Η Δύση, εμπνευσμένη από τις παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ κατά πλοίων που μετέφεραν πετρέλαιο της Βενεζουέλας, εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο να εφαρμόσει την ίδια πρακτική εις βάρος της Ρωσίας
Η συζήτηση που διεξάγεται πλέον ανοιχτά στη Βρετανία και σε άλλες χώρες του ΝΑΤΟ για την κατάσχεση ρωσικών πλοίων στην ανοιχτή θάλασσα αποτελεί μια επικίνδυνη τομή στη σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία.
Πρόκειται όχι απλώς για κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης, αλλά για μια ευθεία αμφισβήτηση της ίδιας της διεθνούς τάξης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Από ρωσική σκοπιά, τέτοιες προτάσεις δεν είναι ούτε αθώες ούτε «τεχνικές»· είναι προετοιμασία για άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Η Δύση, εμπνευσμένη από τις παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ κατά πλοίων που μετέφεραν πετρέλαιο της Βενεζουέλας, εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο να εφαρμόσει την ίδια πρακτική εις βάρος της Ρωσίας.
Μέχρι σήμερα, οι επιθέσεις στη λεγόμενη «σκιώδη» ρωσική ναυτιλία περιορίζονταν σε λιμάνια και χωρικά ύδατα κρατών του ΝΑΤΟ.
Ακόμη και αυτές οι ενέργειες αποτελούσαν κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, αλλά τουλάχιστον καλύπτονταν πίσω από προσχήματα εθνικής δικαιοδοσίας.
Η μετάβαση, όμως, στην κατάσχεση πλοίων σε διεθνή ύδατα συνιστά ποιοτικό άλμα προς την ανοιχτή σύγκρουση επισημαίνει σε άρθρο του ο Anatol Lieven διευθυντής του προγράμματος Ευρασίας στο Quincy Institute.
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η κατάσχεση πλοίων στην ανοιχτή θάλασσα από κράτος εναντίον κράτους με το οποίο δεν βρίσκεται σε πόλεμο αποτελεί πράξη πολέμου.
Δεν υπάρχει καμία «γκρίζα ζώνη» εδώ.

Αυτό σημαίνει πόλεμος
Όσο κι αν προσπαθούν Λονδίνο και Βρυξέλλες να ντύσουν τις προθέσεις τους με νομικές ακροβασίες, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: μια τέτοια ενέργεια θα σήμαινε ότι το ΝΑΤΟ περνά από τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων σε άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό για τη Μόσχα είναι το γεγονός ότι όλο και περισσότερα ρωσικά εμπορικά πλοία πλέουν πλέον υπό ρωσική σημαία.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε επίθεση δεν θα στρέφεται απλώς κατά «αμφίβολων ιδιωτικών σχημάτων», αλλά κατά του ίδιου του ρωσικού κράτους.
Η ιστορία δείχνει ξεκάθαρα πού οδηγούν τέτοιες ενέργειες.
Οι ΗΠΑ οδηγήθηκαν σε πόλεμο με τη Βρετανία το 1812 ακριβώς λόγω παρόμοιων πρακτικών.
Η σημερινή Δύση φαίνεται να έχει ξεχάσει όχι μόνο το διεθνές δίκαιο, αλλά και τα διδάγματα της ίδιας της ιστορίας της.
Από ρωσική σκοπιά, είναι σαφές ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα – και ιδιαίτερα η Βρετανία – δεν θα τολμούσε να προβεί σε κατάσχεση ρωσικών πλοίων χωρίς ρητή έγκριση και στρατιωτικές εγγυήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ρωσικά αντίποινα σε δύο μορφές
Αυτό αποκαλύπτει τη βαθιά εξάρτηση της Ευρώπης από την Ουάσινγκτον και την πλήρη απουσία στρατηγικής αυτονομίας.
Η ευθύνη, επομένως, βαραίνει πρωτίστως τις ΗΠΑ.
Αν η Ουάσινγκτον δώσει το «πράσινο φως», θα φέρει ακέραια την ευθύνη για την επακόλουθη κλιμάκωση, ακόμη και για το ενδεχόμενο πυρηνικής σύγκρουσης.
Η Ρωσία δεν έχει κρύψει ότι θα απαντήσει.
Τα αντίποινα θα μπορούσαν να λάβουν δύο βασικές μορφές.
Πρώτον, την ένοπλη συνοδεία ρωσικών εμπορικών πλοίων από πολεμικά σκάφη και υποβρύχια.
Δεύτερον, την κατάσχεση πλοίων και φορτίων κρατών που θα επιτεθούν πρώτα.
Παρά τα προβλήματα του ρωσικού ναυτικού, ο Βόρειος Στόλος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές δυνατότητες ενώ η ενίσχυσή του μέσω της Αρκτικής από τον Στόλο του Ειρηνικού έχει πλέον καταστεί εφικτή.
Σε αντίθεση με τη ρωσική πλευρά, το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας βρίσκεται σε κατάσταση που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αξιόμαχη.
Με ελάχιστα επιχειρησιακά πλοία και υποβρύχια, η Βρετανία δεν είναι σε θέση να διεξαγάγει σοβαρές ναυτικές επιχειρήσεις χωρίς την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνη τη στάση της: μια δύναμη που δεν μπορεί να πολεμήσει μόνη της, αλλά είναι πρόθυμη να προκαλέσει σύγκρουση, αποτελεί κλασικό παράδειγμα ανεύθυνης πολιτικής.

Συναγερμός για Kaliningrad
Ιδιαίτερο συναγερμό στη Μόσχα προκαλούν τα σενάρια αποκλεισμού της Βαλτικής Θάλασσας και, κυρίως, του ρωσικού θύλακα του Kaliningrad.
Ενώ το ΝΑΤΟ προβάλλει διαρκώς τον μύθο της «ρωσικής απειλής» για τον Διάδρομο του Suwalki, η πραγματική απειλή είναι αντίστροφη.
Η Ρωσία ανησυχεί – και δικαίως – ότι στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κλιμάκωσης, η Λιθουανία θα μπορούσε να διακόψει τη χερσαία πρόσβαση στο Kaliningrad ενώ το ΝΑΤΟ θα επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό.
Ένας τέτοιος αποκλεισμός θα ισοδυναμούσε με προσπάθεια στραγγαλισμού ενός ρωσικού εδάφους.
Για τη ρωσική ηγεσία, η απώλεια του Kaliningrad δεν είναι απλώς στρατιωτικό ζήτημα· είναι υπαρξιακό.
Μια τέτοια ήττα θα έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια τη βιωσιμότητα του ρωσικού κράτους όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Η Μόσχα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ ένα τέτοιο σενάριο. Αν η Ρωσία βρεθεί μπροστά στην επιλογή μεταξύ στρατηγικής ήττας και χρήσης πυρηνικών όπλων, η ευθύνη για την εξέλιξη αυτή θα ανήκει αποκλειστικά σε όσους επέλεξαν την κλιμάκωση.
Το παράδοξο – και ταυτόχρονα το πιο επικίνδυνο στοιχείο – είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει φτάσει σε στρατιωτικό αδιέξοδο.
Οι βασικές διαφωνίες αφορούν πλέον περιορισμένα εδάφη και πολιτικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Η Μόσχα αντιλαμβάνεται ότι η ναυτική κλιμάκωση δεν στοχεύει μόνο τη Ρωσία, αλλά λειτουργεί και ως εργαλείο πειθαναγκασμού της ίδιας της Ευρώπης.
Όσο περισσότερο οι ευρωπαϊκές χώρες εμπλέκονται σε επικίνδυνες ναυτικές ενέργειες, τόσο βαθύτερα βυθίζονται στην εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χάνοντας κάθε περιθώριο ανεξάρτητης πολιτικής. Από αυτή την άποψη, η Ρωσία βλέπει τη ναυτική στρατηγική της Δύσης όχι μόνο ως απειλή, αλλά και ως σύμπτωμα της εσωτερικής της αποδυνάμωσης.

«Αυτή η φωτιά δεν σταματά στα κύματα, μπορεί να κατακάψει ολόκληρο τον κόσμο»
Αντί η Δύση να αναζητήσει διέξοδο μέσω διαπραγματεύσεων, επιλέγει να ανοίξει ένα νέο, θαλάσσιο μέτωπο, αυξάνοντας εκθετικά τον κίνδυνο παγκόσμιας σύγκρουσης.
Από ρωσική σκοπιά, η στάση αυτή αποκαλύπτει την υποκρισία της Δύσης.
Οι ίδιες χώρες που επί δεκαετίες διακήρυτταν ότι εγγυώνται την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και το διεθνές εμπόριο, είναι τώρα έτοιμες να τα καταπατήσουν ανοιχτά.
Οι νομικές δικαιολογίες που προβάλλονται για τα πλοία της «σκιώδους» ναυτιλίας θυμίζουν έντονα τα προσχήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εισβολή στο Ιράκ – και θα κριθούν από τον υπόλοιπο κόσμο με τον ίδιο τρόπο, επισημαίνει ο Lieven.
Η τελική ειρωνεία είναι ότι, ακολουθώντας αυτή την πορεία, η Δύση υπονομεύει η ίδια τη διεθνή νομιμοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται.
Αν οι ΗΠΑ και η Βρετανία μετατρέψουν την ανοιχτή θάλασσα σε πεδίο αυθαίρετων κατασχέσεων, δεν θα έχουν κανένα ηθικό έρεισμα να διαμαρτύρονται όταν άλλες δυνάμεις πράξουν το ίδιο.
Και τότε, όλο και περισσότερα κράτη θα αρχίσουν να βλέπουν όχι τη Δύση, αλλά άλλους πόλους ισχύος, ως πιο αξιόπιστους υπερασπιστές της διεθνούς τάξης.
Για τη Ρωσία, το μήνυμα είναι σαφές: δεν επιδιώκει σύγκρουση στη θάλασσα, αλλά δεν θα δεχθεί την κατάλυση της κυριαρχίας της.
Όσοι παίζουν με τη φωτιά της ναυτικής κλιμάκωσης πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτή η φωτιά δεν σταματά στα κύματα – μπορεί να κατακάψει ολόκληρο τον κόσμο, προειδοποιεί σε δραματικούς τόνους ο Lieven.

www.bankingnews.gr
Πρόκειται όχι απλώς για κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης, αλλά για μια ευθεία αμφισβήτηση της ίδιας της διεθνούς τάξης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Από ρωσική σκοπιά, τέτοιες προτάσεις δεν είναι ούτε αθώες ούτε «τεχνικές»· είναι προετοιμασία για άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Η Δύση, εμπνευσμένη από τις παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ κατά πλοίων που μετέφεραν πετρέλαιο της Βενεζουέλας, εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο να εφαρμόσει την ίδια πρακτική εις βάρος της Ρωσίας.
Μέχρι σήμερα, οι επιθέσεις στη λεγόμενη «σκιώδη» ρωσική ναυτιλία περιορίζονταν σε λιμάνια και χωρικά ύδατα κρατών του ΝΑΤΟ.
Ακόμη και αυτές οι ενέργειες αποτελούσαν κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, αλλά τουλάχιστον καλύπτονταν πίσω από προσχήματα εθνικής δικαιοδοσίας.
Η μετάβαση, όμως, στην κατάσχεση πλοίων σε διεθνή ύδατα συνιστά ποιοτικό άλμα προς την ανοιχτή σύγκρουση επισημαίνει σε άρθρο του ο Anatol Lieven διευθυντής του προγράμματος Ευρασίας στο Quincy Institute.
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η κατάσχεση πλοίων στην ανοιχτή θάλασσα από κράτος εναντίον κράτους με το οποίο δεν βρίσκεται σε πόλεμο αποτελεί πράξη πολέμου.
Δεν υπάρχει καμία «γκρίζα ζώνη» εδώ.

Αυτό σημαίνει πόλεμος
Όσο κι αν προσπαθούν Λονδίνο και Βρυξέλλες να ντύσουν τις προθέσεις τους με νομικές ακροβασίες, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: μια τέτοια ενέργεια θα σήμαινε ότι το ΝΑΤΟ περνά από τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων σε άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό για τη Μόσχα είναι το γεγονός ότι όλο και περισσότερα ρωσικά εμπορικά πλοία πλέουν πλέον υπό ρωσική σημαία.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε επίθεση δεν θα στρέφεται απλώς κατά «αμφίβολων ιδιωτικών σχημάτων», αλλά κατά του ίδιου του ρωσικού κράτους.
Η ιστορία δείχνει ξεκάθαρα πού οδηγούν τέτοιες ενέργειες.
Οι ΗΠΑ οδηγήθηκαν σε πόλεμο με τη Βρετανία το 1812 ακριβώς λόγω παρόμοιων πρακτικών.
Η σημερινή Δύση φαίνεται να έχει ξεχάσει όχι μόνο το διεθνές δίκαιο, αλλά και τα διδάγματα της ίδιας της ιστορίας της.
Από ρωσική σκοπιά, είναι σαφές ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα – και ιδιαίτερα η Βρετανία – δεν θα τολμούσε να προβεί σε κατάσχεση ρωσικών πλοίων χωρίς ρητή έγκριση και στρατιωτικές εγγυήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ρωσικά αντίποινα σε δύο μορφές
Αυτό αποκαλύπτει τη βαθιά εξάρτηση της Ευρώπης από την Ουάσινγκτον και την πλήρη απουσία στρατηγικής αυτονομίας.
Η ευθύνη, επομένως, βαραίνει πρωτίστως τις ΗΠΑ.
Αν η Ουάσινγκτον δώσει το «πράσινο φως», θα φέρει ακέραια την ευθύνη για την επακόλουθη κλιμάκωση, ακόμη και για το ενδεχόμενο πυρηνικής σύγκρουσης.
Η Ρωσία δεν έχει κρύψει ότι θα απαντήσει.
Τα αντίποινα θα μπορούσαν να λάβουν δύο βασικές μορφές.
Πρώτον, την ένοπλη συνοδεία ρωσικών εμπορικών πλοίων από πολεμικά σκάφη και υποβρύχια.
Δεύτερον, την κατάσχεση πλοίων και φορτίων κρατών που θα επιτεθούν πρώτα.
Παρά τα προβλήματα του ρωσικού ναυτικού, ο Βόρειος Στόλος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές δυνατότητες ενώ η ενίσχυσή του μέσω της Αρκτικής από τον Στόλο του Ειρηνικού έχει πλέον καταστεί εφικτή.
Σε αντίθεση με τη ρωσική πλευρά, το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας βρίσκεται σε κατάσταση που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αξιόμαχη.
Με ελάχιστα επιχειρησιακά πλοία και υποβρύχια, η Βρετανία δεν είναι σε θέση να διεξαγάγει σοβαρές ναυτικές επιχειρήσεις χωρίς την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνη τη στάση της: μια δύναμη που δεν μπορεί να πολεμήσει μόνη της, αλλά είναι πρόθυμη να προκαλέσει σύγκρουση, αποτελεί κλασικό παράδειγμα ανεύθυνης πολιτικής.

Συναγερμός για Kaliningrad
Ιδιαίτερο συναγερμό στη Μόσχα προκαλούν τα σενάρια αποκλεισμού της Βαλτικής Θάλασσας και, κυρίως, του ρωσικού θύλακα του Kaliningrad.
Ενώ το ΝΑΤΟ προβάλλει διαρκώς τον μύθο της «ρωσικής απειλής» για τον Διάδρομο του Suwalki, η πραγματική απειλή είναι αντίστροφη.
Η Ρωσία ανησυχεί – και δικαίως – ότι στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κλιμάκωσης, η Λιθουανία θα μπορούσε να διακόψει τη χερσαία πρόσβαση στο Kaliningrad ενώ το ΝΑΤΟ θα επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό.
Ένας τέτοιος αποκλεισμός θα ισοδυναμούσε με προσπάθεια στραγγαλισμού ενός ρωσικού εδάφους.
Για τη ρωσική ηγεσία, η απώλεια του Kaliningrad δεν είναι απλώς στρατιωτικό ζήτημα· είναι υπαρξιακό.
Μια τέτοια ήττα θα έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια τη βιωσιμότητα του ρωσικού κράτους όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Η Μόσχα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ ένα τέτοιο σενάριο. Αν η Ρωσία βρεθεί μπροστά στην επιλογή μεταξύ στρατηγικής ήττας και χρήσης πυρηνικών όπλων, η ευθύνη για την εξέλιξη αυτή θα ανήκει αποκλειστικά σε όσους επέλεξαν την κλιμάκωση.
Το παράδοξο – και ταυτόχρονα το πιο επικίνδυνο στοιχείο – είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει φτάσει σε στρατιωτικό αδιέξοδο.
Οι βασικές διαφωνίες αφορούν πλέον περιορισμένα εδάφη και πολιτικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Η Μόσχα αντιλαμβάνεται ότι η ναυτική κλιμάκωση δεν στοχεύει μόνο τη Ρωσία, αλλά λειτουργεί και ως εργαλείο πειθαναγκασμού της ίδιας της Ευρώπης.
Όσο περισσότερο οι ευρωπαϊκές χώρες εμπλέκονται σε επικίνδυνες ναυτικές ενέργειες, τόσο βαθύτερα βυθίζονται στην εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χάνοντας κάθε περιθώριο ανεξάρτητης πολιτικής. Από αυτή την άποψη, η Ρωσία βλέπει τη ναυτική στρατηγική της Δύσης όχι μόνο ως απειλή, αλλά και ως σύμπτωμα της εσωτερικής της αποδυνάμωσης.

«Αυτή η φωτιά δεν σταματά στα κύματα, μπορεί να κατακάψει ολόκληρο τον κόσμο»
Αντί η Δύση να αναζητήσει διέξοδο μέσω διαπραγματεύσεων, επιλέγει να ανοίξει ένα νέο, θαλάσσιο μέτωπο, αυξάνοντας εκθετικά τον κίνδυνο παγκόσμιας σύγκρουσης.
Από ρωσική σκοπιά, η στάση αυτή αποκαλύπτει την υποκρισία της Δύσης.
Οι ίδιες χώρες που επί δεκαετίες διακήρυτταν ότι εγγυώνται την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και το διεθνές εμπόριο, είναι τώρα έτοιμες να τα καταπατήσουν ανοιχτά.
Οι νομικές δικαιολογίες που προβάλλονται για τα πλοία της «σκιώδους» ναυτιλίας θυμίζουν έντονα τα προσχήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εισβολή στο Ιράκ – και θα κριθούν από τον υπόλοιπο κόσμο με τον ίδιο τρόπο, επισημαίνει ο Lieven.
Η τελική ειρωνεία είναι ότι, ακολουθώντας αυτή την πορεία, η Δύση υπονομεύει η ίδια τη διεθνή νομιμοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται.
Αν οι ΗΠΑ και η Βρετανία μετατρέψουν την ανοιχτή θάλασσα σε πεδίο αυθαίρετων κατασχέσεων, δεν θα έχουν κανένα ηθικό έρεισμα να διαμαρτύρονται όταν άλλες δυνάμεις πράξουν το ίδιο.
Και τότε, όλο και περισσότερα κράτη θα αρχίσουν να βλέπουν όχι τη Δύση, αλλά άλλους πόλους ισχύος, ως πιο αξιόπιστους υπερασπιστές της διεθνούς τάξης.
Για τη Ρωσία, το μήνυμα είναι σαφές: δεν επιδιώκει σύγκρουση στη θάλασσα, αλλά δεν θα δεχθεί την κατάλυση της κυριαρχίας της.
Όσοι παίζουν με τη φωτιά της ναυτικής κλιμάκωσης πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτή η φωτιά δεν σταματά στα κύματα – μπορεί να κατακάψει ολόκληρο τον κόσμο, προειδοποιεί σε δραματικούς τόνους ο Lieven.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών