Το βασικό ερώτημα για το τραπεζικό σύστημα: Γιατί η ρευστότητα δεν μετατρέπεται με την ίδια ταχύτητα σε χρηματοδότηση της οικονομίας;
Υπάρχει ένα εμφανές παράδοξο στην ελληνική τραπεζική αγορά: οι καταθέσεις παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, όμως η χρηματοδότηση της οικονομίας δεν αυξάνεται με την ίδια δυναμική.
Και αυτό την ώρα που η απόσυρση ευρωπαϊκών χρηματικών εργαλείων όπως το Ταμείο Ανάκαμψης αφήνει την αγορά «διψασμένη» για ρευστότητα και οι διεθνεις εξελίξεις προμηνύουν τον κίνδυνο αποπληθωρισμού.
Και την ίδια ώρα, η απόσταση ανάμεσα στο κόστος του χρήματος για την τράπεζα και στο επιτόκιο που πληρώνει ο δανειολήπτης παραμένει μεγάλη – το αδρανές κεφάλαιο είναι τεράστιο και δεν χρηματοδοτεί την παραγωγή, αλλά την κατανάλωση είτε επενδύσεις με χαμηλό αναπτυξιακό αποτύπωμα και χαμηλή προσφορά στην αλυσίδα αξίας της οικονομίας.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, για τον Ιούλιο του 2026, δείχνουν ότι οι καταθέσεις και τα repos των κατοίκων εσωτερικού στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονταν σε 230,544 δισ. ευρώ, δηλαδή ένα ΑΕΠ περίπου (το οποίο είναι 248,4 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές και 204,4 δισ. με τον αποπληθωριστή)!
Από αυτά, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα διαμορφώνονταν στα 221,496 δισ., ενώ τα νοικοκυριά και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα διέθεταν καταθέσεις 156,385 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή ρευστότητας.
Παρά τη μηνιαία υποχώρηση, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα ήταν αυξημένες κατά 8,9% σε ετήσια βάση.
Οι καταθέσεις των επιχειρήσεων αυξάνονταν ακόμη ταχύτερα, κατά 23,1%, ενώ οι καταθέσεις των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων εμφάνιζαν ετήσια αύξηση 24,6%.
Η μεγάλη δεξαμενή των 230,5 δισ. ευρώ
Η εικόνα του Ιουλίου παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση.
Οι συνολικές καταθέσεις μειώθηκαν κατά 2,189 δισ. μέσα στον μήνα.
Στον ιδιωτικό τομέα η μείωση ήταν 2,013 δισ., με το μεγαλύτερο μέρος της υποχώρησης να προέρχεται από τις επιχειρήσεις, οι οποίες μείωσαν τις καταθέσεις τους κατά 2,254 δισ. ευρώ
Αντίθετα, τα νοικοκυριά συνέχισαν να αυξάνουν τις καταθέσεις τους
. Τον Ιούλιο πρόσθεσαν 240 εκατ., ανεβάζοντας το συνολικό υπόλοιπο στα 156,385 δισ. ευρώ.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταθέσεων των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 3,9%.
Η μηνιαία πτώση, επομένως, δεν αναιρεί τη μεγάλη εικόνα: η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει μια πολύ ευρεία καταθετική βάση.
Το μεγάλο spread μεταξύ χορηγήσεων και καταθέσεων
Το δεύτερο κομμάτι του παζλ είναι τα επιτόκια.
Τον Ιούλιο, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε μόλις στο 0,39%, ενώ το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των νέων δανείων ήταν 4,67%.
Η διαφορά ανέρχεται σε 4,28 ποσοστιαίες μονάδες.
Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική: το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων ήταν 0,37%, έναντι 4,81% για τα δάνεια.
Το spread έφτασε έτσι στις 4,44 ποσοστιαίες μονάδες.
Η διαφορά δεν σημαίνει ότι οι 4,44 μονάδες αποτελούν καθαρό περιθώριο κέρδους των τραπεζών — παρεμβάλλονται λειτουργικό κόστος, πιστωτικός κίνδυνος, κεφαλαιακές απαιτήσεις, προβλέψεις και άλλες παράμετροι.
Αποτελεί όμως έναν ιδιαίτερα καθαρό δείκτη της μεγάλης απόστασης ανάμεσα στην αμοιβή των καταθέσεων και στο κόστος δανεισμού.
Ο καταθέτης πληρώνεται ελάχιστα
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη αν απομονώσει κανείς τους απλούς λογαριασμούς.
Το μέσο επιτόκιο στις νέες καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών ήταν μόλις 0,03% τον Ιούλιο. Για τις νέες προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών έως δύο έτη, το υφιστάμενο υπόλοιπο έφερε μέσο επιτόκιο 1,19%.
Με απλά λόγια, η μεγάλη μάζα των καταθέσεων εξακολουθεί να αμείβεται με πολύ χαμηλά επιτόκια.
Για παράδειγμα, σε μια κατάθεση 100.000 ευρώ, επιτόκιο 0,03% αντιστοιχεί σε μόλις 30 ευρώ μικτούς τόκους ετησίως, ενώ απόδοση 1,19% αντιστοιχεί σε περίπου 1.190 ευρώ, πριν από φόρους και υπό την προϋπόθεση ότι το επιτόκιο παραμένει σταθερό για ολόκληρο το έτος.
Και όμως, η χρηματοδότηση επιβραδύνεται
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας.
Τον Ιούλιο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης της εγχώριας οικονομίας υποχώρησε στο 3,4%, από 5,0% τον Ιούνιο.
Η καθαρή μηνιαία ροή ήταν αρνητική κατά 3,961 δισ. ευρώ
Στον ιδιωτικό τομέα, η χρηματοδότηση μειώθηκε κατά 2,593 δισ. ευρώ τον Ιούλιο, μετά την αύξηση κατά 3,287 δισ. τον Ιούνιο.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης παρέμεινε θετικός, αλλά επιβραδύνθηκε στο 6,8%, από 7,7% τον προηγούμενο μήνα.
Στις επιχειρήσεις, η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 2,552 δισ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης υποχώρησε στο 8,9%, από 10,2%.
Για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, η χρηματοδότηση αυξανόταν σε ετήσια βάση κατά 9,1%, αλλά η καθαρή μηνιαία ροή ήταν αρνητική κατά 1,795 δισ. ευρώ
Στους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις η εικόνα είναι ακόμη πιο αδύναμη: η χρηματοδότηση είναι μειωμένη σε ετήσια βάση κατά 3,0%.
Το παράδοξο για τις επιχειρηματικές χορηγήσεις
Εδώ βρίσκεται το ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει την αγορά:
Πώς γίνεται οι καταθέσεις των επιχειρήσεων να αυξάνονται με 23,1% σε ετήσια βάση, ενώ η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις επιβραδύνεται;
Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση στα στοιχεία της ΤτΕ.
Μπορεί να σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις διαθέτουν ισχυρότερη ρευστότητα και χρησιμοποιούν περισσότερο ίδια κεφάλαια.
Μπορεί επίσης να αντανακλά εποχικές κινήσεις, εισπράξεις, φορολογικές και επενδυτικές ροές ή προσωρινές μετακινήσεις κεφαλαίων. Τα στοιχεία των καταθέσεων και των πιστώσεων από μόνα τους δεν επιτρέπουν να αποδοθεί μία συγκεκριμένη αιτία.
Το βέβαιο είναι ότι τον Ιούλιο η εικόνα ήταν μεικτή: μεγάλη καταθετική βάση, αλλά αρνητική μηνιαία ροή τραπεζικής χρηματοδότησης.
Το κόστος του χρήματος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Το κόστος δανεισμού παραμένει επίσης σημαντικό.
Στα νέα επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου με καθορισμένη διάρκεια, το μέσο επιτόκιο τον Ιούλιο ήταν 4,21%.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν υψηλότερο, στο 4,45%.
Για νέα δάνεια έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο έφτασε το 5,07%, ενώ για δάνεια άνω των 1 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκε στο 4,14%.
Έτσι, για μια μικρή επιχείρηση που αναζητά σχετικά μικρή τραπεζική χρηματοδότηση, το κόστος μπορεί να είναι αισθητά υψηλότερο από το μέσο επιτόκιο του συνόλου των νέων επιχειρηματικών δανείων.
Αν συμπεριλάβουμε σε αυτό και την περιοριστική πολιτική της ΕΚΤ η κατάσταση είναι ακόμη δεινότερη...

Ο «κρυφός θησαυρός» και η επόμενη πρόκληση
Τα στοιχεία δημιουργούν ένα ευρύτερο ερώτημα για την ελληνική οικονομία.
Η χώρα διαθέτει πάνω από 230 δισ. ευρώ καταθέσεων και repos κατοίκων εσωτερικού στις εγχώριες τράπεζες. Ταυτόχρονα, ένα πολύ μεγάλο μέρος των καταθέσεων αμείβεται με χαμηλά επιτόκια, ενώ η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων εξακολουθεί να έχει κόστος που για τις μικρότερες χορηγήσεις ξεπερνά το 5%.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσες καταθέσεις υπάρχουν: Πώς θα μετατραπεί αυτή η αποταμίευση σε παραγωγικό κεφάλαιο.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κεφαλαιαγορά περνά σε νέα φάση διεθνούς αναβάθμισης και αυξάνεται το ενδιαφέρον για την προσέλκυση θεσμικών κεφαλαίων.
Η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι επομένως διπλή: να συνεχίσει να αυξάνει τη χρηματοδότηση των παραγωγικών επενδύσεων και, παράλληλα, να δημιουργήσει περισσότερες εναλλακτικές ώστε η ελληνική αποταμίευση να μην παραμένει αποκλειστικά παρκαρισμένη σε χαμηλότοκους λογαριασμούς.
Οι ελληνικές τράπεζες χρειάστηκαν τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις το διάστημα 2012 – 2015 μέσα στην κρίση για να σταθούν ξανά στα πόδια τους και τώρα οφείλουν να ωθήσουν την ανάπτυξη της οικονομίας και τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και να μην στηρίζουν την κερδοφορία τους στις … προμήθειες!
δρ Δεληγιάννης Θοδωρής
www.banklingnews.gr
Και αυτό την ώρα που η απόσυρση ευρωπαϊκών χρηματικών εργαλείων όπως το Ταμείο Ανάκαμψης αφήνει την αγορά «διψασμένη» για ρευστότητα και οι διεθνεις εξελίξεις προμηνύουν τον κίνδυνο αποπληθωρισμού.
Και την ίδια ώρα, η απόσταση ανάμεσα στο κόστος του χρήματος για την τράπεζα και στο επιτόκιο που πληρώνει ο δανειολήπτης παραμένει μεγάλη – το αδρανές κεφάλαιο είναι τεράστιο και δεν χρηματοδοτεί την παραγωγή, αλλά την κατανάλωση είτε επενδύσεις με χαμηλό αναπτυξιακό αποτύπωμα και χαμηλή προσφορά στην αλυσίδα αξίας της οικονομίας.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, για τον Ιούλιο του 2026, δείχνουν ότι οι καταθέσεις και τα repos των κατοίκων εσωτερικού στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονταν σε 230,544 δισ. ευρώ, δηλαδή ένα ΑΕΠ περίπου (το οποίο είναι 248,4 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές και 204,4 δισ. με τον αποπληθωριστή)!
Από αυτά, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα διαμορφώνονταν στα 221,496 δισ., ενώ τα νοικοκυριά και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα διέθεταν καταθέσεις 156,385 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή ρευστότητας.
Παρά τη μηνιαία υποχώρηση, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα ήταν αυξημένες κατά 8,9% σε ετήσια βάση.
Οι καταθέσεις των επιχειρήσεων αυξάνονταν ακόμη ταχύτερα, κατά 23,1%, ενώ οι καταθέσεις των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων εμφάνιζαν ετήσια αύξηση 24,6%.
Η μεγάλη δεξαμενή των 230,5 δισ. ευρώ
Η εικόνα του Ιουλίου παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση.
Οι συνολικές καταθέσεις μειώθηκαν κατά 2,189 δισ. μέσα στον μήνα.
Στον ιδιωτικό τομέα η μείωση ήταν 2,013 δισ., με το μεγαλύτερο μέρος της υποχώρησης να προέρχεται από τις επιχειρήσεις, οι οποίες μείωσαν τις καταθέσεις τους κατά 2,254 δισ. ευρώ
Αντίθετα, τα νοικοκυριά συνέχισαν να αυξάνουν τις καταθέσεις τους
. Τον Ιούλιο πρόσθεσαν 240 εκατ., ανεβάζοντας το συνολικό υπόλοιπο στα 156,385 δισ. ευρώ.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταθέσεων των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 3,9%.
Η μηνιαία πτώση, επομένως, δεν αναιρεί τη μεγάλη εικόνα: η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει μια πολύ ευρεία καταθετική βάση.
Το μεγάλο spread μεταξύ χορηγήσεων και καταθέσεων
Το δεύτερο κομμάτι του παζλ είναι τα επιτόκια.
Τον Ιούλιο, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε μόλις στο 0,39%, ενώ το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των νέων δανείων ήταν 4,67%.
Η διαφορά ανέρχεται σε 4,28 ποσοστιαίες μονάδες.
Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική: το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων ήταν 0,37%, έναντι 4,81% για τα δάνεια.
Το spread έφτασε έτσι στις 4,44 ποσοστιαίες μονάδες.
Η διαφορά δεν σημαίνει ότι οι 4,44 μονάδες αποτελούν καθαρό περιθώριο κέρδους των τραπεζών — παρεμβάλλονται λειτουργικό κόστος, πιστωτικός κίνδυνος, κεφαλαιακές απαιτήσεις, προβλέψεις και άλλες παράμετροι.
Αποτελεί όμως έναν ιδιαίτερα καθαρό δείκτη της μεγάλης απόστασης ανάμεσα στην αμοιβή των καταθέσεων και στο κόστος δανεισμού.
Ο καταθέτης πληρώνεται ελάχιστα
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη αν απομονώσει κανείς τους απλούς λογαριασμούς.
Το μέσο επιτόκιο στις νέες καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών ήταν μόλις 0,03% τον Ιούλιο. Για τις νέες προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών έως δύο έτη, το υφιστάμενο υπόλοιπο έφερε μέσο επιτόκιο 1,19%.
Με απλά λόγια, η μεγάλη μάζα των καταθέσεων εξακολουθεί να αμείβεται με πολύ χαμηλά επιτόκια.
Για παράδειγμα, σε μια κατάθεση 100.000 ευρώ, επιτόκιο 0,03% αντιστοιχεί σε μόλις 30 ευρώ μικτούς τόκους ετησίως, ενώ απόδοση 1,19% αντιστοιχεί σε περίπου 1.190 ευρώ, πριν από φόρους και υπό την προϋπόθεση ότι το επιτόκιο παραμένει σταθερό για ολόκληρο το έτος.
Και όμως, η χρηματοδότηση επιβραδύνεται
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας.
Τον Ιούλιο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης της εγχώριας οικονομίας υποχώρησε στο 3,4%, από 5,0% τον Ιούνιο.
Η καθαρή μηνιαία ροή ήταν αρνητική κατά 3,961 δισ. ευρώ
Στον ιδιωτικό τομέα, η χρηματοδότηση μειώθηκε κατά 2,593 δισ. ευρώ τον Ιούλιο, μετά την αύξηση κατά 3,287 δισ. τον Ιούνιο.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης παρέμεινε θετικός, αλλά επιβραδύνθηκε στο 6,8%, από 7,7% τον προηγούμενο μήνα.
Στις επιχειρήσεις, η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 2,552 δισ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης υποχώρησε στο 8,9%, από 10,2%.
Για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, η χρηματοδότηση αυξανόταν σε ετήσια βάση κατά 9,1%, αλλά η καθαρή μηνιαία ροή ήταν αρνητική κατά 1,795 δισ. ευρώ
Στους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις η εικόνα είναι ακόμη πιο αδύναμη: η χρηματοδότηση είναι μειωμένη σε ετήσια βάση κατά 3,0%.
Το παράδοξο για τις επιχειρηματικές χορηγήσεις
Εδώ βρίσκεται το ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει την αγορά:
Πώς γίνεται οι καταθέσεις των επιχειρήσεων να αυξάνονται με 23,1% σε ετήσια βάση, ενώ η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις επιβραδύνεται;
Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση στα στοιχεία της ΤτΕ.
Μπορεί να σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις διαθέτουν ισχυρότερη ρευστότητα και χρησιμοποιούν περισσότερο ίδια κεφάλαια.
Μπορεί επίσης να αντανακλά εποχικές κινήσεις, εισπράξεις, φορολογικές και επενδυτικές ροές ή προσωρινές μετακινήσεις κεφαλαίων. Τα στοιχεία των καταθέσεων και των πιστώσεων από μόνα τους δεν επιτρέπουν να αποδοθεί μία συγκεκριμένη αιτία.
Το βέβαιο είναι ότι τον Ιούλιο η εικόνα ήταν μεικτή: μεγάλη καταθετική βάση, αλλά αρνητική μηνιαία ροή τραπεζικής χρηματοδότησης.
Το κόστος του χρήματος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Το κόστος δανεισμού παραμένει επίσης σημαντικό.
Στα νέα επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου με καθορισμένη διάρκεια, το μέσο επιτόκιο τον Ιούλιο ήταν 4,21%.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν υψηλότερο, στο 4,45%.
Για νέα δάνεια έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο έφτασε το 5,07%, ενώ για δάνεια άνω των 1 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκε στο 4,14%.
Έτσι, για μια μικρή επιχείρηση που αναζητά σχετικά μικρή τραπεζική χρηματοδότηση, το κόστος μπορεί να είναι αισθητά υψηλότερο από το μέσο επιτόκιο του συνόλου των νέων επιχειρηματικών δανείων.
Αν συμπεριλάβουμε σε αυτό και την περιοριστική πολιτική της ΕΚΤ η κατάσταση είναι ακόμη δεινότερη...

Ο «κρυφός θησαυρός» και η επόμενη πρόκληση
Τα στοιχεία δημιουργούν ένα ευρύτερο ερώτημα για την ελληνική οικονομία.
Η χώρα διαθέτει πάνω από 230 δισ. ευρώ καταθέσεων και repos κατοίκων εσωτερικού στις εγχώριες τράπεζες. Ταυτόχρονα, ένα πολύ μεγάλο μέρος των καταθέσεων αμείβεται με χαμηλά επιτόκια, ενώ η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων εξακολουθεί να έχει κόστος που για τις μικρότερες χορηγήσεις ξεπερνά το 5%.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσες καταθέσεις υπάρχουν: Πώς θα μετατραπεί αυτή η αποταμίευση σε παραγωγικό κεφάλαιο.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κεφαλαιαγορά περνά σε νέα φάση διεθνούς αναβάθμισης και αυξάνεται το ενδιαφέρον για την προσέλκυση θεσμικών κεφαλαίων.
Η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι επομένως διπλή: να συνεχίσει να αυξάνει τη χρηματοδότηση των παραγωγικών επενδύσεων και, παράλληλα, να δημιουργήσει περισσότερες εναλλακτικές ώστε η ελληνική αποταμίευση να μην παραμένει αποκλειστικά παρκαρισμένη σε χαμηλότοκους λογαριασμούς.
Οι ελληνικές τράπεζες χρειάστηκαν τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις το διάστημα 2012 – 2015 μέσα στην κρίση για να σταθούν ξανά στα πόδια τους και τώρα οφείλουν να ωθήσουν την ανάπτυξη της οικονομίας και τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και να μην στηρίζουν την κερδοφορία τους στις … προμήθειες!
δρ Δεληγιάννης Θοδωρής
www.banklingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών