Το κινητό τηλέφωνο έχει μετατρέψει τον στοιχηματισμό σε δραστηριότητα διαθέσιμη 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, ο ρόλος των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ – Μεγάλα τα ποσοστά εθισμού
Η Ελλάδα έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια – κυρίως μετά τη τη περιπέτεια της κρίσης χρέους - μια από τις πιο δυναμικές αγορές τυχερών παιγνίων στην Ευρώπη.
Το φαινόμενο δεν ξεκίνησε από μία συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Το θεσμικό πλαίσιο για τον διαδικτυακό τζόγο είχε ήδη διαμορφωθεί από το 2011.
Ωστόσο, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν —μεταξύ αυτών ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία— δεν ανέκοψαν την επέκταση της αγοράς.
Αντίθετα, συνέβαλαν στη σταδιακή θεσμοποίηση, αδειοδότηση, φορολόγηση και ενσωμάτωση του online στοιχήματος στην επίσημη οικονομία.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που πλέον δεν έχει καμία σχέση με τον παραδοσιακό τζόγο των πρακτορείων και των καζίνο.
Σήμερα το καζίνο βρίσκεται στην τσέπη του πολίτη και φαίνεται ότι το κράτος, τα ΜΜΕ αλλά και οι ιδιωτικές εταιρείες εκμεταλλεύονται το όνειρο του ευκολου πλουτισμού στις κατώτερες εισοδηματικές κατηγορίες.
Το κινητό τηλέφωνο έχει μετατρέψει τον στοιχηματισμό σε δραστηριότητα διαθέσιμη 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Το live betting επιτρέπει στον παίκτη να στοιχηματίζει κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ενώ bonus, προσφορές και προσωποποιημένες διαφημίσεις δημιουργούν μια συνεχή ροή κινήτρων για νέο παιχνίδι.
Και η αγορά είναι τεράστια.
Το 2024 τα ακαθάριστα έσοδα της νόμιμης αγοράς τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα έφτασαν περίπου τα 2,88 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 11% σε σχέση με το 2023.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η άνοδος του διαδικτυακού τζόγου, ο οποίος ξεπέρασε το 1,06 δισ. ευρώ σε GGR (Gross Gaming Revenue: Ακαθάριστα Έσοδα Παιγνίων), σημειώνοντας αύξηση περίπου 23% μέσα σε έναν χρόνο.
Το 2025 η αγορά συνέχισε την ανοδική της πορεία, με τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα να προσεγγίζουν τα 3 δισ. ευρώ.
Δεν αποτελεί πλέον μια περιθωριακή οικονομική δραστηριότητα.
Είναι ένας ολόκληρος κλάδος της ελληνικής οικονομίας.
Τι έκαναν οι κυβερνήσεις - Από τον ΣΥΡΙΖΑ στη Νέα Δημοκρατία η βοήθεια στις στοιχηματικές
Το βασικό θεσμικό πλαίσιο είχε δημιουργηθεί ήδη από τον Ν. 4002/2011.
Είναι όμως γεγονός ότι η αγορά πέρασε, επί των κυβερνήσεων που ακολούθησαν, από ένα μεταβατικό καθεστώς σε ένα πολύ πιο οργανωμένο σύστημα αδειοδότησης και εποπτείας.
Η περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε με την προσπάθεια αναμόρφωσης του πλαισίου λειτουργίας της διαδικτυακής αγοράς, ενώ επί Νέας Δημοκρατίας ολοκληρώθηκε η μετάβαση στο νέο καθεστώς μόνιμων αδειών για τους διαδικτυακούς παρόχους.
Η λογική που προβλήθηκε είναι απλή: εφόσον ο τζόγος υπάρχει, είναι προτιμότερο να είναι νόμιμος, ελεγχόμενος και φορολογούμενος.
Όμως εδώ εμφανίζεται μια σημαντική αντίφαση.
Όσο περισσότερο μεγαλώνει ο νόμιμος τζόγος, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα του κράτους.
Και έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο οικονομικό κίνητρο: το κράτος πρέπει ταυτόχρονα να προστατεύει τον πολίτη από την υπερβολική έκθεση στον τζόγο και να εισπράττει φόρους από την ίδια δραστηριότητα - το ίδιο το κράτος επωφελείται από τον... εθισμό των πολιτών.
Το 2024 οι διαδικτυακοί πάροχοι αντιπροσώπευαν περίπου 62% των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου από την αγορά τυχερών παιγνίων.
Ο τζόγος, επομένως, δεν είναι απλώς μια ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Έχει γίνει και δημοσιονομικός μηχανισμός.

Οι στοιχηματικές και οι διαφημίσεις στα ΜΜΕ
Η δεύτερη μεγάλη διάσταση αφορά την ενημέρωση.
Το 2023 οι δαπάνες προβολής και προωθητικών ενεργειών των νόμιμων παρόχων τυχερών παιγνίων έφτασαν τα 120,4 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από την ΕΕΕΠ - τα τελευταία στοιχεία.
Πρόκειται για αύξηση περίπου 4% σε σχέση με το 2022.
Τα χρήματα αυτά δεν κατευθύνονται σε ένα μόνο μέσο.
Τηλεόραση, ραδιόφωνο, αθλητικές ιστοσελίδες, social media, χορηγίες και αθλητικές εκπομπές αποτελούν μέρος ενός τεράστιου διαφημιστικού οικοσυστήματος.
Και εδώ δημιουργείται μια σχέση αλληλεξάρτησης.
Οι στοιχηματικές χρειάζονται τα ΜΜΕ για να βρουν πελάτες.
Τα ΜΜΕ χρειάζονται τις στοιχηματικές για διαφημιστικά έσοδα.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει άμεση παρέμβαση στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο για να δημιουργηθεί πρόβλημα.
Η οικονομική σχέση από μόνη της δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο το στοίχημα αποκτά τεράστια προβολή.
Ιδιαίτερα στον αθλητισμό, τα όρια μεταξύ ενημέρωσης, ψυχαγωγίας, διαφήμισης και στοιχηματισμού γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα.
Ο αγώνας αρχίζει και πριν από τη σέντρα εμφανίζονται οι αποδόσεις.
Στο ημίχρονο εμφανίζονται νέες αγορές.
Στο κινητό εμφανίζεται η προσφορά.
Στα social media εμφανίζεται ο influencer.
Και ο φίλαθλος μετατρέπεται σταδιακά σε δυνητικό πελάτη.
Το σημαντικό κοινωνικό κόστος
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σοβαρό πρόβλημα.
Τα οικονομικά στοιχεία του κλάδου καταγράφουν τζίρους, GGR (Gross Gaming Revenue = ακαθάριστα έσοδα από τυχερά παιχνίδια, π.χ. σε καζίνο ή στοιχηματικές), φόρους και διαφημιστικές δαπάνες.
Δεν αποτυπώνουν όμως εύκολα τις οικογενειακές συγκρούσεις, τα χρέη, την απώλεια εισοδήματος και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει η προβληματική ενασχόληση με τον τζόγο.
Τα στοιχεία της ΕΕΕΠ για το 2025 είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.
Το 54,5% των ενηλίκων δήλωσε ότι συμμετείχε σε κάποιο τυχερό παιχνίδι μέσα στο 2025.
Στις ηλικίες 18 - 34 το ποσοστό φτάνει το 58%.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το εύρημα σχετικά με τον κίνδυνο προβληματικής ενασχόλησης.
Με βάση τον δείκτη PGSI, περίπου 7,5% του συνολικού πληθυσμού βρίσκεται σε μέτριο κίνδυνο και 2,6% σε υψηλό κίνδυνο.
Με άλλα λόγια, περίπου ένας στους δέκα ενήλικες βρίσκεται σε κάποια κατηγορία κινδύνου.
Η συχνότητα του παιχνιδιού είναι επίσης αποκαλυπτική.
Περίπου ένας στους πέντε παίκτες δηλώνει εβδομαδιαία συμμετοχή, ενώ ένα μικρότερο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό παίζει σχεδόν καθημερινά.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδέεται με την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.
Ένα σημαντικό ποσοστό των παικτών αναφέρει ως βασικό κίνητρο την οικονομική ανταμοιβή.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Όταν ένα νοικοκυριό δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος ζωής, η υπόσχεση ενός γρήγορου κέρδους μπορεί να εμφανιστεί ως διέξοδος.
Ο τζόγος τότε δεν λειτουργεί μόνο ως ψυχαγωγία.
Μετατρέπεται σε φαντασίωση οικονομικής επιτυχίας.
Και η οικονομική ανασφάλεια και τα εν γένει μικρά εισοδήματα μπορούν να τροφοδοτήσουν ακριβώς τη δραστηριότητα που τελικά επιδεινώνει την οικονομική κατάσταση.
Έτσι δημιουργείται ένας θανάσιμος φαύλος κύκλος: οικονομική πίεση → προσδοκία γρήγορου κέρδους → στοίχημα → απώλεια → μεγαλύτερη οικονομική πίεση → νέο στοίχημα.
Δεν σημαίνει ότι κάθε παίκτης βρίσκεται σε αυτόν τον κύκλο.
Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία δεν μπορεί να αξιολογεί την αγορά μόνο με βάση τον τζίρο και τα φορολογικά έσοδα.
Το κινητό ως μικρό καζίνο
Η τεχνολογία άλλαξε ριζικά τη φύση του προβλήματος.
Στο παρελθόν ο παίκτης έπρεπε να μετακινηθεί μέχρι ένα πρακτορείο ή καζίνο.
Σήμερα το καζίνο βρίσκεται στην τσέπη του.
Το smartphone καταργεί σχεδόν κάθε φυσικό και χρονικό περιορισμό. Το παιχνίδι είναι διαθέσιμο οποιαδήποτε στιγμή και η απόσταση μεταξύ μιας διαφήμισης και ενός στοιχήματος μπορεί να είναι μερικά δευτερόλεπτα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους νέους.
Η διαφήμιση δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως τηλεοπτικό σποτ.
Μπορεί να ενσωματωθεί σε βίντεο, social media, αθλητικό περιεχόμενο ή influencer marketing.
Ο τζόγος γίνεται έτσι μέρος της ψηφιακής κουλτούρας.
Και όσο περισσότερο ενσωματώνεται στην καθημερινότητα, τόσο περισσότερο χάνει την εικόνα της δραστηριότητας υψηλού κινδύνου.
Αυτό ονομάζεται κοινωνική κανονικοποίηση.
Το στοίχημα παρουσιάζεται ως φυσική προέκταση του αθλητισμού.
Ο αγώνας δεν είναι απλώς αγώνας.
Είναι μια σειρά από αγορές στοιχηματισμού.
Έχει δημιουργηθεί ένα οικονομικό οικοσύστημα αμοιβαίων συμφερόντων, στο οποίο ο περιορισμός της αγοράς δεν είναι οικονομικά ουδέτερος για κανέναν από τους βασικούς παίκτες.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία.
Το ερώτημα είναι εάν οι διαδοχικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν την επέκταση του online στοιχήματος κυρίως ως ευκαιρία φορολογικών εσόδων και επιχειρηματικής ανάπτυξης ή ως ένα φαινόμενο που απαιτεί πολύ αυστηρότερα όρια λόγω του κοινωνικού του κόστους.
Το πραγματικό στοίχημα
Η ύπαρξη μιας νόμιμης αγοράς τυχερών παιχνιδιών μπορεί να είναι συμβατή με μια σύγχρονη οικονομία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η νομιμότητα μετατρέπεται σε κοινωνική κανονικότητα και η κανονικότητα σε επιθετική εμπορική προώθηση.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα εισπράττει το Δημόσιο από τον τζόγο.
Είναι πόσο κοστίζει στην κοινωνία η δημιουργία μιας γενιάς που μαθαίνει να αντιμετωπίζει το οικονομικό ρίσκο ως καθημερινή ψυχαγωγία.
Γιατί πίσω από τα 3 δισ. ευρώ των ακαθάριστων εσόδων, πίσω από τα εκατοντάδες εκατομμύρια της διαφήμισης και πίσω από τα φορολογικά έσοδα υπάρχει ένας πολύ διαφορετικός λογαριασμός.
Ο λογαριασμός των χρεών.
Των οικογενειακών συγκρούσεων.
Της προβληματικής ενασχόλησης.
Της ψευδαίσθησης ότι η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια «καλή απόδοση».
Και τελικά, η μεγαλύτερη αντίφαση της ελληνικής «οικονομίας-καζίνο» είναι αυτή: Το κράτος κερδίζει όταν ο πολίτης παίζει.
Το ερώτημα είναι αν μια κοινωνία μπορεί μακροπρόθεσμα να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι αυξάνονται τα έσοδά της επειδή αυξάνονται και τα χρήματα που οι πολίτες ρισκάρουν.
Γιατί η πραγματική οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί πλούτο μέσα από παραγωγή, επενδύσεις, εργασία και καινοτομία.
Ο τζόγος λειτουργεί διαφορετικά.
Δεν δημιουργεί πλούτο από το μηδέν.
Αναδιανέμει χρήματα με βάση την πιθανότητα και το ρίσκο.
Και όταν η οικονομία αρχίζει να βασίζεται ολοένα περισσότερο στην προσδοκία του γρήγορου κέρδους, τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο ο τζόγος.
Είναι η ίδια η οικονομική κουλτούρα μιας κοινωνίας που πλήττεται από τη φτώχεια και της πουλάνε το παραμύθι του εύκολου πλουτισμού.
www.bankingnews.gr
Το φαινόμενο δεν ξεκίνησε από μία συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Το θεσμικό πλαίσιο για τον διαδικτυακό τζόγο είχε ήδη διαμορφωθεί από το 2011.
Ωστόσο, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν —μεταξύ αυτών ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία— δεν ανέκοψαν την επέκταση της αγοράς.
Αντίθετα, συνέβαλαν στη σταδιακή θεσμοποίηση, αδειοδότηση, φορολόγηση και ενσωμάτωση του online στοιχήματος στην επίσημη οικονομία.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που πλέον δεν έχει καμία σχέση με τον παραδοσιακό τζόγο των πρακτορείων και των καζίνο.
Σήμερα το καζίνο βρίσκεται στην τσέπη του πολίτη και φαίνεται ότι το κράτος, τα ΜΜΕ αλλά και οι ιδιωτικές εταιρείες εκμεταλλεύονται το όνειρο του ευκολου πλουτισμού στις κατώτερες εισοδηματικές κατηγορίες.
Το κινητό τηλέφωνο έχει μετατρέψει τον στοιχηματισμό σε δραστηριότητα διαθέσιμη 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Το live betting επιτρέπει στον παίκτη να στοιχηματίζει κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ενώ bonus, προσφορές και προσωποποιημένες διαφημίσεις δημιουργούν μια συνεχή ροή κινήτρων για νέο παιχνίδι.
Και η αγορά είναι τεράστια.
Το 2024 τα ακαθάριστα έσοδα της νόμιμης αγοράς τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα έφτασαν περίπου τα 2,88 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 11% σε σχέση με το 2023.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η άνοδος του διαδικτυακού τζόγου, ο οποίος ξεπέρασε το 1,06 δισ. ευρώ σε GGR (Gross Gaming Revenue: Ακαθάριστα Έσοδα Παιγνίων), σημειώνοντας αύξηση περίπου 23% μέσα σε έναν χρόνο.
Το 2025 η αγορά συνέχισε την ανοδική της πορεία, με τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα να προσεγγίζουν τα 3 δισ. ευρώ.
Δεν αποτελεί πλέον μια περιθωριακή οικονομική δραστηριότητα.
Είναι ένας ολόκληρος κλάδος της ελληνικής οικονομίας.
Τι έκαναν οι κυβερνήσεις - Από τον ΣΥΡΙΖΑ στη Νέα Δημοκρατία η βοήθεια στις στοιχηματικές
Το βασικό θεσμικό πλαίσιο είχε δημιουργηθεί ήδη από τον Ν. 4002/2011.
Είναι όμως γεγονός ότι η αγορά πέρασε, επί των κυβερνήσεων που ακολούθησαν, από ένα μεταβατικό καθεστώς σε ένα πολύ πιο οργανωμένο σύστημα αδειοδότησης και εποπτείας.
Η περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε με την προσπάθεια αναμόρφωσης του πλαισίου λειτουργίας της διαδικτυακής αγοράς, ενώ επί Νέας Δημοκρατίας ολοκληρώθηκε η μετάβαση στο νέο καθεστώς μόνιμων αδειών για τους διαδικτυακούς παρόχους.
Η λογική που προβλήθηκε είναι απλή: εφόσον ο τζόγος υπάρχει, είναι προτιμότερο να είναι νόμιμος, ελεγχόμενος και φορολογούμενος.
Όμως εδώ εμφανίζεται μια σημαντική αντίφαση.
Όσο περισσότερο μεγαλώνει ο νόμιμος τζόγος, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα του κράτους.
Και έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο οικονομικό κίνητρο: το κράτος πρέπει ταυτόχρονα να προστατεύει τον πολίτη από την υπερβολική έκθεση στον τζόγο και να εισπράττει φόρους από την ίδια δραστηριότητα - το ίδιο το κράτος επωφελείται από τον... εθισμό των πολιτών.
Το 2024 οι διαδικτυακοί πάροχοι αντιπροσώπευαν περίπου 62% των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου από την αγορά τυχερών παιγνίων.
Ο τζόγος, επομένως, δεν είναι απλώς μια ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Έχει γίνει και δημοσιονομικός μηχανισμός.

Οι στοιχηματικές και οι διαφημίσεις στα ΜΜΕ
Η δεύτερη μεγάλη διάσταση αφορά την ενημέρωση.
Το 2023 οι δαπάνες προβολής και προωθητικών ενεργειών των νόμιμων παρόχων τυχερών παιγνίων έφτασαν τα 120,4 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από την ΕΕΕΠ - τα τελευταία στοιχεία.
Πρόκειται για αύξηση περίπου 4% σε σχέση με το 2022.
Τα χρήματα αυτά δεν κατευθύνονται σε ένα μόνο μέσο.
Τηλεόραση, ραδιόφωνο, αθλητικές ιστοσελίδες, social media, χορηγίες και αθλητικές εκπομπές αποτελούν μέρος ενός τεράστιου διαφημιστικού οικοσυστήματος.
Και εδώ δημιουργείται μια σχέση αλληλεξάρτησης.
Οι στοιχηματικές χρειάζονται τα ΜΜΕ για να βρουν πελάτες.
Τα ΜΜΕ χρειάζονται τις στοιχηματικές για διαφημιστικά έσοδα.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει άμεση παρέμβαση στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο για να δημιουργηθεί πρόβλημα.
Η οικονομική σχέση από μόνη της δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο το στοίχημα αποκτά τεράστια προβολή.
Ιδιαίτερα στον αθλητισμό, τα όρια μεταξύ ενημέρωσης, ψυχαγωγίας, διαφήμισης και στοιχηματισμού γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα.
Ο αγώνας αρχίζει και πριν από τη σέντρα εμφανίζονται οι αποδόσεις.
Στο ημίχρονο εμφανίζονται νέες αγορές.
Στο κινητό εμφανίζεται η προσφορά.
Στα social media εμφανίζεται ο influencer.
Και ο φίλαθλος μετατρέπεται σταδιακά σε δυνητικό πελάτη.
Το σημαντικό κοινωνικό κόστος
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σοβαρό πρόβλημα.
Τα οικονομικά στοιχεία του κλάδου καταγράφουν τζίρους, GGR (Gross Gaming Revenue = ακαθάριστα έσοδα από τυχερά παιχνίδια, π.χ. σε καζίνο ή στοιχηματικές), φόρους και διαφημιστικές δαπάνες.
Δεν αποτυπώνουν όμως εύκολα τις οικογενειακές συγκρούσεις, τα χρέη, την απώλεια εισοδήματος και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει η προβληματική ενασχόληση με τον τζόγο.
Τα στοιχεία της ΕΕΕΠ για το 2025 είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.
Το 54,5% των ενηλίκων δήλωσε ότι συμμετείχε σε κάποιο τυχερό παιχνίδι μέσα στο 2025.
Στις ηλικίες 18 - 34 το ποσοστό φτάνει το 58%.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το εύρημα σχετικά με τον κίνδυνο προβληματικής ενασχόλησης.
Με βάση τον δείκτη PGSI, περίπου 7,5% του συνολικού πληθυσμού βρίσκεται σε μέτριο κίνδυνο και 2,6% σε υψηλό κίνδυνο.
Με άλλα λόγια, περίπου ένας στους δέκα ενήλικες βρίσκεται σε κάποια κατηγορία κινδύνου.
Η συχνότητα του παιχνιδιού είναι επίσης αποκαλυπτική.
Περίπου ένας στους πέντε παίκτες δηλώνει εβδομαδιαία συμμετοχή, ενώ ένα μικρότερο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό παίζει σχεδόν καθημερινά.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδέεται με την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.
Ένα σημαντικό ποσοστό των παικτών αναφέρει ως βασικό κίνητρο την οικονομική ανταμοιβή.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Όταν ένα νοικοκυριό δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος ζωής, η υπόσχεση ενός γρήγορου κέρδους μπορεί να εμφανιστεί ως διέξοδος.
Ο τζόγος τότε δεν λειτουργεί μόνο ως ψυχαγωγία.
Μετατρέπεται σε φαντασίωση οικονομικής επιτυχίας.
Και η οικονομική ανασφάλεια και τα εν γένει μικρά εισοδήματα μπορούν να τροφοδοτήσουν ακριβώς τη δραστηριότητα που τελικά επιδεινώνει την οικονομική κατάσταση.
Έτσι δημιουργείται ένας θανάσιμος φαύλος κύκλος: οικονομική πίεση → προσδοκία γρήγορου κέρδους → στοίχημα → απώλεια → μεγαλύτερη οικονομική πίεση → νέο στοίχημα.
Δεν σημαίνει ότι κάθε παίκτης βρίσκεται σε αυτόν τον κύκλο.
Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία δεν μπορεί να αξιολογεί την αγορά μόνο με βάση τον τζίρο και τα φορολογικά έσοδα.
Το κινητό ως μικρό καζίνο
Η τεχνολογία άλλαξε ριζικά τη φύση του προβλήματος.
Στο παρελθόν ο παίκτης έπρεπε να μετακινηθεί μέχρι ένα πρακτορείο ή καζίνο.
Σήμερα το καζίνο βρίσκεται στην τσέπη του.
Το smartphone καταργεί σχεδόν κάθε φυσικό και χρονικό περιορισμό. Το παιχνίδι είναι διαθέσιμο οποιαδήποτε στιγμή και η απόσταση μεταξύ μιας διαφήμισης και ενός στοιχήματος μπορεί να είναι μερικά δευτερόλεπτα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους νέους.
Η διαφήμιση δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως τηλεοπτικό σποτ.
Μπορεί να ενσωματωθεί σε βίντεο, social media, αθλητικό περιεχόμενο ή influencer marketing.
Ο τζόγος γίνεται έτσι μέρος της ψηφιακής κουλτούρας.
Και όσο περισσότερο ενσωματώνεται στην καθημερινότητα, τόσο περισσότερο χάνει την εικόνα της δραστηριότητας υψηλού κινδύνου.
Αυτό ονομάζεται κοινωνική κανονικοποίηση.
Το στοίχημα παρουσιάζεται ως φυσική προέκταση του αθλητισμού.
Ο αγώνας δεν είναι απλώς αγώνας.
Είναι μια σειρά από αγορές στοιχηματισμού.
Έχει δημιουργηθεί ένα οικονομικό οικοσύστημα αμοιβαίων συμφερόντων, στο οποίο ο περιορισμός της αγοράς δεν είναι οικονομικά ουδέτερος για κανέναν από τους βασικούς παίκτες.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία.
Το ερώτημα είναι εάν οι διαδοχικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν την επέκταση του online στοιχήματος κυρίως ως ευκαιρία φορολογικών εσόδων και επιχειρηματικής ανάπτυξης ή ως ένα φαινόμενο που απαιτεί πολύ αυστηρότερα όρια λόγω του κοινωνικού του κόστους.
Το πραγματικό στοίχημα
Η ύπαρξη μιας νόμιμης αγοράς τυχερών παιχνιδιών μπορεί να είναι συμβατή με μια σύγχρονη οικονομία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η νομιμότητα μετατρέπεται σε κοινωνική κανονικότητα και η κανονικότητα σε επιθετική εμπορική προώθηση.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα εισπράττει το Δημόσιο από τον τζόγο.
Είναι πόσο κοστίζει στην κοινωνία η δημιουργία μιας γενιάς που μαθαίνει να αντιμετωπίζει το οικονομικό ρίσκο ως καθημερινή ψυχαγωγία.
Γιατί πίσω από τα 3 δισ. ευρώ των ακαθάριστων εσόδων, πίσω από τα εκατοντάδες εκατομμύρια της διαφήμισης και πίσω από τα φορολογικά έσοδα υπάρχει ένας πολύ διαφορετικός λογαριασμός.
Ο λογαριασμός των χρεών.
Των οικογενειακών συγκρούσεων.
Της προβληματικής ενασχόλησης.
Της ψευδαίσθησης ότι η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια «καλή απόδοση».
Και τελικά, η μεγαλύτερη αντίφαση της ελληνικής «οικονομίας-καζίνο» είναι αυτή: Το κράτος κερδίζει όταν ο πολίτης παίζει.
Το ερώτημα είναι αν μια κοινωνία μπορεί μακροπρόθεσμα να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι αυξάνονται τα έσοδά της επειδή αυξάνονται και τα χρήματα που οι πολίτες ρισκάρουν.
Γιατί η πραγματική οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί πλούτο μέσα από παραγωγή, επενδύσεις, εργασία και καινοτομία.
Ο τζόγος λειτουργεί διαφορετικά.
Δεν δημιουργεί πλούτο από το μηδέν.
Αναδιανέμει χρήματα με βάση την πιθανότητα και το ρίσκο.
Και όταν η οικονομία αρχίζει να βασίζεται ολοένα περισσότερο στην προσδοκία του γρήγορου κέρδους, τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο ο τζόγος.
Είναι η ίδια η οικονομική κουλτούρα μιας κοινωνίας που πλήττεται από τη φτώχεια και της πουλάνε το παραμύθι του εύκολου πλουτισμού.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών