Η επιχείρηση σύλληψης του Nicolás Maduro από τις Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησε ως σοκ για το παγκόσμιο σύστημα ισχύος – και ως πηγή έμπνευσης για πιο ακραίες σκέψεις.
Σε κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν έλειψαν οι φωνές που αναρωτήθηκαν αν το Πεκίνο θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο: έναν αιφνιδιαστικό «αποκεφαλισμό» της πολιτικής ηγεσίας της Ταϊβάν, ως προοίμιο για την κατάληψη του νησιού.
Όμως, πίσω από τη διαδικτυακή ρητορική, ειδικοί προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο – και πιθανότατα καταστροφικό – για την Κίνα.
Η Ταϊβάν δεν είναι Βενεζουέλα
Σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα, η Ταϊβάν έχει προετοιμαστεί επί δεκαετίες ακριβώς για να αποτρέψει επιχειρήσεις «αποκεφαλισμού» της πολιτικής και στρατιωτικής της ηγεσίας.
Το νησί διαθέτει πολυεπίπεδη αεράμυνα, εκτεταμένα δίκτυα ραντάρ και συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, καθώς και σχέδια επιβίωσης της κρατικής ηγεσίας σε περίπτωση αιφνιδιαστικού πλήγματος.
Παράλληλα, θεωρείται σχεδόν δεδομένη η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους σε περίπτωση σοβαρής κρίσης. Κάθε απόπειρα αεροπορικής επίθεσης ή διείσδυσης ειδικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Κίνα θα είχε υψηλή πιθανότητα εντοπισμού ήδη από τη διέλευση των Στενών της Ταϊβάν, οδηγώντας σε άμεση και ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Τα όρια του κινεζικού στρατιωτικού εκσυγχρονισμού
Παρότι η Κίνα έχει επενδύσει τεράστια ποσά στην απόκτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων, παραμένουν σοβαρά ερωτήματα για την ικανότητα του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού να τα αξιοποιήσει αποτελεσματικά σε πραγματικές συνθήκες πολέμου.
Η έλλειψη εκτεταμένης εμπειρίας σε συνδυασμένες επιχειρήσεις, οι αδυναμίες στον ηλεκτρονικό και ηλεκτρομαγνητικό πόλεμο και η απουσία «δοκιμασμένων» αποστολών υψηλού ρίσκου αποτελούν κρίσιμα κενά.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η κινεζική στρατιωτική μηχανή βρίσκεται ακόμη σε φάση μετάβασης από τη θεωρητική ισχύ στην επιχειρησιακή ωριμότητα – μια μετάβαση που δεν μπορεί να επιταχυνθεί χωρίς σοβαρό ρίσκο αποτυχίας.
Από τον αιφνιδιασμό στην ολοκληρωτική σύγκρουση
Σύμφωνα με Ταϊβανέζους αξιωματούχους, μια αποτυχημένη επιχείρηση αιφνιδιασμού δεν θα μπορούσε να παραμείνει περιορισμένης κλίμακας.
Αντιθέτως, θα οδηγούσε σχεδόν αναπόφευκτα σε πλήρους έκτασης σύγκρουση, με τεράστιο πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κόστος για το Πεκίνο.
Η σύγκριση με την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα είναι αποκαλυπτική: οι ΗΠΑ βασίστηκαν σε απόλυτο έλεγχο του εναέριου χώρου, σε αεροσκάφη stealth, σε προηγμένα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου και σε ένα πυκνό πλέγμα δορυφορικής και μη επανδρωμένης αναγνώρισης που παρείχε πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Η Κίνα, παρά τη ραγδαία πρόοδο, δεν διαθέτει ακόμη αντίστοιχο επίπεδο διαλειτουργικότητας και επιχειρησιακής ακρίβειας.
Ασκήσεις, απειλές και αμυντική θωράκιση
Το Πεκίνο δεν έχει αποκλείσει τη χρήση βίας για την «επανένωση» με την Ταϊβάν, την οποία θεωρεί τμήμα της επικράτειάς του – θέση που η Ταϊπέι απορρίπτει κατηγορηματικά.
Οι πρόσφατες, πρωτοφανούς κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από το νησί, συνοδευόμενες από σκληρή ρητορική, εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική πίεσης.
Την ίδια στιγμή, η Ταϊβάν ενισχύει συστηματικά την άμυνά της.
Ο πρόεδρος Lai Ching-te παρουσίασε πρόσφατα το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας «T-Dome», εμπνευσμένο από τον ισραηλινό «Σιδηρούν Θόλο», το οποίο συνδυάζει εγχώρια και αμερικανικής προέλευσης οπλικά συστήματα με στόχο την ταχεία και αποτελεσματική αναχαίτιση απειλών.
Η στρατηγική της υπομονής
Σε τελική ανάλυση, το δίλημμα της Κίνας για την Ταϊβάν αποκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική λογική. Το Πεκίνο δεν δείχνει διατεθειμένο να ρισκάρει μια πρόωρη, απρόβλεπτη σύγκρουση υψηλής έντασης.
Αντίθετα, προτιμά να επενδύει στη μακροχρόνια φθορά, στην οικονομική ισχύ και στη γεωπολιτική υπομονή, περιμένοντας ευνοϊκότερες συνθήκες στο διεθνές σύστημα.
Όπως και στη Βενεζουέλα, έτσι και στην περίπτωση της Ταϊβάν, η Κίνα φαίνεται λιγότερο πρόθυμη να «τρέξει» προς τη σύγκρουση και περισσότερο διατεθειμένη να περιμένει τη στιγμή που το ισοζύγιο ισχύος θα γείρει αποφασιστικά υπέρ της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών