Στοχευμένες και όχι οριζόντιες παρεμβάσεις για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος προκρίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, προειδοποιώντας παράλληλα για τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας.
Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του ΓΠΚΒ, ο επικεφαλής του Γραφείου, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, έδωσε έμφαση στην ανάγκη οι όποιες παρεμβάσεις να κατευθύνονται σε εκείνους που πλήττονται περισσότερο από την ενεργειακή κρίση. Όπως ανέφερε, μέτρα όπως οι οριζόντιες μειώσεις στον ΦΠΑ ή στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης έχουν υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος και δεν είναι εξίσου αποτελεσματικά ως προς τη στήριξη των πιο ευάλωτων.
Η ανάγκη για προσεκτικές κινήσεις αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις του Γραφείου για την πορεία της οικονομίας. Το ΓΠΚΒ διατηρεί στο 1,9% την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη το 2026, με το εύρος της εκτίμησης να διαμορφώνεται μεταξύ 1,7% και 2%. Η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, ωστόσο η τελική επίδοση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των βασικών κινδύνων που αντιμετωπίζει.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πληθωρισμός, ο οποίος παραμένει το μεγάλο «αγκάθι». Ο Ιωάννης Τσουκαλάς τόνισε ότι αναμένεται να διατηρηθεί φέτος πάνω από το 3%, ενώ, όπως σημείωσε, οι προβλέψεις για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες είναι ιδιαίτερα επισφαλείς λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας. Σημειώνεται ότι ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στο 3,7%, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη, με το ΓΠΚΒ να προειδοποιεί ότι η επίμονη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Την ίδια ώρα, η αναζωπύρωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα για την ομαλή διέλευση των ενεργειακών φορτίων από τα Στενά του Hormuz κρατούν τις τιμές της ενέργειας σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, ενισχύοντας τους κινδύνους για τον πληθωρισμό και, κατ’ επέκταση, για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι δημόσιες δαπάνες
Ιδιαίτερο βάρος στην έκθεση δίνεται στη σύνθεση των δημόσιων δαπανών. Σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν μεγαλύτερη και πιο σταθερή επίδραση στην οικονομία σε βάθος χρόνου σε σχέση με τη δημόσια κατανάλωση. Συγκεκριμένα, κάθε 1 ευρώ δημόσιας επένδυσης δημιουργεί περίπου 1,7 ευρώ επιπλέον ΑΕΠ σε δύο χρόνια και 2,25 ευρώ σε τρία χρόνια. Αντίθετα, για τη δημόσια κατανάλωση η επίδραση περιορίζεται σε 1,14 και 1,06 ευρώ αντίστοιχα. Παράλληλα, οι δημόσιες Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις δίνουν ώθηση και στις ιδιωτικές, με την αύξησή τους να φτάνει έως και τις δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Η μελέτη του ΓΠΚΒ δείχνει ότι, ενώ βραχυπρόθεσμα δημόσια κατανάλωση και δημόσιες επενδύσεις έχουν παρόμοια επίδραση στο ΑΕΠ, σε βάθος χρόνου οι επενδύσεις έχουν σαφώς μεγαλύτερη και πιο διατηρήσιμη επίδραση. Κάθε ένα ευρώ δημόσιας επένδυσης συνδέεται με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε δύο χρόνια και 2,25 ευρώ σε τρία χρόνια. Για τη δημόσια κατανάλωση, τα αντίστοιχα μεγέθη περιορίζονται σε 1,14 και 1,06 ευρώ. Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις φαίνεται να λειτουργούν ως καταλύτης και για τις ιδιωτικές επενδύσεις, ενισχύοντάς τες έως και κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το επίπεδο που θα είχαν χωρίς τη συγκεκριμένη δημόσια δαπάνη.
Βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας
Την ίδια ώρα, η πιστοληπτική εικόνα της χώρας συνεχίζει να βελτιώνεται, παρά τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Morningstar DBRS, R&I και Moody’s διατήρησαν τη βαθμίδα της Ελλάδας, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές, ενώ η Scope προχώρησε σε αναβάθμιση από BBB σε BBB+.
Στο επίκεντρο των αξιολογήσεων βρίσκονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η δημοσιονομική σύνεση, η αύξηση των επενδύσεων, η βελτίωση των τραπεζικών δεικτών και η ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η βελτίωση όμως δεν θεωρείται δεδομένη. Το ΓΠΚΒ επισημαίνει ότι όσο το ελληνικό χρέος περνά σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές θα είναι περισσότερο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, το ενοποιημένο πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου ανήλθε σε 11,3 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά περίπου 2 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι. Τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,04 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά 4,9 δισ. ευρώ.
Η αγορά εργασίας
Θετική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,3% το β’ τρίμηνο του 2026 από 9% ένα χρόνο νωρίτερα, με τον αριθμό των ανέργων να μειώνεται κατά 34.000. Ωστόσο, η ανεργία των γυναικών παραμένει σημαντικά υψηλότερη από των ανδρών, ενώ η ανεργία των νέων διαμορφώθηκε στο 15,4%.
Το μεγαλύτερο στοίχημα, σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, είναι πλέον η μετάβαση σε ένα αναπτυξιακό μοντέλο που δεν θα εξαρτάται από την έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025, όμως το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης παραμένει. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να αποτυπώνει τις αδυναμίες της παραγωγικής και εξαγωγικής βάσης.
Μάριος Χριστοδούλου
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών