Το Ουκρανικό μετατρέπεται σε εσωτερικό ζήτημα για τα μεγαλύτερα κράτη της Ευρώπης – Η στήριξη στο καθεστώς το Κιέβου από κοινού με το οικονομικό τέλμα ανατρέπουν το πολιτικό σύστημα
Υπάρχει μια πολιτική ειρωνεία την οποία το ευρωπαϊκό κατεστημένο κινδυνεύει να αντιληφθεί όταν θα είναι πλέον αργά: η προσπάθεια των Βρυξελλών να διαμορφώσουν μια ενιαία και σκληρή ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη Ρωσία είναι πλέον σιγουρο πως θα καταλήξει να ενισχύσει ακριβώς εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν περισσότερο το σημερινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η Marine Le Pen και ο Εθνικός Συναγερμός στη Γαλλία και η AfD στη Γερμανία δεν χρειάζεται να πείσουν την πλειοψηφία των Ευρωπαίων ότι η Ρωσία έχει δίκιο.
Χρειάζεται να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι οι κυβερνήσεις τους πληρώνουν ένα ολοένα μεγαλύτερο τίμημα για έναν πόλεμο στον οποίο οι ίδιοι δεν βλέπουν καθαρή έξοδο.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πολιτικό επιχείρημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μετατρέψει την υποστήριξη προς την Ουκρανία σε κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής της.
Μέχρι σήμερα, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη έχουν κινητοποιήσει περίπου 88,7 δισ. ευρώ σε στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία, ενώ για την περίοδο 2026-2027 έχει συμφωνηθεί δάνειο 90 δισ. ευρώ, από τα οποία περίπου 60 δισ. προορίζονται για αμυντικές ανάγκες.
Από την άποψη των ευρωπαϊκών θεσμών, η λογική είναι σαφής: η Ουκρανία πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος και η Ρωσία να μην ανταμειφθεί για την εισβολή της. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια πολιτική μπορεί να παράγει ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Γιατί όσο ο πόλεμος παρατείνεται, το ερώτημα αλλάζει.
Από το «πρέπει να στηρίξουμε την Ουκρανία;» περνάμε στο «για πόσο ακόμη και με ποιο κόστος;».
Και ακριβώς σε αυτό το ερώτημα αρχίζει να αποκτά πολιτικό χώρο η Le Pen.
Η γαλλική περίπτωση: από τον Putin στο «κόστος του πολέμου»
Η πρόσφατη αντιπαράθεση στη Γαλλία είναι αποκαλυπτική.
Ο Louis Aliot, αντιπρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης Le Pen να περιορίσει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, επικαλούμενος τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας και τις ανάγκες της υγείας και της παιδείας.
Η επιχειρηματολογία αυτή έχει πολιτική αξία ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να είναι φιλορωσική.
Ο Εθνικός Συναγερμός μπορεί να λέει ότι καταδικάζει τη ρωσική εισβολή και ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι η Γαλλία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί επ' αόριστον την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας.
Αυτή είναι η μετάβαση από τον «φιλορωσισμό» στον ευρωσκεπτικιστικό πραγματισμό.
Η ίδια η Le Pen αποφεύγει προς το παρόν να υιοθετήσει ευθέως την πιο σκληρή εκδοχή αυτής της γραμμής.
Προτιμά να μιλά για διπλωματική πρωτοβουλία και ειρηνευτική διάσκεψη.
Πολιτικά, όμως, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παρόμοιο: η συζήτηση μετακινείται από το αν η Ρωσία πρέπει να ηττηθεί στρατηγικά στο αν η Γαλλία πρέπει να συνεχίσει να πληρώνει το κόστος μιας μακράς σύγκρουσης.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πλεονέκτημα της Le Pen.
Δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί τον Putin.
Χρειάζεται να υπερασπιστεί τον Γάλλο φορολογούμενο απέναντι στις αποφάσεις των Βρυξελλών και του Παρισιού.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πόσο ευνοϊκό είναι ήδη το περιβάλλον.
Σε έρευνα της Ifop τον Ιούλιο, η Le Pen έφτανε στο 36% στον πρώτο γύρο της προεδρικής εκλογής του 2027.
Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων που είχαν συγκεντρωθεί έως τα τέλη Αυγούστου την τοποθετούσε επίσης καθαρά στην πρώτη θέση, περίπου στο 34,5%.
Επομένως, το ζήτημα της Ρωσίας και της Ουκρανίας δεν δημιουργεί από μόνο του τη δυναμική της Le Pen.
Της προσφέρει όμως ένα ακόμη όχημα για να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια απέναντι στην οικονομία και την κυβέρνηση σε αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Και στη Γερμανία η ίδια ιστορία - Μιλήστε με τη Μόσχα!
Εάν η Γαλλία είναι το μεγάλο πολιτικό στοίχημα του 2027, η Γερμανία είναι το άμεσο εργαστήριο της ανατροπής του πολιτικού σκηνικού.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD κινείται σήμερα γύρω στο 40-42%, με αποτέλεσμα να βρίσκεται μπροστά ακόμη και από το CDU και να διεκδικεί την πρώτη της πραγματική κατάκτηση κρατιδιακής εξουσίας.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η Ρωσία αποτελεί πλέον μέρος αυτού του εκλογικού αφηγήματος.
Η AfD ζητά τον τερματισμό της γερμανικής στήριξης προς την Ουκρανία, την επαναφορά οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων με τη Μόσχα και το τέλος των κυρώσεων.
Αυτό δεν είναι απλώς εξωτερική πολιτική.
Είναι εσωτερική πολιτική μεταμφιεσμένη σε εξωτερική πολιτική.
Για έναν ψηφοφόρο στην ανατολική Γερμανία, το μήνυμα είναι πολύ συχνότερα: «θέλω φθηνότερη ενέργεια, θέλω να σταματήσει η αίσθηση ότι το Βερολίνο αποφασίζει χωρίς εμένα και θέλω να σταματήσει η μόνιμη κατάσταση κρίσης».
Το Reuters καταγράφει ακριβώς αυτή τη δυναμική στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Η ιστορική εμπειρία της Ανατολικής Γερμανίας, η οικονομική ανισότητα με τη Δύση και η νοσταλγία για την εποχή της φθηνής ρωσικής ενέργειας συνδυάζονται με τη δυσπιστία προς το Βερολίνο.
Η AfD προσφέρει μια απλή απάντηση: ξαναμιλήστε με τη Μόσχα.
Το πραγματικό πρόβλημα των Βρυξελλών δεν είναι η Ρωσία. Είναι η σχέση κόστους και αποτελέσματος.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική μπορεί να είναι απολύτως συνεπής από γεωπολιτική άποψη και ταυτόχρονα να αποδειχθεί πολιτικά καταστροφική στο εσωτερικό των κρατών-μελών.
Γιατί ο ψηφοφόρος δεν ψηφίζει γεωπολιτικές αναλύσεις.
Ψηφίζει τον λογαριασμό της ενέργειας, τους φόρους, την αγοραστική δύναμη, τις δημόσιες υπηρεσίες και την αίσθηση ασφάλειας.
Ο φαύλος οικονομικός κύκλος είναι εμφανής: Ενεργειακή μετάβαση, υψηλό ενεργειακό κόστος, δημοσιονομικές πιέσεις, αυξανόμενες δαπάνες και μετανάστευση συσσωρεύονται σε ένα γενικό αίσθημα ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα.
Και τότε η AfD δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα.
Αρκεί να αποδείξει ότι οι άλλοι απέτυχαν.
Αυτό είναι το ίδιο πολιτικό μοντέλο που ευνοεί τη Le Pen
Η παγίδα της «ευρωπαϊκής συναίνεσης»
Για χρόνια η ευρωπαϊκή πολιτική στηριζόταν στην υπόθεση ότι όσο περισσότερα κόμματα συμφωνούν σε μια βασική γραμμή, τόσο περισσότερο απομονώνονται τα άκρα.
Σήμερα μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο.
Όταν CDU, SPD, κεντρώοι Γάλλοι και ευρωπαϊκοί θεσμοί συγκλίνουν σε μια κοινή γραμμή για την Ουκρανία, τη Ρωσία, τις κυρώσεις και την ευρωπαϊκή άμυνα, οι ψηφοφόροι που διαφωνούν δεν έχουν πολλές εναλλακτικές μέσα στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα.
Έτσι η διαφωνία μεταφέρεται προς αυτό που κάποτε αποκαλούνται άκρα.
Στη Γερμανία, αυτό φαίνεται ήδη στις ομοσπονδιακές δημοσκοπήσεις: τον Σεπτέμβριο η AfD βρισκόταν στο 27%, μπροστά από το CDU/CSU στο 21%, ενώ μόλις 15% δήλωναν ικανοποιημένοι από τη λειτουργία του κυβερνητικού συνασπισμού και 84% δυσαρεστημένοι.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Ρωσία δεν λειτουργεί μόνο ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Στη γερμανική κοινή γνώμη υπάρχει πλέον έντονη συζήτηση για το κατά πόσο η Ρωσία αποτελεί άμεση απειλή για την ασφάλεια της χώρας, ενώ η AfD προσπαθεί να εμφανιστεί ως η δύναμη που μπορεί να «εξασφαλίσει την ειρήνη».
Αυτό είναι το πολιτικό παράδοξο: η σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία μπορεί να ενισχύσει την AfD ακριβώς επειδή η AfD παρουσιάζει τον εαυτό της ως αντίβαρο στη σκληρή στάση.
Από την Ουκρανία στην εξουσία
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι αν η Le Pen ή η AfD είναι «φιλορωσικά» κόμματα.
Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι πολιτικά χρήσιμος στους αντιπάλους τους, αλλά δεν εξηγεί ολόκληρη την εκλογική τους δυναμική.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Μπορούν να μετατρέψουν την κόπωση από τον πόλεμο σε ψήφο εναντίον του πολιτικού κατεστημένου;
Στη Γαλλία, η απάντηση φαίνεται ήδη να είναι ναι.
Στη Γερμανία, η απάντηση δοκιμάζεται τώρα.
Εφαλτήριο για τις εκλογές του 2029
Και η Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο ντόμινο. Αν η AfD καταφέρει να κυβερνήσει κρατίδιο, το επιχείρημα ότι «η AfD δεν μπορεί να κυβερνήσει» θα χάσει ένα από τα βασικά του στηρίγματα. Το αποτέλεσμα θα είναι μεγαλύτερη πίεση πάνω στο CDU, μεγαλύτερη αμφισβήτηση της λεγόμενης «Brandmauer», της «υγειονομικής ζώνης» και πιθανή μετατόπιση ολόκληρου του γερμανικού πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά με την κατάρρευση του κέντρου.
Οι πρόσφατες εκτιμήσεις πράγματι αντιμετωπίζουν μια νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ ως πιθανό εφαλτήριο για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2029.
Και εδώ το γερμανικό υλικό που εξετάσαμε γίνεται ιδιαίτερα εύστοχο: αν η AfD ξεπεράσει το 40%, το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει στη Μαγδεμβούργο. Θα είναι αν η CDU μπορεί να συνεχίσει να επιβιώνει πολιτικά με μια «πυροσβεστική» συμμαχία όλων των άλλων κομμάτων απέναντί της.
Το ευρωπαϊκό μπούμερανγκ
Η Ευρώπη βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε ένα στρατηγικό παράδοξο.
Όσο περισσότερο επιμένει ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία είναι μονόδρομος, τόσο περισσότερο χρειάζεται να απαντά στο εσωτερικό της Ευρώπης σε τρία ερωτήματα:
Πόσο θα κοστίσει;
Πόσο θα διαρκέσει;
Και ποιο είναι το πολιτικό σχέδιο εξόδου;
Εάν οι Βρυξέλλες δεν δώσουν πειστικές απαντήσεις, η συζήτηση θα δοθεί από τους αντιπάλους τους.
Και οι απαντήσεις της Le Pen και της AfD είναι πολιτικά απλές: λιγότερη Ουκρανία, περισσότερη εθνική κυριαρχία, λιγότερες κυρώσεις, φθηνότερη ενέργεια, λιγότερη εξάρτηση από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις και «ειρήνη» μέσω διαπραγμάτευσης.
Δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτές οι απαντήσεις σωστές για να είναι εκλογικά αποτελεσματικές.
Αρκεί οι αντίπαλοί τους να μην μπορούν να πείσουν ότι η δική τους πολιτική οδηγεί σε καλύτερο αύριο.
Η μεγάλη ευρωπαϊκή αντίφαση
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρηθεί ότι η άνοδος της Le Pen και της AfD οφείλεται αποκλειστικά στη Ρωσία.
Δεν οφείλεται.
Η μετανάστευση, η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση, η οικονομική στασιμότητα, η δυσπιστία απέναντι στις ελίτ, η κρίση εκπροσώπησης και η κόπωση από τα παραδοσιακά κόμματα είναι βαθύτερες αιτίες.
Όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει ως ο συνδετικός κρίκος όλων αυτών των δυσαρεσκειών.
Ενέργεια. Δημόσιο χρήμα. Άμυνα. Φόροι. Κυρώσεις. Βιομηχανία. Ρωσία. Βρυξέλλες.
Όλα καταλήγουν στην ίδια πολιτική ερώτηση:
«Ποιος πληρώνει και ποιος αποφασίζει;»
Αν η απάντηση που θα δίνουν τα ευρωπαϊκά κόμματα εξουσίας δεν πείθει τους ψηφοφόρους, τότε η Le Pen στη Γαλλία και η AfD στη Γερμανία δεν θα χρειαστεί να κατακτήσουν την Ευρώπη.
Τους την παραδίδει η ίδια η κρίση εμπιστοσύνης του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος.
Και τότε το πραγματικό ευρωπαϊκό «μπουμέρανγκ» της πολιτικής απέναντι στη Ρωσία δεν θα είναι ότι η Μόσχα κέρδισε την Ευρώπη.
Θα είναι ότι η Ευρώπη, στην προσπάθειά της να θέσει τη Ρωσία ως ένα μείζονα στρατηγικό αντίπαλο, βοήθησε άθελά της να ενισχυθούν εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα την μετασχηματίσουν εκ βάθρων.
www.bankingnews.gr
Η Marine Le Pen και ο Εθνικός Συναγερμός στη Γαλλία και η AfD στη Γερμανία δεν χρειάζεται να πείσουν την πλειοψηφία των Ευρωπαίων ότι η Ρωσία έχει δίκιο.
Χρειάζεται να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι οι κυβερνήσεις τους πληρώνουν ένα ολοένα μεγαλύτερο τίμημα για έναν πόλεμο στον οποίο οι ίδιοι δεν βλέπουν καθαρή έξοδο.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πολιτικό επιχείρημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μετατρέψει την υποστήριξη προς την Ουκρανία σε κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής της.
Μέχρι σήμερα, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη έχουν κινητοποιήσει περίπου 88,7 δισ. ευρώ σε στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία, ενώ για την περίοδο 2026-2027 έχει συμφωνηθεί δάνειο 90 δισ. ευρώ, από τα οποία περίπου 60 δισ. προορίζονται για αμυντικές ανάγκες.
Από την άποψη των ευρωπαϊκών θεσμών, η λογική είναι σαφής: η Ουκρανία πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος και η Ρωσία να μην ανταμειφθεί για την εισβολή της. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια πολιτική μπορεί να παράγει ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Γιατί όσο ο πόλεμος παρατείνεται, το ερώτημα αλλάζει.
Από το «πρέπει να στηρίξουμε την Ουκρανία;» περνάμε στο «για πόσο ακόμη και με ποιο κόστος;».
Και ακριβώς σε αυτό το ερώτημα αρχίζει να αποκτά πολιτικό χώρο η Le Pen.
Η γαλλική περίπτωση: από τον Putin στο «κόστος του πολέμου»
Η πρόσφατη αντιπαράθεση στη Γαλλία είναι αποκαλυπτική.
Ο Louis Aliot, αντιπρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης Le Pen να περιορίσει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, επικαλούμενος τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας και τις ανάγκες της υγείας και της παιδείας.
Η επιχειρηματολογία αυτή έχει πολιτική αξία ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να είναι φιλορωσική.
Ο Εθνικός Συναγερμός μπορεί να λέει ότι καταδικάζει τη ρωσική εισβολή και ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι η Γαλλία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί επ' αόριστον την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας.
Αυτή είναι η μετάβαση από τον «φιλορωσισμό» στον ευρωσκεπτικιστικό πραγματισμό.
Η ίδια η Le Pen αποφεύγει προς το παρόν να υιοθετήσει ευθέως την πιο σκληρή εκδοχή αυτής της γραμμής.
Προτιμά να μιλά για διπλωματική πρωτοβουλία και ειρηνευτική διάσκεψη.
Πολιτικά, όμως, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παρόμοιο: η συζήτηση μετακινείται από το αν η Ρωσία πρέπει να ηττηθεί στρατηγικά στο αν η Γαλλία πρέπει να συνεχίσει να πληρώνει το κόστος μιας μακράς σύγκρουσης.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πλεονέκτημα της Le Pen.
Δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί τον Putin.
Χρειάζεται να υπερασπιστεί τον Γάλλο φορολογούμενο απέναντι στις αποφάσεις των Βρυξελλών και του Παρισιού.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πόσο ευνοϊκό είναι ήδη το περιβάλλον.
Σε έρευνα της Ifop τον Ιούλιο, η Le Pen έφτανε στο 36% στον πρώτο γύρο της προεδρικής εκλογής του 2027.
Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων που είχαν συγκεντρωθεί έως τα τέλη Αυγούστου την τοποθετούσε επίσης καθαρά στην πρώτη θέση, περίπου στο 34,5%.
Επομένως, το ζήτημα της Ρωσίας και της Ουκρανίας δεν δημιουργεί από μόνο του τη δυναμική της Le Pen.
Της προσφέρει όμως ένα ακόμη όχημα για να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια απέναντι στην οικονομία και την κυβέρνηση σε αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Και στη Γερμανία η ίδια ιστορία - Μιλήστε με τη Μόσχα!
Εάν η Γαλλία είναι το μεγάλο πολιτικό στοίχημα του 2027, η Γερμανία είναι το άμεσο εργαστήριο της ανατροπής του πολιτικού σκηνικού.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD κινείται σήμερα γύρω στο 40-42%, με αποτέλεσμα να βρίσκεται μπροστά ακόμη και από το CDU και να διεκδικεί την πρώτη της πραγματική κατάκτηση κρατιδιακής εξουσίας.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η Ρωσία αποτελεί πλέον μέρος αυτού του εκλογικού αφηγήματος.
Η AfD ζητά τον τερματισμό της γερμανικής στήριξης προς την Ουκρανία, την επαναφορά οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων με τη Μόσχα και το τέλος των κυρώσεων.
Αυτό δεν είναι απλώς εξωτερική πολιτική.
Είναι εσωτερική πολιτική μεταμφιεσμένη σε εξωτερική πολιτική.
Για έναν ψηφοφόρο στην ανατολική Γερμανία, το μήνυμα είναι πολύ συχνότερα: «θέλω φθηνότερη ενέργεια, θέλω να σταματήσει η αίσθηση ότι το Βερολίνο αποφασίζει χωρίς εμένα και θέλω να σταματήσει η μόνιμη κατάσταση κρίσης».
Το Reuters καταγράφει ακριβώς αυτή τη δυναμική στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Η ιστορική εμπειρία της Ανατολικής Γερμανίας, η οικονομική ανισότητα με τη Δύση και η νοσταλγία για την εποχή της φθηνής ρωσικής ενέργειας συνδυάζονται με τη δυσπιστία προς το Βερολίνο.
Η AfD προσφέρει μια απλή απάντηση: ξαναμιλήστε με τη Μόσχα.
Το πραγματικό πρόβλημα των Βρυξελλών δεν είναι η Ρωσία. Είναι η σχέση κόστους και αποτελέσματος.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική μπορεί να είναι απολύτως συνεπής από γεωπολιτική άποψη και ταυτόχρονα να αποδειχθεί πολιτικά καταστροφική στο εσωτερικό των κρατών-μελών.
Γιατί ο ψηφοφόρος δεν ψηφίζει γεωπολιτικές αναλύσεις.
Ψηφίζει τον λογαριασμό της ενέργειας, τους φόρους, την αγοραστική δύναμη, τις δημόσιες υπηρεσίες και την αίσθηση ασφάλειας.
Ο φαύλος οικονομικός κύκλος είναι εμφανής: Ενεργειακή μετάβαση, υψηλό ενεργειακό κόστος, δημοσιονομικές πιέσεις, αυξανόμενες δαπάνες και μετανάστευση συσσωρεύονται σε ένα γενικό αίσθημα ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα.
Και τότε η AfD δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα.
Αρκεί να αποδείξει ότι οι άλλοι απέτυχαν.
Αυτό είναι το ίδιο πολιτικό μοντέλο που ευνοεί τη Le Pen
Η παγίδα της «ευρωπαϊκής συναίνεσης»
Για χρόνια η ευρωπαϊκή πολιτική στηριζόταν στην υπόθεση ότι όσο περισσότερα κόμματα συμφωνούν σε μια βασική γραμμή, τόσο περισσότερο απομονώνονται τα άκρα.
Σήμερα μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο.
Όταν CDU, SPD, κεντρώοι Γάλλοι και ευρωπαϊκοί θεσμοί συγκλίνουν σε μια κοινή γραμμή για την Ουκρανία, τη Ρωσία, τις κυρώσεις και την ευρωπαϊκή άμυνα, οι ψηφοφόροι που διαφωνούν δεν έχουν πολλές εναλλακτικές μέσα στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα.
Έτσι η διαφωνία μεταφέρεται προς αυτό που κάποτε αποκαλούνται άκρα.
Στη Γερμανία, αυτό φαίνεται ήδη στις ομοσπονδιακές δημοσκοπήσεις: τον Σεπτέμβριο η AfD βρισκόταν στο 27%, μπροστά από το CDU/CSU στο 21%, ενώ μόλις 15% δήλωναν ικανοποιημένοι από τη λειτουργία του κυβερνητικού συνασπισμού και 84% δυσαρεστημένοι.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Ρωσία δεν λειτουργεί μόνο ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Στη γερμανική κοινή γνώμη υπάρχει πλέον έντονη συζήτηση για το κατά πόσο η Ρωσία αποτελεί άμεση απειλή για την ασφάλεια της χώρας, ενώ η AfD προσπαθεί να εμφανιστεί ως η δύναμη που μπορεί να «εξασφαλίσει την ειρήνη».
Αυτό είναι το πολιτικό παράδοξο: η σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία μπορεί να ενισχύσει την AfD ακριβώς επειδή η AfD παρουσιάζει τον εαυτό της ως αντίβαρο στη σκληρή στάση.
Από την Ουκρανία στην εξουσία
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι αν η Le Pen ή η AfD είναι «φιλορωσικά» κόμματα.
Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι πολιτικά χρήσιμος στους αντιπάλους τους, αλλά δεν εξηγεί ολόκληρη την εκλογική τους δυναμική.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Μπορούν να μετατρέψουν την κόπωση από τον πόλεμο σε ψήφο εναντίον του πολιτικού κατεστημένου;
Στη Γαλλία, η απάντηση φαίνεται ήδη να είναι ναι.
Στη Γερμανία, η απάντηση δοκιμάζεται τώρα.
Εφαλτήριο για τις εκλογές του 2029
Και η Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο ντόμινο. Αν η AfD καταφέρει να κυβερνήσει κρατίδιο, το επιχείρημα ότι «η AfD δεν μπορεί να κυβερνήσει» θα χάσει ένα από τα βασικά του στηρίγματα. Το αποτέλεσμα θα είναι μεγαλύτερη πίεση πάνω στο CDU, μεγαλύτερη αμφισβήτηση της λεγόμενης «Brandmauer», της «υγειονομικής ζώνης» και πιθανή μετατόπιση ολόκληρου του γερμανικού πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά με την κατάρρευση του κέντρου.
Οι πρόσφατες εκτιμήσεις πράγματι αντιμετωπίζουν μια νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ ως πιθανό εφαλτήριο για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2029.
Και εδώ το γερμανικό υλικό που εξετάσαμε γίνεται ιδιαίτερα εύστοχο: αν η AfD ξεπεράσει το 40%, το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει στη Μαγδεμβούργο. Θα είναι αν η CDU μπορεί να συνεχίσει να επιβιώνει πολιτικά με μια «πυροσβεστική» συμμαχία όλων των άλλων κομμάτων απέναντί της.
Το ευρωπαϊκό μπούμερανγκ
Η Ευρώπη βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε ένα στρατηγικό παράδοξο.
Όσο περισσότερο επιμένει ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία είναι μονόδρομος, τόσο περισσότερο χρειάζεται να απαντά στο εσωτερικό της Ευρώπης σε τρία ερωτήματα:
Πόσο θα κοστίσει;
Πόσο θα διαρκέσει;
Και ποιο είναι το πολιτικό σχέδιο εξόδου;
Εάν οι Βρυξέλλες δεν δώσουν πειστικές απαντήσεις, η συζήτηση θα δοθεί από τους αντιπάλους τους.
Και οι απαντήσεις της Le Pen και της AfD είναι πολιτικά απλές: λιγότερη Ουκρανία, περισσότερη εθνική κυριαρχία, λιγότερες κυρώσεις, φθηνότερη ενέργεια, λιγότερη εξάρτηση από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις και «ειρήνη» μέσω διαπραγμάτευσης.
Δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτές οι απαντήσεις σωστές για να είναι εκλογικά αποτελεσματικές.
Αρκεί οι αντίπαλοί τους να μην μπορούν να πείσουν ότι η δική τους πολιτική οδηγεί σε καλύτερο αύριο.
Η μεγάλη ευρωπαϊκή αντίφαση
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρηθεί ότι η άνοδος της Le Pen και της AfD οφείλεται αποκλειστικά στη Ρωσία.
Δεν οφείλεται.
Η μετανάστευση, η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση, η οικονομική στασιμότητα, η δυσπιστία απέναντι στις ελίτ, η κρίση εκπροσώπησης και η κόπωση από τα παραδοσιακά κόμματα είναι βαθύτερες αιτίες.
Όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει ως ο συνδετικός κρίκος όλων αυτών των δυσαρεσκειών.
Ενέργεια. Δημόσιο χρήμα. Άμυνα. Φόροι. Κυρώσεις. Βιομηχανία. Ρωσία. Βρυξέλλες.
Όλα καταλήγουν στην ίδια πολιτική ερώτηση:
«Ποιος πληρώνει και ποιος αποφασίζει;»
Αν η απάντηση που θα δίνουν τα ευρωπαϊκά κόμματα εξουσίας δεν πείθει τους ψηφοφόρους, τότε η Le Pen στη Γαλλία και η AfD στη Γερμανία δεν θα χρειαστεί να κατακτήσουν την Ευρώπη.
Τους την παραδίδει η ίδια η κρίση εμπιστοσύνης του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος.
Και τότε το πραγματικό ευρωπαϊκό «μπουμέρανγκ» της πολιτικής απέναντι στη Ρωσία δεν θα είναι ότι η Μόσχα κέρδισε την Ευρώπη.
Θα είναι ότι η Ευρώπη, στην προσπάθειά της να θέσει τη Ρωσία ως ένα μείζονα στρατηγικό αντίπαλο, βοήθησε άθελά της να ενισχυθούν εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα την μετασχηματίσουν εκ βάθρων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών