
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία έχει βασιστεί σε μια εξωτερική πολιτική που δίνει έμφαση στη συνεργασία, αντί για τον ανταγωνισμό.
Ενώ εγχωρίως η τουρκική κυβέρνηση δεν τα πηγαίνει τόσο καλά, έχοντας να αντιμετωπίσει μαζικές διαδηλώσεις (μετά την καταδίκη του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης Ekrem Imamoglu σε φυλάκιση), στις διεθνείς υποθέσεις αποκτά ολοένα και πιο ισχυρή θέση ως βασική διαμεσολαβήτρια σε συμφωνίες με την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ Ασίας και Ευρώπης και έχει στρατηγική σημασία σχεδόν για όλους, ενώ ο Recep Tayyip Erdogan έχει αναδειχθεί σε έναν ιδιαίτερα έξυπνο διαπραγματευτή.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία έχει βασιστεί σε μια εξωτερική πολιτική που δίνει έμφαση στη συνεργασία, αντί για τον ανταγωνισμό.
Οι οικονομικές σχέσεις αποτέλεσαν προτεραιότητα, κάτι που βοήθησε τη χώρα να βελτιώσει σταθερά τις σχέσεις της με τη Ρωσία, το Ιράν και τη Συρία.
Παρότι παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρεί εξίσου σημαντικές τις σχέσεις της με τη Ρωσία, την Ουκρανία, την Κίνα και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
Έχει αποδείξει ότι συνεργάζεται με οποιαδήποτε κυβέρνηση εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, εκμεταλλευόμενη τις περιφερειακές συγκρούσεις, και γίνεται ένας ευέλικτος σύμμαχος όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.
Ταυτόχρονα, ο Τούρκος πρόεδρος δεν διστάζει να συγκρουστεί τόσο με φίλους όσο και με αντιπάλους, γεγονός που του παρέχει στρατηγική ευελιξία.
Δύσκολη σχέση με τη Ρωσία
Η Τουρκία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας. Η Άγκυρα συνεχίζει να εξαρτάται από το ρωσικό φυσικό αέριο και τα ρωσικά τραπεζικά δίκτυα, με το διμερές εμπόριο να ξεπερνά τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Η σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία βελτιώθηκε θεαματικά το 1995, όταν η Μόσχα σταμάτησε να υποστηρίζει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) και η Άγκυρα έπαψε να στηρίζει τους Τσετσένους αντάρτες.
Έκτοτε, η Τουρκία διατηρεί μια λειτουργική σχέση με τη Ρωσία, χωρίς ωστόσο να υποτάσσεται πλήρως στη Μόσχα.
Η Άγκυρα είχε επικρίνει τη Ρωσία για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων στη Συρία (σε Ταρτούς και Χμεϊμίμ) και, ελέγχοντας τον εναέριο χώρο στη βόρεια Συρία, έχει τη δυνατότητα να περιορίσει τη ρωσική πρόσβαση στην περιοχή.
Επιπλέον, η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην επαρχία Ιντλίμπ έχει χρησιμοποιηθεί για να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στο παρελθόν.
Το 2020, η επιχείρηση με τουρκικά drones στο Ιντλίμπ βοήθησε την αντιπολίτευση της Συρίας και ανάγκασε τη συριακή κυβέρνηση, που υποστηρίζεται από τη Ρωσία, να υποχωρήσει στα βορειοδυτικά.
Η σημασία της Μαύρης Θάλασσας
Η Μαύρη Θάλασσα είναι μια ακόμη περιοχή ανταγωνισμού, όπου η Τουρκία απέκτησε στρατηγικό πλεονέκτημα κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Η Ρωσία επιδίωξε να ελέγξει τη Μαύρη Θάλασσα, καταλαμβάνοντας αρκετά ουκρανικά λιμάνια, γεγονός που επηρέασε την παγκόσμια προσφορά σιτηρών το 2022.
Ωστόσο, η Τουρκία διαπραγματεύτηκε την απελευθέρωση εκατομμυρίων τόνων σιτηρών και διασφάλισε την ασφάλεια των ναυτιλιακών διαδρομών μέσω της Μαύρης Θάλασσας, εφαρμόζοντας τη Σύμβαση του Μοντρέ.
Η συμφωνία αυτή του 1936 παραχώρησε στην Τουρκία τον έλεγχο της θαλάσσιας διαδρομής μεταξύ της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου (μέσω του Βοσπόρου, της Θάλασσας του Μαρμαρά και των Δαρδανελίων), από την οποία διέρχονται εκατοντάδες εκατομμύρια τόνοι φορτίου ετησίως.
Επικαλούμενη τη συμφωνία, ο Erdogan περιόρισε επίσης τις ρωσικές ενισχύσεις στη Μαύρη Θάλασσα, μειώνοντας σημαντικά τη ναυτική ισχύ της Μόσχας.
Παρόλο που η Τουρκία δεν έχει επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία και έχει διατηρήσει ανοιχτές τις ροές εσόδων της, δεν αποδέχεται την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία.
Με περισσότερους από 5 εκατομμύρια Τούρκους να δηλώνουν καταγωγή από τους Τατάρους της Κριμαίας, η περιοχή έχει τόσο στρατηγική όσο και ιστορική σημασία για την Άγκυρα.
Παρά τις διαφορές, η Τουρκία συνεχίζει τον διάλογο με τη Μόσχα, ενώ οι πρόεδροι Erdogan και Putin θεωρούνται «αγαπητοί φίλοι».
Ωστόσο, αυτή η «φιλία» περιπλέκεται από το γεγονός ότι η Τουρκία υποστηρίζει επίσης την Ουκρανία, προμηθεύοντάς την με drones Bayraktar TB2, βαριά πολυβόλα, κατευθυνόμενους με λέιζερ πυραύλους, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τεθωρακισμένα οχήματα και εξοπλισμό προστασίας.
Σε τελική ανάλυση, η Τουρκία θέλει η Ουκρανία να παραμείνει ανεξάρτητη, ώστε να περιορίσει τη ναυτική ισχύ της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα.
Έτσι, η Τουρκία είναι πιθανό να συνεργαστεί με το ΝΑΤΟ για να αποτρέψει την ήττα της Ουκρανίας.
Για τον σκοπό αυτό, η Τουρκία είναι πρόθυμη να συνεισφέρει ειρηνευτικές δυνάμεις σε μια μεταπολεμική διευθέτηση, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία έχει εκμεταλλευτεί τη σύγκρουση στην Ουκρανία για να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές (επενδύοντας περισσότερο στους προμηθευτές από τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία), μειώνοντας έτσι την εξάρτησή της από τη Ρωσία.
Η Άγκυρα βρίσκεται σε ισχυρή θέση, ειδικά μετά την ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη Μαύρη Θάλασσα και την ανατολική Μεσόγειο.
Ο στόχος της Τουρκίας είναι να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο, διευκολύνοντας τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου από τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και τη Ρωσία προς την Ευρώπη μέσω του Διανατολικού Αγωγού Φυσικού Αερίου (TANAP).
Τουρκία και Συρία
Η σχέση της Τουρκίας με τη γειτονική της Συρία υπήρξε επίσης πραγματιστική και ευφυής.
Η Τουρκία πέτυχε την προσέγγιση με τη Συρία το 2005, όταν ο Bassar Al Assad έγινε ο πρώτος Σύρος πρόεδρος που επισκέφθηκε την Τουρκία από την ανεξαρτησία της Συρίας το 1946.
Ωστόσο, ενώ ο Erdogan διατήρησε μια σχέση με τον Assad (για να αποτρέψει τη Συρία από το να έρθει ακόμα πιο κοντά στο Ιράν), τελικά αποφάσισε να εγκαταλείψει αυτή τη σχέση όταν δεν τον εξυπηρετούσε πλέον.
Κατά καιρούς φιλοξενούσε αντιπολιτευόμενες προς τον Assad προσωπικότητες στην Τουρκία και δημιούργησε μια ασφαλή ζώνη στα σύνορα, όπου στεγάστηκαν εκτοπισμένοι Σύροι και ένοπλοι μαχητές.
Επιπλέον, έδωσε το «πράσινο φως» στους αντάρτες για την ανατροπή του Assad το 2024.
Όπως ο πόλεμος στη Συρία προσέφερε ευκαιρίες στην Τουρκία, έτσι και η σύγκρουση στην Ουκρανία την έχει ωφελήσει.
Η Άγκυρα έχει ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση και έχει πιέσει για μεγαλύτερες διπλωματικές και οικονομικές παραχωρήσεις από τους δυτικούς συμμάχους της.
Η Τουρκία εκμεταλλεύεται επίσης την απομάκρυνση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ για να προωθήσει στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη. Παράλληλα, αξιοποιεί την πιο επιεική στάση του Donald Trump απέναντι στη Ρωσία για να βελτιώσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, κυρίως με στόχο την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία βασιζόταν στις ΗΠΑ για όπλα, χρηματοδότηση και εξοπλισμό, αλλά δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει χωρίς αμερικανική έγκριση.
Μετά το 1989, διαφοροποίησε τις αγορές όπλων της και ήρθε αντιμέτωπη με αμερικανικές κυρώσεις για την αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 το 2020.
Τώρα, η Τουρκία επιθυμεί να αποκτήσει αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-35 και ελπίζει ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να επιβάλλουν κυρώσεις σε τρίτες χώρες που συνεργάζονται με τη Ρωσία.
Ποιανού κρίσιμος σύμμαχος;
Η Τουρκία έχει διασφαλίσει ότι δεν θεωρείται από τις ΗΠΑ ως «κατώτερος εταίρος» στη Μέση Ανατολή.
Για παράδειγμα, όταν ξεκίνησε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βορειοανατολική Συρία το 2019, ρίχνοντας επανειλημμένα πυρά κοντά σε αμερικανικές δυνάμεις, οι ΗΠΑ δεν αντέδρασαν στρατιωτικά.
Παρά τις διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βλέπουν την Τουρκία ως βασικό σύμμαχο.
Εκτός από τη γεωπολιτική της σημασία, η Τουρκία φιλοξενεί στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε αρκετές βάσεις της, ενώ στην αεροπορική βάση του Ιντζιρλίκ φυλάσσονται 20 αμερικανικές πυρηνικές βόμβες B61.
Η Τουρκία επιδιώκει πλέον να επεκτείνει τη διπλωματική και στρατιωτική της επιρροή.
Ως μέλος της G20, διαθέτοντας μία από τις 20 μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο και τη δεύτερη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ, κατέχει σημαντική ισχύ.
Και σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι ισορροπιών, η Τουρκία βρίσκεται σε μια θέση όπου όλοι επιθυμούν να την έχουν με το μέρος τους.
Οι ΗΠΑ προαναγγέλλουν αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα
Από την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε βάλει όλα τα αβγά σε ένα καλάθι, στον Biden, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι απομονωμένη παντού.
Ενδεικτικά είναι όσα ανέφερε ο σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου Trump George Papadopoulos.
«Η σημερινή ελληνική ηγεσία δεν κατάφερε να αδράξει τη στιγμή.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να διαδραματίσει βασικό ρόλο συνομιλητή μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας, ως ορθόδοξης χώρας, και μιας χώρας με ιστορικούς δεσμούς και με τα δύο έθνη, όπως συμβαίνει μεταξύ των αραβικών εθνών και του Ισραήλ.
Αποφάσισε να συμβιβαστεί με το ΝΑΤΟ.
Ενώ ο ιστορικός αντίπαλος της Ελλάδας, η Τουρκία, ανέλαβε τον ρόλο του μεσολαβητή και διεύρυνε το αποτύπωμά της.
Στο εσωτερικό, ο πόλεμος κατά της εκκλησίας ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής, όπως και η πολεμική υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Το μέλλον της Ελλάδας είναι υπέρ της ορθόδοξης πίστης, μεσολαβητής μεταξύ ανατολής και δύσης, όπως ήταν ιστορικά, και πυλώνας σταθερότητας σε μια κατά τα άλλα ασταθή περιοχή.
Για να συμβεί αυτό υπάρχει μόνο μια λύση» αναφέρει ο κ. Papadopoulos.
Οι ΗΠΑ προαναγγέλλουν αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα
Είναι προφανές ότι έρχονται μεγάλες αλλαγές στην Ελλάδα.
Έχουμε αναλύσει ότι και οι δύο μεγάλες υπερδυνάμεις ΗΠΑ και Ρωσία θεωρούν την κυβέρνηση Μητσοτάκη μη φιλική.
Για τους Αμερικανούς ο Μητσοτάκης τάχθηκε με τους δημοκρατικούς άρα είναι εχθρός των Ρεπουμπλικάνων και για τους Ρώσους η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στο Ουκρανικό ήταν δηλητηριασμένα εχθρική.
Ο Μητσοτάκης βρίσκεται στο στόχαστρο… ξεκάθαρα δύο υπερδυνάμεων και ανήκει στην ομάδα των τοξικών πολιτικών.

www.bankingnews.gr
Βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ Ασίας και Ευρώπης και έχει στρατηγική σημασία σχεδόν για όλους, ενώ ο Recep Tayyip Erdogan έχει αναδειχθεί σε έναν ιδιαίτερα έξυπνο διαπραγματευτή.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία έχει βασιστεί σε μια εξωτερική πολιτική που δίνει έμφαση στη συνεργασία, αντί για τον ανταγωνισμό.
Οι οικονομικές σχέσεις αποτέλεσαν προτεραιότητα, κάτι που βοήθησε τη χώρα να βελτιώσει σταθερά τις σχέσεις της με τη Ρωσία, το Ιράν και τη Συρία.
Παρότι παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρεί εξίσου σημαντικές τις σχέσεις της με τη Ρωσία, την Ουκρανία, την Κίνα και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
Έχει αποδείξει ότι συνεργάζεται με οποιαδήποτε κυβέρνηση εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, εκμεταλλευόμενη τις περιφερειακές συγκρούσεις, και γίνεται ένας ευέλικτος σύμμαχος όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.
Ταυτόχρονα, ο Τούρκος πρόεδρος δεν διστάζει να συγκρουστεί τόσο με φίλους όσο και με αντιπάλους, γεγονός που του παρέχει στρατηγική ευελιξία.
Δύσκολη σχέση με τη Ρωσία
Η Τουρκία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας. Η Άγκυρα συνεχίζει να εξαρτάται από το ρωσικό φυσικό αέριο και τα ρωσικά τραπεζικά δίκτυα, με το διμερές εμπόριο να ξεπερνά τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Η σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία βελτιώθηκε θεαματικά το 1995, όταν η Μόσχα σταμάτησε να υποστηρίζει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) και η Άγκυρα έπαψε να στηρίζει τους Τσετσένους αντάρτες.
Έκτοτε, η Τουρκία διατηρεί μια λειτουργική σχέση με τη Ρωσία, χωρίς ωστόσο να υποτάσσεται πλήρως στη Μόσχα.
Η Άγκυρα είχε επικρίνει τη Ρωσία για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων στη Συρία (σε Ταρτούς και Χμεϊμίμ) και, ελέγχοντας τον εναέριο χώρο στη βόρεια Συρία, έχει τη δυνατότητα να περιορίσει τη ρωσική πρόσβαση στην περιοχή.
Επιπλέον, η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην επαρχία Ιντλίμπ έχει χρησιμοποιηθεί για να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στο παρελθόν.
Το 2020, η επιχείρηση με τουρκικά drones στο Ιντλίμπ βοήθησε την αντιπολίτευση της Συρίας και ανάγκασε τη συριακή κυβέρνηση, που υποστηρίζεται από τη Ρωσία, να υποχωρήσει στα βορειοδυτικά.
Η σημασία της Μαύρης Θάλασσας
Η Μαύρη Θάλασσα είναι μια ακόμη περιοχή ανταγωνισμού, όπου η Τουρκία απέκτησε στρατηγικό πλεονέκτημα κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Η Ρωσία επιδίωξε να ελέγξει τη Μαύρη Θάλασσα, καταλαμβάνοντας αρκετά ουκρανικά λιμάνια, γεγονός που επηρέασε την παγκόσμια προσφορά σιτηρών το 2022.
Ωστόσο, η Τουρκία διαπραγματεύτηκε την απελευθέρωση εκατομμυρίων τόνων σιτηρών και διασφάλισε την ασφάλεια των ναυτιλιακών διαδρομών μέσω της Μαύρης Θάλασσας, εφαρμόζοντας τη Σύμβαση του Μοντρέ.
Η συμφωνία αυτή του 1936 παραχώρησε στην Τουρκία τον έλεγχο της θαλάσσιας διαδρομής μεταξύ της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου (μέσω του Βοσπόρου, της Θάλασσας του Μαρμαρά και των Δαρδανελίων), από την οποία διέρχονται εκατοντάδες εκατομμύρια τόνοι φορτίου ετησίως.
Επικαλούμενη τη συμφωνία, ο Erdogan περιόρισε επίσης τις ρωσικές ενισχύσεις στη Μαύρη Θάλασσα, μειώνοντας σημαντικά τη ναυτική ισχύ της Μόσχας.
Παρόλο που η Τουρκία δεν έχει επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία και έχει διατηρήσει ανοιχτές τις ροές εσόδων της, δεν αποδέχεται την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία.
Με περισσότερους από 5 εκατομμύρια Τούρκους να δηλώνουν καταγωγή από τους Τατάρους της Κριμαίας, η περιοχή έχει τόσο στρατηγική όσο και ιστορική σημασία για την Άγκυρα.
Παρά τις διαφορές, η Τουρκία συνεχίζει τον διάλογο με τη Μόσχα, ενώ οι πρόεδροι Erdogan και Putin θεωρούνται «αγαπητοί φίλοι».
Ωστόσο, αυτή η «φιλία» περιπλέκεται από το γεγονός ότι η Τουρκία υποστηρίζει επίσης την Ουκρανία, προμηθεύοντάς την με drones Bayraktar TB2, βαριά πολυβόλα, κατευθυνόμενους με λέιζερ πυραύλους, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τεθωρακισμένα οχήματα και εξοπλισμό προστασίας.
Σε τελική ανάλυση, η Τουρκία θέλει η Ουκρανία να παραμείνει ανεξάρτητη, ώστε να περιορίσει τη ναυτική ισχύ της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα.
Έτσι, η Τουρκία είναι πιθανό να συνεργαστεί με το ΝΑΤΟ για να αποτρέψει την ήττα της Ουκρανίας.
Για τον σκοπό αυτό, η Τουρκία είναι πρόθυμη να συνεισφέρει ειρηνευτικές δυνάμεις σε μια μεταπολεμική διευθέτηση, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία έχει εκμεταλλευτεί τη σύγκρουση στην Ουκρανία για να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές (επενδύοντας περισσότερο στους προμηθευτές από τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία), μειώνοντας έτσι την εξάρτησή της από τη Ρωσία.
Η Άγκυρα βρίσκεται σε ισχυρή θέση, ειδικά μετά την ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη Μαύρη Θάλασσα και την ανατολική Μεσόγειο.
Ο στόχος της Τουρκίας είναι να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο, διευκολύνοντας τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου από τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και τη Ρωσία προς την Ευρώπη μέσω του Διανατολικού Αγωγού Φυσικού Αερίου (TANAP).
Τουρκία και Συρία
Η σχέση της Τουρκίας με τη γειτονική της Συρία υπήρξε επίσης πραγματιστική και ευφυής.
Η Τουρκία πέτυχε την προσέγγιση με τη Συρία το 2005, όταν ο Bassar Al Assad έγινε ο πρώτος Σύρος πρόεδρος που επισκέφθηκε την Τουρκία από την ανεξαρτησία της Συρίας το 1946.
Ωστόσο, ενώ ο Erdogan διατήρησε μια σχέση με τον Assad (για να αποτρέψει τη Συρία από το να έρθει ακόμα πιο κοντά στο Ιράν), τελικά αποφάσισε να εγκαταλείψει αυτή τη σχέση όταν δεν τον εξυπηρετούσε πλέον.
Κατά καιρούς φιλοξενούσε αντιπολιτευόμενες προς τον Assad προσωπικότητες στην Τουρκία και δημιούργησε μια ασφαλή ζώνη στα σύνορα, όπου στεγάστηκαν εκτοπισμένοι Σύροι και ένοπλοι μαχητές.
Επιπλέον, έδωσε το «πράσινο φως» στους αντάρτες για την ανατροπή του Assad το 2024.
Όπως ο πόλεμος στη Συρία προσέφερε ευκαιρίες στην Τουρκία, έτσι και η σύγκρουση στην Ουκρανία την έχει ωφελήσει.
Η Άγκυρα έχει ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση και έχει πιέσει για μεγαλύτερες διπλωματικές και οικονομικές παραχωρήσεις από τους δυτικούς συμμάχους της.
Η Τουρκία εκμεταλλεύεται επίσης την απομάκρυνση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ για να προωθήσει στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη. Παράλληλα, αξιοποιεί την πιο επιεική στάση του Donald Trump απέναντι στη Ρωσία για να βελτιώσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, κυρίως με στόχο την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία βασιζόταν στις ΗΠΑ για όπλα, χρηματοδότηση και εξοπλισμό, αλλά δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει χωρίς αμερικανική έγκριση.
Μετά το 1989, διαφοροποίησε τις αγορές όπλων της και ήρθε αντιμέτωπη με αμερικανικές κυρώσεις για την αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 το 2020.
Τώρα, η Τουρκία επιθυμεί να αποκτήσει αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-35 και ελπίζει ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να επιβάλλουν κυρώσεις σε τρίτες χώρες που συνεργάζονται με τη Ρωσία.
Ποιανού κρίσιμος σύμμαχος;
Η Τουρκία έχει διασφαλίσει ότι δεν θεωρείται από τις ΗΠΑ ως «κατώτερος εταίρος» στη Μέση Ανατολή.
Για παράδειγμα, όταν ξεκίνησε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βορειοανατολική Συρία το 2019, ρίχνοντας επανειλημμένα πυρά κοντά σε αμερικανικές δυνάμεις, οι ΗΠΑ δεν αντέδρασαν στρατιωτικά.
Παρά τις διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βλέπουν την Τουρκία ως βασικό σύμμαχο.
Εκτός από τη γεωπολιτική της σημασία, η Τουρκία φιλοξενεί στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε αρκετές βάσεις της, ενώ στην αεροπορική βάση του Ιντζιρλίκ φυλάσσονται 20 αμερικανικές πυρηνικές βόμβες B61.
Η Τουρκία επιδιώκει πλέον να επεκτείνει τη διπλωματική και στρατιωτική της επιρροή.
Ως μέλος της G20, διαθέτοντας μία από τις 20 μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο και τη δεύτερη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ, κατέχει σημαντική ισχύ.
Και σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι ισορροπιών, η Τουρκία βρίσκεται σε μια θέση όπου όλοι επιθυμούν να την έχουν με το μέρος τους.
Οι ΗΠΑ προαναγγέλλουν αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα
Από την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε βάλει όλα τα αβγά σε ένα καλάθι, στον Biden, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι απομονωμένη παντού.
Ενδεικτικά είναι όσα ανέφερε ο σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου Trump George Papadopoulos.
«Η σημερινή ελληνική ηγεσία δεν κατάφερε να αδράξει τη στιγμή.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να διαδραματίσει βασικό ρόλο συνομιλητή μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας, ως ορθόδοξης χώρας, και μιας χώρας με ιστορικούς δεσμούς και με τα δύο έθνη, όπως συμβαίνει μεταξύ των αραβικών εθνών και του Ισραήλ.
Αποφάσισε να συμβιβαστεί με το ΝΑΤΟ.
Ενώ ο ιστορικός αντίπαλος της Ελλάδας, η Τουρκία, ανέλαβε τον ρόλο του μεσολαβητή και διεύρυνε το αποτύπωμά της.
Στο εσωτερικό, ο πόλεμος κατά της εκκλησίας ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής, όπως και η πολεμική υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Το μέλλον της Ελλάδας είναι υπέρ της ορθόδοξης πίστης, μεσολαβητής μεταξύ ανατολής και δύσης, όπως ήταν ιστορικά, και πυλώνας σταθερότητας σε μια κατά τα άλλα ασταθή περιοχή.
Για να συμβεί αυτό υπάρχει μόνο μια λύση» αναφέρει ο κ. Papadopoulos.
Οι ΗΠΑ προαναγγέλλουν αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα
Είναι προφανές ότι έρχονται μεγάλες αλλαγές στην Ελλάδα.
Έχουμε αναλύσει ότι και οι δύο μεγάλες υπερδυνάμεις ΗΠΑ και Ρωσία θεωρούν την κυβέρνηση Μητσοτάκη μη φιλική.
Για τους Αμερικανούς ο Μητσοτάκης τάχθηκε με τους δημοκρατικούς άρα είναι εχθρός των Ρεπουμπλικάνων και για τους Ρώσους η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στο Ουκρανικό ήταν δηλητηριασμένα εχθρική.
Ο Μητσοτάκης βρίσκεται στο στόχαστρο… ξεκάθαρα δύο υπερδυνάμεων και ανήκει στην ομάδα των τοξικών πολιτικών.

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών