεραιότητας, των οποίων η έγκριση είναι απαραίτητη, ή να επιδιώξουν έναν διαπραγματευτικό συμβιβασμό με την κυβέρνηση.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δείχνει διάθεση αλλαγής πορείας.
Σε δηλώσεις του στο CNBC μετά τις εκλογές, συνέδεσε ενδεχόμενη κατάργηση των δασμών με τον κίνδυνο ακύρωσης σχεδίων για την κατασκευή 3.000 βιομηχανικών εγκαταστάσεων.
Βαρύς ο λογαριασμός για τα αμερικανικά νοικοκυριά
Η οικονομική επίδραση των δασμών αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Tax Foundation, το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό επιβαρύνθηκε το 2026 με επιπλέον 820 δολάρια εξαιτίας των δασμολογικών μέτρων.
Ταυτόχρονα, τα δημοσιονομικά μεγέθη καταδεικνύουν τη σημαντική θέση που έχουν αποκτήσει οι δασμοί στα έσοδα του ομοσπονδιακού κράτους.
Στοιχεία του Penn Wharton Budget Model ανεβάζουν τις συνολικές εισπράξεις από δασμούς στα 300 δισ. δολάρια για την περίοδο Ιανουαρίου 2025 – Ιουλίου 2026.
Από αυτά, περίπου 138 δισ. δολάρια έχουν ήδη επιστραφεί μετά τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ενώ παραμένουν σε εκκρεμότητα πρόσθετες επιστροφές που πλησιάζουν τα 20 δισ. δολάρια.
Η δυσαρέσκεια αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις.
Σε έρευνα του CNBC, που δημοσιοποιήθηκε στις 3 Νοεμβρίου, το 65% των συμμετεχόντων αξιολόγησε αρνητικά την επίδραση των δασμών στην αμερικανική οικονομία. Αντίθετα, μόλις το 22% εκτίμησε ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είχαν θετικό αποτέλεσμα.
Το επόμενο μέτωπο στην Ουάσιγκτον
Το ερώτημα που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι κατά πόσο η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να μετατρέψει τις εξαγγελίες της σε δεσμευτικές αποφάσεις.
Καθοριστική ενδέχεται να αποδειχθεί η στάση μερίδας των Ρεπουμπλικανών, καθώς ορισμένοι έχουν ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για τις συνέπειες της δασμολογικής πολιτικής στις επιχειρήσεις, στους αγρότες και στους καταναλωτές.
Η πιθανότητα διακομματικών συνεργασιών παραμένει ανοιχτή, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζει την ανατροπή των μέτρων.
Σε κάθε περίπτωση, οι δασμοί αναμένεται να αποτελέσουν κεντρικό ζήτημα της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο, με ευρύτερες επιπτώσεις στο κόστος ζωής, στη βιομηχανική στρατηγική των ΗΠΑ και στις εμπορικές τους σχέσεις με τους διεθνείς εταίρους.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών