Η στρατηγική πρόσδεση στο Ισραήλ ενισχύει την ελληνική άμυνα, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να καταστήσει την Ελλάδα μέρος μιας ευρύτερης περιφερειακής αντιπαράθεσης
Η συμφωνία Ελλάδας - Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» παρουσιάζεται ως ένα από τα σημαντικότερα βήματα ενίσχυσης της ελληνικής αεράμυνας.
Και είναι πράγματι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά οπλικών συστημάτων.
Η Ελλάδα αποκτά ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει τη στρατιωτική και τεχνολογική συνεργασία της με το Ισραήλ.
Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται και το μεγάλο γεωπολιτικό ερώτημα.
Η Ελλάδα δεν αγοράζει μόνο ισραηλινή τεχνολογία.
Εντάσσεται βαθύτερα σε μια νέα αρχιτεκτονική ισχύος που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και αυτή η αρχιτεκτονική δεν είναι ουδέτερη.
Το σχέδιο του Ισραήλ παρουσιάζεται σε ένα άρθρο της Israel Hayom, δείτε εδώ
Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας σύνθετης γεωπολιτικής αναμέτρησης.
Η Τουρκία του Recep Tayyip Erdogan επιχειρεί να διευρύνει την περιφερειακή της επιρροή, αξιοποιώντας την ισχυρή αμυντική της βιομηχανία, την παραγωγή drones και πυραύλων, τη ναυτική της ισχύ και την ενεργό παρουσία της στη Συρία, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η Αίγυπτος ενισχύει σημαντικά τις ναυτικές της δυνατότητες, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί αξιοσημείωτη προσέγγιση μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και των κρατών του Περσικού.
Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Η Τουρκία και η Αίγυπτος υπήρξαν για χρόνια αντίπαλες δυνάμεις.
Η υποστήριξη που παρείχε η Αγκυρα στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τις κυβερνήσεις του Abdel Fattah el-Sisi στην Αίγυπτο και της Σαουδικής Αραβίας.
Σήμερα, όμως, τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα έχουν οδηγήσει σε μια διαδικασία εξομάλυνσης.
Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο περιφερειακό σύστημα ισορροπίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία της ελληνοϊσραηλινής σχέσης.

Το τρίγωνο Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ
Απέναντι στην αυξανόμενη τουρκική ισχύ, η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα ιδιαίτερα στενό στρατηγικό τρίγωνο.
Η συνεργασία αυτή έχει προφανή λογική.
Η Ελλάδα και η Κύπρος αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως βασικό παράγοντα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ το Ισραήλ βλέπει με ανησυχία την αυξανόμενη τουρκική επιρροή στη Συρία και ευρύτερα στην περιοχή.
Τα συμφέροντα επομένως συγκλίνουν.
Όμως σύγκλιση συμφερόντων δεν σημαίνει ταύτιση συμφερόντων.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να λάβει υπόψη της η Αθήνα.
Η Τουρκία αποτελεί άμεσο στρατηγικό πρόβλημα για την Ελλάδα.
Δεν αποτελεί όμως αναγκαστικά το ίδιο πρόβλημα για το Ισραήλ.
Και αντιστρόφως, η αντιπαράθεση του Ισραήλ με την Τουρκία, το Ιράν, τη Hezbollah ή άλλους περιφερειακούς παράγοντες δεν αποτελεί αυτομάτως ελληνικό εθνικό συμφέρον.
Εάν η Ελλάδα δεν διατηρήσει αυτή τη διάκριση, υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί από εταίρο του Ισραήλ σε τμήμα του ισραηλινού στρατηγικού συστήματος.

Από την ελληνοτουρκική ισορροπία σε έναν ευρύτερο περιφερειακό ανταγωνισμό
Η αρχική λογική της συνεργασίας Αθήνας–Ιερουσαλήμ ήταν σχετικά εύκολη να εξηγηθεί: η Τουρκία αυξάνει τις δυνατότητές της → η Ελλάδα χρειάζεται αποτροπή → το Ισραήλ διαθέτει προηγμένη τεχνολογία → Ελλάδα και Ισραήλ συνεργάζονται.
Όμως η γεωπολιτική πραγματικότητα έχει γίνει πολύ πιο σύνθετη.
Η Τουρκία δεν είναι πλέον μόνο η χώρα που αμφισβητεί την Ελλάδα στο Αιγαίο.
Είναι περιφερειακή δύναμη με παρουσία:
• στη Συρία,
• στη Λιβύη,
• στην Ανατολική Μεσόγειο,
• στον Καύκασο,
• στη Μαύρη Θάλασσα,
• και σε ένα ευρύτερο δίκτυο σχέσεων με χώρες του μουσουλμανικού κόσμου.
Ταυτόχρονα, το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζει μόνο την απειλή από τη Hamas ή τη Hezbollah.
Βρίσκεται στο κέντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης που περιλαμβάνει το Ιράν, τη Συρία, την Τουρκία και μια σειρά αραβικών και μουσουλμανικών κρατών.
Έτσι, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά χαρακτηριστικά περιφερειακού συστήματος ανταγωνιστικών αξόνων.
Και η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί στη μέση.

Το παράδοξο της ελληνικής στρατηγικής
Η Ελλάδα επιδιώκει να χρησιμοποιήσει το Ισραήλ ως αντίβαρο στην Τουρκία.
Αυτό έχει λογική.
Αλλά υπάρχει ένα παράδοξο: όσο περισσότερο η Ελλάδα ενισχύει τη στρατηγική της σύνδεση με το Ισραήλ για να αντιμετωπίσει την Τουρκία, τόσο περισσότερο μπορεί να αποκτά αξία ως στόχος μέσα στην ίδια την ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση.
Αυτό είναι ένα κλασικό γεωπολιτικό δίλημμα.
Μια συμμαχία μπορεί να αυξήσει την αποτρεπτική ισχύ μιας χώρας, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσει τη στρατηγική της έκθεση.
Η Ελλάδα πρέπει επομένως να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα:
Θέλει να είναι σύμμαχος του Ισραήλ ή να αποτελέσει μέρος του στρατηγικού μετώπου Ισραήλ–Τουρκίας;
Οι δύο επιλογές δεν είναι ταυτόσημες.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν μπορεί να προστατεύσει την Ελλάδα
Η απόκτηση των David's Sling, BARAK MX και SPYDER, μαζί με τα Patriot και τα υπόλοιπα ελληνικά συστήματα, δημιουργεί μια πολύ πιο ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας.
Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα πλεονέκτημα.
Αλλά η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική έχει και μια δεύτερη διάσταση.
Όσο περισσότερο ελληνικό στρατιωτικό δίκτυο συνδέεται με ισραηλινή τεχνολογία, ραντάρ, λογισμικό, συστήματα διοίκησης και επιχειρησιακές διαδικασίες, τόσο περισσότερο η Ελλάδα αποκτά στρατηγική σημασία για το Ισραήλ αλλά και ΕΞΑΡΤΗΣΗ
Αυτό μπορεί να είναι θετικό.
Μπορεί όμως να σημαίνει επίσης ότι σε μια μεγάλη περιφερειακή κρίση, ελληνικές εγκαταστάσεις, δίκτυα και υποδομές θα αποκτήσουν αυξημένο ενδιαφέρον για οποιονδήποτε θεωρεί το Ισραήλ αντίπαλο.
Η Ελλάδα πρέπει επομένως να προσέξει ένα παράδοξο: η ενίσχυση της άμυνάς της μπορεί ταυτόχρονα να αυξήσει την αξία της ως στρατηγικού στόχου αλλά και τη μονομερή εξάρτηση από ένα σύμμαχο.

Ο κίνδυνος από την Τουρκία και το Αιγαίο
Το αρχικό άρθρο παρουσιάζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως μήνυμα προς την Αγκυρα ότι ο ουρανός του Αιγαίου γίνεται πλέον πολύ δυσκολότερο να διαπεραστεί.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.
Δεν πρέπει όμως να θεωρηθεί ότι η τεχνολογική υπεροχή λύνει το ελληνοτουρκικό πρόβλημα.
Η Τουρκία διαθέτει σημαντική και συνεχώς αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία.
Το Tayfun, τα Bayraktar και άλλα τουρκικά συστήματα αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας της Αγκυρας να μειώσει την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές.
Η εθνική απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί επομένως να είναι μόνο:
«θα αγοράσουμε καλύτερα ισραηλινά όπλα».
Πρέπει να είναι: «θα δημιουργήσουμε μια αυτόνομη ελληνική αμυντική ικανότητα που θα μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαθέσεις οποιουδήποτε συμμάχου».
Και ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος: η Τουρκία να αντιμετωπίσει την Ελλάδα ως ισραηλινό προκεχωρημένο σημείο
Εδώ βρίσκεται ίσως ο πιο ευαίσθητος παράγοντας.
Η Αθήνα πρέπει να αποφύγει μια κατάσταση στην οποία η Τουρκία καταλήξει να θεωρεί ότι: ελληνικές στρατιωτικές υποδομές = ισραηλινές στρατιωτικές υποδομές.
Εάν δημιουργηθεί μια τέτοια αντίληψη, ακόμη και αν δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, μπορεί να επηρεάσει τον τουρκικό στρατηγικό σχεδιασμό.
Η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον να μετατραπεί σε πεδίο έμμεσης αναμέτρησης Αγκύρας – Ιερουσαλήμ .
Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση είναι ήδη αρκετά επικίνδυνη.
Δεν χρειάζεται να προστεθεί σε αυτήν ένας δεύτερος άξονας αντιπαράθεσης.
Η Αίγυπτος και ο αραβικός κόσμος
Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η ελληνική στρατηγική πρέπει να είναι προσεκτική.
Η Ελλάδα έχει αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με την Αίγυπτο.
Το Κάιρο αποτελεί σημαντικό ενεργειακό, οικονομικό και γεωπολιτικό εταίρο της Αθήνας.
Παράλληλα, η Ελλάδα επιδιώκει σχέσεις με τα κράτη του Κόλπου και τον ευρύτερο αραβικό κόσμο.
Εάν η Αθήνα εμφανιστεί ως μέρος ενός αποκλειστικού «ελληνoϊσραηλινού στρατοπέδου», υπάρχει κίνδυνος να περιορίσει τη διπλωματική της ευελιξία απέναντι σε χώρες με τις οποίες έχει ζωτικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα χρειάζεται το Ισραήλ.
Χρειάζεται όμως και την Αίγυπτο.
Χρειάζεται τις αραβικές χώρες.
Χρειάζεται την Ευρώπη.
Και, όσο δύσκολο και αν είναι, χρειάζεται να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και με την Τουρκία.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται στην επιλογή ενός μόνο στρατοπέδου.
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν η δημιουργία ενός «αντιτουρκικού άξονα»
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να οικοδομεί συμμαχίες που ενισχύουν την αποτροπή της.
Αλλά άλλο πράγμα είναι η πολυδιάστατη αποτροπή και άλλο η δημιουργία ενός μόνιμου αντιτουρκικού άξονα.
Στη δεύτερη περίπτωση η Αθήνα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια λογική μηδενικού αθροίσματος:
Ισραήλ εναντίον Τουρκίας.
Ελλάδα με το Ισραήλ.
Άρα Ελλάδα εναντίον Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα.
Αυτή η εξίσωση δεν εξυπηρετεί απαραίτητα τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον να περιορίζει την τουρκική επιθετικότητα.
Δεν έχει συμφέρον να επιδιώκει μια γενικευμένη σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.
Γιατί σε μια τέτοια σύγκρουση η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά πολύ κοντά στο μέτωπο.
Το ζήτημα της στρατηγικής εξάρτησης
Υπάρχει τέλος ένας κίνδυνος που αφορά όχι μόνο την εξωτερική πολιτική αλλά και την ίδια την εθνική κυριαρχία.
Η Ελλάδα πρέπει να εξασφαλίσει ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα δημιουργήσει μια νέα μορφή τεχνολογικής εξάρτησης.
Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, η δυνατότητα ανεξάρτητης συντήρησης, η εγχώρια παραγωγή και η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι συνεπώς κρίσιμες παράμετροι αλλίως το όλο σύστημα είναι.. δανεικό, ΔΕΝ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ
Η Ελλάδα δεν πρέπει να βρεθεί σε μια κατάσταση όπου μπορεί να χρησιμοποιεί ένα σύστημα αλλά δεν μπορεί να το υποστηρίξει χωρίς την έγκριση ή τη βοήθεια ενός ξένου κράτους.
Η στρατηγική αυτονομία δεν μετριέται από το πόσο σύγχρονα είναι τα όπλα σου. Μετριέται από το αν μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις όταν τα χρειάζεσαι, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αποφάσεις τρίτων.
Η πραγματική πρόκληση για την Αθήνα
Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία ενίσχυσης της ελληνικής αποτροπής.
Αλλά πρέπει να ενταχθεί σε μια πολύ ευρύτερη ελληνική στρατηγική.
Η Αθήνα πρέπει να επιδιώκει ταυτόχρονα:
Ισχυρή σχέση με το Ισραήλ.
Ισχυρή σχέση με την Αίγυπτο.
Ισχυρή σχέση με την Κύπρο.
Ισχυρή ευρωπαϊκή άμυνα.
Στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Σχέσεις με τον αραβικό κόσμο.
Και ανοικτούς διαύλους με την Τουρκία.
Αυτό δεν είναι αντίφαση.
Είναι ακριβώς η λογική της στρατηγικής αυτονομίας.
Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στην ελληνική στρατηγική αυτονομία
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη ευκαιρία αλλά και σε ένα μεγάλο δίλημμα.
Η νέα αμυντική αρχιτεκτονική μπορεί να αλλάξει δραστικά την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ίδιο όμως μπορεί να κάνει και την Ελλάδα περισσότερο εκτεθειμένη στις συγκρούσεις που διαμορφώνουν την περιοχή.
Το τρίγωνο Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ αποτελεί σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Δεν πρέπει όμως να μετατραπεί σε γεωπολιτικό εγκλωβισμό.
Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να γίνει το «ευρωπαϊκό σύνορο» του Ισραήλ απέναντι στην Τουρκία, ούτε το «προκεχωρημένο φυλάκιο» μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων.
Έχει συμφέρον να γίνει αυτόνομος πόλος ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Η πρώτη επιλογή σημαίνει ότι η Ελλάδα προσφέρει τη γεωγραφία της, τις υποδομές της και τις στρατιωτικές της δυνατότητες σε έναν ευρύτερο περιφερειακό ανταγωνισμό.
Η δεύτερη σημαίνει ότι χρησιμοποιεί τις συμμαχίες της για να ενισχύσει τη δική της ισχύ και να αυξήσει τις επιλογές της.
Γι' αυτό η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι ως απόδειξη ότι η Ελλάδα επέλεξε στρατόπεδο, αλλά ως εργαλείο για να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία στρατηγικών επιλογών.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνεργάζεται με το Ισραήλ.
Πρέπει.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι:
Μπορεί η Ελλάδα να συνεργάζεται στενά με το Ισραήλ χωρίς να μετατρέπεται σε μέρος των συγκρούσεων του Ισραήλ;
Εάν η απάντηση είναι όχι, τότε υπάρχει ο κίνδυνος η ασπίδα που προορίζεται να προστατεύσει την Ελλάδα να την καταστήσει ταυτόχρονα πιο εκτεθειμένη στον θερμό γεωπολιτικό ανταγωνισμό της Ανατολικής Μεσογείου.

www.bankingnews.gr
Και είναι πράγματι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά οπλικών συστημάτων.
Η Ελλάδα αποκτά ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει τη στρατιωτική και τεχνολογική συνεργασία της με το Ισραήλ.
Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται και το μεγάλο γεωπολιτικό ερώτημα.
Η Ελλάδα δεν αγοράζει μόνο ισραηλινή τεχνολογία.
Εντάσσεται βαθύτερα σε μια νέα αρχιτεκτονική ισχύος που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και αυτή η αρχιτεκτονική δεν είναι ουδέτερη.
Το σχέδιο του Ισραήλ παρουσιάζεται σε ένα άρθρο της Israel Hayom, δείτε εδώ
Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας σύνθετης γεωπολιτικής αναμέτρησης.
Η Τουρκία του Recep Tayyip Erdogan επιχειρεί να διευρύνει την περιφερειακή της επιρροή, αξιοποιώντας την ισχυρή αμυντική της βιομηχανία, την παραγωγή drones και πυραύλων, τη ναυτική της ισχύ και την ενεργό παρουσία της στη Συρία, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η Αίγυπτος ενισχύει σημαντικά τις ναυτικές της δυνατότητες, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί αξιοσημείωτη προσέγγιση μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και των κρατών του Περσικού.
Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Η Τουρκία και η Αίγυπτος υπήρξαν για χρόνια αντίπαλες δυνάμεις.
Η υποστήριξη που παρείχε η Αγκυρα στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τις κυβερνήσεις του Abdel Fattah el-Sisi στην Αίγυπτο και της Σαουδικής Αραβίας.
Σήμερα, όμως, τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα έχουν οδηγήσει σε μια διαδικασία εξομάλυνσης.
Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο περιφερειακό σύστημα ισορροπίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία της ελληνοϊσραηλινής σχέσης.

Το τρίγωνο Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ
Απέναντι στην αυξανόμενη τουρκική ισχύ, η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα ιδιαίτερα στενό στρατηγικό τρίγωνο.
Η συνεργασία αυτή έχει προφανή λογική.
Η Ελλάδα και η Κύπρος αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως βασικό παράγοντα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ το Ισραήλ βλέπει με ανησυχία την αυξανόμενη τουρκική επιρροή στη Συρία και ευρύτερα στην περιοχή.
Τα συμφέροντα επομένως συγκλίνουν.
Όμως σύγκλιση συμφερόντων δεν σημαίνει ταύτιση συμφερόντων.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να λάβει υπόψη της η Αθήνα.
Η Τουρκία αποτελεί άμεσο στρατηγικό πρόβλημα για την Ελλάδα.
Δεν αποτελεί όμως αναγκαστικά το ίδιο πρόβλημα για το Ισραήλ.
Και αντιστρόφως, η αντιπαράθεση του Ισραήλ με την Τουρκία, το Ιράν, τη Hezbollah ή άλλους περιφερειακούς παράγοντες δεν αποτελεί αυτομάτως ελληνικό εθνικό συμφέρον.
Εάν η Ελλάδα δεν διατηρήσει αυτή τη διάκριση, υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί από εταίρο του Ισραήλ σε τμήμα του ισραηλινού στρατηγικού συστήματος.

Από την ελληνοτουρκική ισορροπία σε έναν ευρύτερο περιφερειακό ανταγωνισμό
Η αρχική λογική της συνεργασίας Αθήνας–Ιερουσαλήμ ήταν σχετικά εύκολη να εξηγηθεί: η Τουρκία αυξάνει τις δυνατότητές της → η Ελλάδα χρειάζεται αποτροπή → το Ισραήλ διαθέτει προηγμένη τεχνολογία → Ελλάδα και Ισραήλ συνεργάζονται.
Όμως η γεωπολιτική πραγματικότητα έχει γίνει πολύ πιο σύνθετη.
Η Τουρκία δεν είναι πλέον μόνο η χώρα που αμφισβητεί την Ελλάδα στο Αιγαίο.
Είναι περιφερειακή δύναμη με παρουσία:
• στη Συρία,
• στη Λιβύη,
• στην Ανατολική Μεσόγειο,
• στον Καύκασο,
• στη Μαύρη Θάλασσα,
• και σε ένα ευρύτερο δίκτυο σχέσεων με χώρες του μουσουλμανικού κόσμου.
Ταυτόχρονα, το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζει μόνο την απειλή από τη Hamas ή τη Hezbollah.
Βρίσκεται στο κέντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης που περιλαμβάνει το Ιράν, τη Συρία, την Τουρκία και μια σειρά αραβικών και μουσουλμανικών κρατών.
Έτσι, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά χαρακτηριστικά περιφερειακού συστήματος ανταγωνιστικών αξόνων.
Και η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί στη μέση.

Το παράδοξο της ελληνικής στρατηγικής
Η Ελλάδα επιδιώκει να χρησιμοποιήσει το Ισραήλ ως αντίβαρο στην Τουρκία.
Αυτό έχει λογική.
Αλλά υπάρχει ένα παράδοξο: όσο περισσότερο η Ελλάδα ενισχύει τη στρατηγική της σύνδεση με το Ισραήλ για να αντιμετωπίσει την Τουρκία, τόσο περισσότερο μπορεί να αποκτά αξία ως στόχος μέσα στην ίδια την ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση.
Αυτό είναι ένα κλασικό γεωπολιτικό δίλημμα.
Μια συμμαχία μπορεί να αυξήσει την αποτρεπτική ισχύ μιας χώρας, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσει τη στρατηγική της έκθεση.
Η Ελλάδα πρέπει επομένως να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα:
Θέλει να είναι σύμμαχος του Ισραήλ ή να αποτελέσει μέρος του στρατηγικού μετώπου Ισραήλ–Τουρκίας;
Οι δύο επιλογές δεν είναι ταυτόσημες.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν μπορεί να προστατεύσει την Ελλάδα
Η απόκτηση των David's Sling, BARAK MX και SPYDER, μαζί με τα Patriot και τα υπόλοιπα ελληνικά συστήματα, δημιουργεί μια πολύ πιο ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας.
Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα πλεονέκτημα.
Αλλά η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική έχει και μια δεύτερη διάσταση.
Όσο περισσότερο ελληνικό στρατιωτικό δίκτυο συνδέεται με ισραηλινή τεχνολογία, ραντάρ, λογισμικό, συστήματα διοίκησης και επιχειρησιακές διαδικασίες, τόσο περισσότερο η Ελλάδα αποκτά στρατηγική σημασία για το Ισραήλ αλλά και ΕΞΑΡΤΗΣΗ
Αυτό μπορεί να είναι θετικό.
Μπορεί όμως να σημαίνει επίσης ότι σε μια μεγάλη περιφερειακή κρίση, ελληνικές εγκαταστάσεις, δίκτυα και υποδομές θα αποκτήσουν αυξημένο ενδιαφέρον για οποιονδήποτε θεωρεί το Ισραήλ αντίπαλο.
Η Ελλάδα πρέπει επομένως να προσέξει ένα παράδοξο: η ενίσχυση της άμυνάς της μπορεί ταυτόχρονα να αυξήσει την αξία της ως στρατηγικού στόχου αλλά και τη μονομερή εξάρτηση από ένα σύμμαχο.

Ο κίνδυνος από την Τουρκία και το Αιγαίο
Το αρχικό άρθρο παρουσιάζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως μήνυμα προς την Αγκυρα ότι ο ουρανός του Αιγαίου γίνεται πλέον πολύ δυσκολότερο να διαπεραστεί.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.
Δεν πρέπει όμως να θεωρηθεί ότι η τεχνολογική υπεροχή λύνει το ελληνοτουρκικό πρόβλημα.
Η Τουρκία διαθέτει σημαντική και συνεχώς αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία.
Το Tayfun, τα Bayraktar και άλλα τουρκικά συστήματα αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας της Αγκυρας να μειώσει την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές.
Η εθνική απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί επομένως να είναι μόνο:
«θα αγοράσουμε καλύτερα ισραηλινά όπλα».
Πρέπει να είναι: «θα δημιουργήσουμε μια αυτόνομη ελληνική αμυντική ικανότητα που θα μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαθέσεις οποιουδήποτε συμμάχου».
Και ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος: η Τουρκία να αντιμετωπίσει την Ελλάδα ως ισραηλινό προκεχωρημένο σημείο
Εδώ βρίσκεται ίσως ο πιο ευαίσθητος παράγοντας.
Η Αθήνα πρέπει να αποφύγει μια κατάσταση στην οποία η Τουρκία καταλήξει να θεωρεί ότι: ελληνικές στρατιωτικές υποδομές = ισραηλινές στρατιωτικές υποδομές.
Εάν δημιουργηθεί μια τέτοια αντίληψη, ακόμη και αν δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, μπορεί να επηρεάσει τον τουρκικό στρατηγικό σχεδιασμό.
Η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον να μετατραπεί σε πεδίο έμμεσης αναμέτρησης Αγκύρας – Ιερουσαλήμ .
Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση είναι ήδη αρκετά επικίνδυνη.
Δεν χρειάζεται να προστεθεί σε αυτήν ένας δεύτερος άξονας αντιπαράθεσης.
Η Αίγυπτος και ο αραβικός κόσμος
Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η ελληνική στρατηγική πρέπει να είναι προσεκτική.
Η Ελλάδα έχει αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με την Αίγυπτο.
Το Κάιρο αποτελεί σημαντικό ενεργειακό, οικονομικό και γεωπολιτικό εταίρο της Αθήνας.
Παράλληλα, η Ελλάδα επιδιώκει σχέσεις με τα κράτη του Κόλπου και τον ευρύτερο αραβικό κόσμο.
Εάν η Αθήνα εμφανιστεί ως μέρος ενός αποκλειστικού «ελληνoϊσραηλινού στρατοπέδου», υπάρχει κίνδυνος να περιορίσει τη διπλωματική της ευελιξία απέναντι σε χώρες με τις οποίες έχει ζωτικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα χρειάζεται το Ισραήλ.
Χρειάζεται όμως και την Αίγυπτο.
Χρειάζεται τις αραβικές χώρες.
Χρειάζεται την Ευρώπη.
Και, όσο δύσκολο και αν είναι, χρειάζεται να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και με την Τουρκία.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται στην επιλογή ενός μόνο στρατοπέδου.
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν η δημιουργία ενός «αντιτουρκικού άξονα»
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να οικοδομεί συμμαχίες που ενισχύουν την αποτροπή της.
Αλλά άλλο πράγμα είναι η πολυδιάστατη αποτροπή και άλλο η δημιουργία ενός μόνιμου αντιτουρκικού άξονα.
Στη δεύτερη περίπτωση η Αθήνα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια λογική μηδενικού αθροίσματος:
Ισραήλ εναντίον Τουρκίας.
Ελλάδα με το Ισραήλ.
Άρα Ελλάδα εναντίον Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα.
Αυτή η εξίσωση δεν εξυπηρετεί απαραίτητα τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον να περιορίζει την τουρκική επιθετικότητα.
Δεν έχει συμφέρον να επιδιώκει μια γενικευμένη σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.
Γιατί σε μια τέτοια σύγκρουση η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά πολύ κοντά στο μέτωπο.
Το ζήτημα της στρατηγικής εξάρτησης
Υπάρχει τέλος ένας κίνδυνος που αφορά όχι μόνο την εξωτερική πολιτική αλλά και την ίδια την εθνική κυριαρχία.
Η Ελλάδα πρέπει να εξασφαλίσει ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα δημιουργήσει μια νέα μορφή τεχνολογικής εξάρτησης.
Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, η δυνατότητα ανεξάρτητης συντήρησης, η εγχώρια παραγωγή και η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι συνεπώς κρίσιμες παράμετροι αλλίως το όλο σύστημα είναι.. δανεικό, ΔΕΝ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ
Η Ελλάδα δεν πρέπει να βρεθεί σε μια κατάσταση όπου μπορεί να χρησιμοποιεί ένα σύστημα αλλά δεν μπορεί να το υποστηρίξει χωρίς την έγκριση ή τη βοήθεια ενός ξένου κράτους.
Η στρατηγική αυτονομία δεν μετριέται από το πόσο σύγχρονα είναι τα όπλα σου. Μετριέται από το αν μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις όταν τα χρειάζεσαι, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αποφάσεις τρίτων.
Η πραγματική πρόκληση για την Αθήνα
Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία ενίσχυσης της ελληνικής αποτροπής.
Αλλά πρέπει να ενταχθεί σε μια πολύ ευρύτερη ελληνική στρατηγική.
Η Αθήνα πρέπει να επιδιώκει ταυτόχρονα:
Ισχυρή σχέση με το Ισραήλ.
Ισχυρή σχέση με την Αίγυπτο.
Ισχυρή σχέση με την Κύπρο.
Ισχυρή ευρωπαϊκή άμυνα.
Στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Σχέσεις με τον αραβικό κόσμο.
Και ανοικτούς διαύλους με την Τουρκία.
Αυτό δεν είναι αντίφαση.
Είναι ακριβώς η λογική της στρατηγικής αυτονομίας.
Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στην ελληνική στρατηγική αυτονομία
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη ευκαιρία αλλά και σε ένα μεγάλο δίλημμα.
Η νέα αμυντική αρχιτεκτονική μπορεί να αλλάξει δραστικά την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ίδιο όμως μπορεί να κάνει και την Ελλάδα περισσότερο εκτεθειμένη στις συγκρούσεις που διαμορφώνουν την περιοχή.
Το τρίγωνο Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ αποτελεί σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Δεν πρέπει όμως να μετατραπεί σε γεωπολιτικό εγκλωβισμό.
Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να γίνει το «ευρωπαϊκό σύνορο» του Ισραήλ απέναντι στην Τουρκία, ούτε το «προκεχωρημένο φυλάκιο» μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων.
Έχει συμφέρον να γίνει αυτόνομος πόλος ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Η πρώτη επιλογή σημαίνει ότι η Ελλάδα προσφέρει τη γεωγραφία της, τις υποδομές της και τις στρατιωτικές της δυνατότητες σε έναν ευρύτερο περιφερειακό ανταγωνισμό.
Η δεύτερη σημαίνει ότι χρησιμοποιεί τις συμμαχίες της για να ενισχύσει τη δική της ισχύ και να αυξήσει τις επιλογές της.
Γι' αυτό η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι ως απόδειξη ότι η Ελλάδα επέλεξε στρατόπεδο, αλλά ως εργαλείο για να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία στρατηγικών επιλογών.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνεργάζεται με το Ισραήλ.
Πρέπει.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι:
Μπορεί η Ελλάδα να συνεργάζεται στενά με το Ισραήλ χωρίς να μετατρέπεται σε μέρος των συγκρούσεων του Ισραήλ;
Εάν η απάντηση είναι όχι, τότε υπάρχει ο κίνδυνος η ασπίδα που προορίζεται να προστατεύσει την Ελλάδα να την καταστήσει ταυτόχρονα πιο εκτεθειμένη στον θερμό γεωπολιτικό ανταγωνισμό της Ανατολικής Μεσογείου.

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών