Με αφορμή τις υποθέσεις Pizza Fan και «Χωριάτικο» – μια φορολογική προσέγγιση
Της Καλομοίρας Κωτσαλά*
Οι έρευνες που δημοσιοποιήθηκαν τις τελευταίες ημέρες για τις αλυσίδες Pizza Fan και «Χωριάτικο» αφορούν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Και οι δύο, όμως, φέρνουν στη δημόσια συζήτηση ζητήματα που υπερβαίνουν την απόδοση ενός φόρου: την αξιοπιστία των δηλωμένων πωλήσεων, τον πραγματικό έλεγχο των εταιρειών και τη διαδρομή των εισπράξεων. Ακολουθεί μια γενική φορολογική προσέγγιση, χωρίς γνώση της δικογραφίας. Τα παραδείγματα είναι υποθετικά και δεν αποδίδονται στους εμπλεκομένους, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο αθωότητας.


Από τις δηλωμένες πωλήσεις στον προσδιορισμό του φόρου
Αφετηρία κάθε ελέγχου είναι να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς δεν δηλώθηκε ή δεν καταβλήθηκε. Η απόκρυψη πωλήσεων, η αδικαιολόγητη έκπτωση ΦΠΑ εισροών και η μη καταβολή ορθά δηλωμένου φόρου είναι διαφορετικές περιπτώσεις, με διαφορετικές απαιτήσεις απόδειξης. Στη φορολογία εισοδήματος εξετάζεται αν εμφανίστηκαν όλα τα έσοδα και αν οι δαπάνες που μείωσαν τα κέρδη είναι πραγματικές και εκπίπτουν νόμιμα. Οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν χωριστή κατηγορία υποχρεώσεων. Ένα συνολικό ποσό «ζημίας» δεν αρκεί χωρίς ανάλυση ανά εταιρεία, περίοδο και είδος επιβάρυνσης.
Η σύγκριση παραγγελιών, αποδείξεων και εισπράξεων μπορεί να αποκαλύψει αποκλίσεις από τα δηλωμένα στοιχεία. Η διασύνδεση των φορολογικών ταμειακών μηχανών με τα τερματικά POS και η διαβίβαση δεδομένων στο myDATA πολλαπλασιάζουν τα σημεία διασταύρωσης. Δεν καλύπτουν όμως ό,τι εισπράττεται με μετρητά ή καταγράφεται σε παράλληλο σύστημα. Αν τα ηλεκτρονικά αρχεία αποτυπώνουν πλήρως τις πραγματικές πωλήσεις, μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα για τον προσδιορισμό των αποκρυβέντων εσόδων. Αν, αντίθετα, διαπιστωθούν συστηματική μη έκδοση παραστατικών, αναξιόπιστα βιβλία ή σημαντικές αναντιστοιχίες αγορών, πωλήσεων και αποθεμάτων, μπορεί να εξεταστεί η εφαρμογή έμμεσων τεχνικών ελέγχου (ΚΦΔ, ν. 5104/2024· αποφάσεις Α.1008/2020 και Ε.2015/2020 ΑΑΔΕ).
Στην εστίαση, οι αγορές πρώτων υλών και οι αποδόσεις παραγωγής μπορούν να συσχετιστούν με τις ποσότητες και τις τιμές των πωλούμενων προϊόντων, με συνεκτίμηση της φύρας, των επιστροφών και των πραγματικών συνθηκών λειτουργίας. Η έμμεση τεχνική δεν αποτελεί ελεύθερη εκτίμηση ενός «εύλογου» τζίρου. Απαιτεί ειδική αιτιολογία τόσο για την εφαρμογή της όσο και για τη συγκεκριμένη μέθοδο.
Κάθε εταιρεία, ξεχωριστή φορολογική ευθύνη
Σε ένα επιχειρηματικό δίκτυο, οι προμήθειες μπορεί να βρίσκονται σε μία εταιρεία, η παραγωγή σε άλλη και οι τελικές πωλήσεις σε περισσότερες. Η συνολική ανασύνθεση της δραστηριότητας είναι χρήσιμη, αλλά δεν μετατρέπει τον όμιλο σε ενιαίο φορολογούμενο. Πρέπει να τεκμηριωθεί ποια εταιρεία πραγματοποίησε κάθε πώληση και να διαχωριστούν οι εσωτερικές παραδόσεις από τις τελικές πωλήσεις, χωρίς διπλή καταμέτρηση ή αυθαίρετη κατανομή μιας συνολικής διαφοράς τζίρου.
Πραγματική διοίκηση και συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών
Η ίδια έρευνα μπορεί να αναδείξει την απόσταση ανάμεσα στην τυπική εκπροσώπηση και την πραγματική διοίκηση. Ποιος αποφάσιζε για τις πληρωμές, έδινε εντολές στον λογιστή και έλεγχε τους λογαριασμούς; Οι απαντήσεις κρίνουν την προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων (άρθρο 49 ΚΦΔ). Η ευθύνη αυτή προϋποθέτει τις νόμιμες συνθήκες ως προς την ιδιότητα, τον κρίσιμο χρόνο και την υπαιτιότητα. Ο χαρακτηρισμός κάποιου ως παρένθετου προσώπου δεν τον απαλλάσσει αυτομάτως, όπως και η πραγματική διοίκηση δεν αρκεί για την αδιάκριτη απόδοση κάθε εταιρικού χρέους. Η ποινική ευθύνη εξετάζεται αυτοτελώς.
Ο κοινός ουσιαστικός έλεγχος μπορεί να καθιστά τις εταιρείες συνδεδεμένες (άρθρα 2 περ. ζ΄ και 50 ΚΦΕ). Τότε οι μεταξύ τους συναλλαγές κρίνονται με την αρχή των ίσων αποστάσεων: θα συμφωνούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις τους ίδιους όρους; Υπερτιμημένες υπηρεσίες, μη αγοραία μισθώματα ή χρηματοδοτήσεις μπορούν να μεταφέρουν κέρδη μεταξύ εταιρειών, ακόμη και όταν οι συναλλαγές είναι πραγματικές, και να οδηγήσουν σε αναπροσαρμογή κερδών. Η σύνδεση, πάντως, δεν συνεπάγεται φορολογική συγχώνευση ούτε ευθύνη για τα χρέη άλλης εταιρείας.
Διαφορετικό εργαλείο είναι ο γενικός κανόνας κατά των καταχρήσεων (άρθρο 39 ΚΦΔ). Επιτρέπει τον προσδιορισμό του φόρου χωρίς μη γνήσιες διευθετήσεις, όταν κύριος σκοπός τους είναι ένα φορολογικό πλεονέκτημα που ματαιώνει τον σκοπό του νόμου και απουσιάζουν βάσιμοι εμπορικοί λόγοι. Η ύπαρξη πολλών εταιρειών ή η δυσχέρεια είσπραξης οφειλών δεν αρκεί από μόνη της.
Η διαφάνεια του πραγματικού δικαιούχου
Η διερεύνηση του ελέγχου συνδέεται και με τη διαφάνεια του πραγματικού δικαιούχου, χωρίς οι δύο έννοιες να ταυτίζονται. Τα κριτήρια του ν. 4557/2018 διαφέρουν από εκείνα του συνδεδεμένου προσώπου στη φορολογία. Η μη υποβολή ή η ανακριβής δήλωση στο Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων έχει αυτοτελείς συνέπειες. Για τις κερδοσκοπικές οντότητες προβλέπονται πρόστιμα από 5.000 έως 40.000 ευρώ ανά παράβαση και δέσμευση φορολογικής ενημερότητας. Η παράβαση αυτή δεν αποδεικνύει όμως από μόνη της απόκρυψη ή νομιμοποίηση εσόδων.
Απόκρυψη πωλήσεων και νομιμοποίηση εσόδων: διαφορετικοί μηχανισμοί
Ως προς τη νομιμοποίηση εσόδων, χρειάζεται μια ουσιώδης διάκριση. Άλλο η νομιμοποίηση περιουσίας που προέρχεται από φοροδιαφυγή και άλλο η χρήση μιας επιχειρηματικής δομής, ώστε χρήματα από άλλες εγκληματικές δραστηριότητες να εμφανίζονται ως νόμιμες εισπράξεις. Στη δεύτερη περίπτωση, ένας πιθανός μηχανισμός είναι η διόγκωση των εμφανιζόμενων πωλήσεων, ιδίως με μετρητά. Η απόκρυψη πραγματικών πωλήσεων και η εμφάνιση εικονικών υπηρετούν, επομένως, αντίθετους σκοπούς και απαιτούν διαφορετική ελεγκτική προσέγγιση.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, κρίσιμη θα ήταν η αντιπαραβολή των δηλωμένων πωλήσεων με τις αγορές πρώτων υλών, την παραγωγή, τη στελέχωση και τη δυναμικότητα των καταστημάτων. Μια αναντιστοιχία, όμως, δεν αποδεικνύει ξέπλυμα. Πρέπει να προσδιοριστούν και να θεμελιωθούν τα βασικά αδικήματα από τα οποία προέρχεται η περιουσία· δεν αρκεί μια γενική επίκληση φοροδιαφυγής.
Ανάλογες υποθέσεις λογισμικών απόκρυψης πωλήσεων έχουν δημοσιοποιηθεί στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περιπτώσεις χρήσης επιχειρήσεων εστίασης για νομιμοποίηση εσόδων έχουν απασχολήσει αρχές στην Ολλανδία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ. Τα περιστατικά διαφέρουν και δεν τεκμηριώνουν τίποτα για τις ελληνικές υποθέσεις· φωτίζουν μόνο τα ζητήματα που καλείται να εξετάσει ο έλεγχος.
Η απόδειξη και η εξατομίκευση της ευθύνης
Πέρα από την ουσία των ενδεχόμενων παραβάσεων, καθοριστική για την έκβαση είναι συχνά η απόδειξη. Οι φορολογικές και οι διωκτικές αρχές οφείλουν να θεμελιώσουν τα περιστατικά, να εξατομικεύσουν την ευθύνη και να αιτιολογήσουν τα συμπεράσματά τους. Οι ειδικοί κανόνες για τις αποδεικτικές υποχρεώσεις του φορολογουμένου δεν αναιρούν αυτή την υποχρέωση. Η συνολική εικόνα ενός δικτύου αποκτά νομική σημασία μόνο όταν συνδέεται αποδεικτικά με συγκεκριμένες συναλλαγές, ποσά και πρόσωπα.
Σχόλια αναγνωστών