Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Scope: Ανούσια αναβάθμιση πολιτικού τύπου της Ελλάδας σε BBB+, σταθερό το outlook - Βουνό το χρέος, επιμένει ο πληθωρισμός

Scope: Ανούσια αναβάθμιση πολιτικού τύπου της Ελλάδας σε BBB+, σταθερό το outlook - Βουνό το χρέος, επιμένει ο πληθωρισμός
Η Scope επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει καταγράψει σταθερά καλύτερες οικονομικές επιδόσεις σε σχέση με την ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια
Σχετικά Άρθρα
Σε αναβάθμιση πολιτικού τύπου της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας σε BBB+ από BBB προχώρησε η Scope Ratings, διατηρώντας σταθερό το outlook, σε μια κίνηση που φέρνει τη χώρα ένα βήμα πριν από την κατηγορία Α.
Ωστόσο, πίσω από την αναβάθμιση παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, με το δημόσιο χρέος να παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και τον πληθωρισμό να εξακολουθεί να ασκεί πιέσεις στην ελληνική οικονομία.
Με τη νέα αξιολόγηση, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο της κατηγορίας BBB στην επενδυτική βαθμίδα, ενώ βρίσκεται μόλις μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α, η οποία αποτελεί το επόμενο σημαντικό ορόσημο για την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.
Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση του εκδότη επιβεβαιώθηκε στο S-2, τόσο σε τοπικό όσο και σε ξένο νόμισμα. Σύμφωνα με τους Ορισμούς Αξιολόγησης της Scope, όπως επικαιροποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025, οι προοπτικές δεν εφαρμόζονται στις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις. Ως εκ τούτου, οι σταθερές προοπτικές για τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις S-2 της Ελλάδας αποσύρθηκαν, καθώς η συγκεκριμένη κατηγορία αξιολόγησης θεωρείται πλέον μη σχετική.
Η αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ αντανακλά, σύμφωνα με τη Scope, δύο βασικούς παράγοντες: αφενός, την ταχεία αποκλιμάκωση του δείκτη δημόσιου χρέους και τη βελτίωση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, χάρη στα υψηλά και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Αφετέρου, τη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, με τη στήριξη της σταθερής εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, της ισχυρής επενδυτικής δυναμικής και των σημαντικών επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ.
Η Scope επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει καταγράψει σταθερά καλύτερες οικονομικές επιδόσεις σε σχέση με την ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια, γεγονός που ενισχύει τις ενδείξεις για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της οικονομίας σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Ταχεία μείωση του χρέους και ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα

Η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή, υποστηριζόμενη από την αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και τη συνετή διαχείριση των δημόσιων δαπανών. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ.
Η δημοσιονομική επίδοση παρέμεινε ανθεκτική και το 2026, παρά το λιγότερο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, γεγονός που, σύμφωνα με τη Scope, καταδεικνύει την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας και τη συνεχιζόμενη προσήλωση των αρχών στη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.
Η Scope εκτιμά ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ. Το ονομαστικό δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 3% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να φτάσει περίπου στο 4,1% του ΑΕΠ. Αν και το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σταδιακά στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, λόγω μιας μετρημένης δημοσιονομικής επέκτασης που θα προέλθει από υψηλότερες συνταξιοδοτικές δαπάνες και προσωρινά μέτρα στήριξης της ενέργειας, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να συνεχίσουν να στηρίζουν τη μείωση του χρέους.
Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, με τη στήριξη θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, έχει βελτιώσει σημαντικά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Ο λόγος φόρων προς ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ ενισχύθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο.
Η Scope εκτιμά ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.

Τα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές διαφορές μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίων, συνεχίζουν να επιταχύνουν τη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Η μέση αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ανήλθε περίπου στο 1%.
Η Scope προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027. Σε συνδυασμό με τη διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, αυτό αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση του δημόσιου χρέους περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με επιπλέον στήριξη από τις πρόωρες αποπληρωμές του ανεξόφλητου δημόσιου χρέους.
Η Scope προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους, περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Παράλληλα, ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026, πριν υποχωρήσει, ενώ η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.
Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωσή του, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής, χαμηλό κίνδυνο αναχρηματοδότησης, σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα και υψηλό ποσοστό ευνοϊκής χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα.
Περίπου 70% του δημόσιου χρέους οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026. Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονται σε περίπου 31 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ, παρέχοντας σημαντικό απόθεμα ασφαλείας έναντι πιθανών αναταράξεων στις αγορές.
Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ οι πληρωμές τόκων ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να παραμείνουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, με μέσο όρο 6,8% την περίοδο 2026-2031.
Σε συνδυασμό με την προληπτική διαχείριση του χρέους, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την οικονομική βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και συγκρίνονται ευνοϊκά με εκείνη αρκετών κρατών που εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους. Ως αποτέλεσμα, η Scope εκτιμά ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έχει βελτιωθεί σημαντικά, στηρίζοντας την αναβάθμιση σε BBB+, παρά το γεγονός ότι το επίπεδο του δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό.

Βελτιωμένη οικονομική ανθεκτικότητα και προοπτικές ανάπτυξης

Η οικονομική επίδοση της Ελλάδας έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας ολοένα περισσότερες ενδείξεις αυξημένης ανθεκτικότητας σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο.
Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ ανήλθε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, ενώ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027, παρά το δυσκολότερο εξωτερικό περιβάλλον.
Η ανάπτυξη έχει ευρεία βάση και στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις υψηλές τουριστικές εισπράξεις, στην αύξηση των επενδύσεων, στη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών έχει διαδραματίσει η ανάκαμψη των επενδύσεων. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους δικαιούχους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, με τα σχετικά κεφάλαια να κατευθύνονται στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση.
Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη φορολογία και το επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν βελτιώσει περαιτέρω τις συνθήκες για επενδύσεις. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 70% των διαθέσιμων κονδυλίων, γεγονός που, σύμφωνα με τη Scope, αντανακλά την ισχυρή ικανότητα υλοποίησης και τη συνεχή πολιτική δέσμευση.
Η Scope εκτιμά ότι οι εξελίξεις αυτές στηρίζουν μια πιο θετική αξιολόγηση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας. Ωστόσο, παραμένει αβεβαιότητα σχετικά με τον βαθμό στον οποίο τα πρόσφατα επενδυτικά κέρδη θα μετατραπούν σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, υψηλότερη δραστηριότητα προστιθέμενης αξίας και ισχυρότερη εξαγωγική ανταγωνιστικότητα.
Η Scope αναμένει επίσης σε γενικές γραμμές συνέχεια στην οικονομική πολιτική μετά τις βουλευτικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για το 2027. Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης ενδέχεται να καταστεί πιο σύνθετος, η Scope εκτιμά ότι ο κίνδυνος σημαντικής αλλαγής πολιτικής παραμένει περιορισμένος.
Τα ισχυρά δημοσιονομικά και οικονομικά αποτελέσματα των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία του υφιστάμενου πλαισίου πολιτικής, ενώ η ευρεία πολιτική συναίνεση γύρω από τις βασικές δημοσιονομικές και οικονομικές προτεραιότητες στηρίζει τη συνέχεια. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη υλοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο ενισχύουν περαιτέρω τη δέσμευση για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και συνετή δημοσιονομική πολιτική.

Προκλήσεις: υψηλό δημόσιο χρέος, διαρθρωτικές αδυναμίες και εξωτερικές ευπάθειες

Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στη ζώνη του ευρώ και εξακολουθεί να επιβαρύνει το πιστωτικό προφίλ της χώρας σε σύγκριση με κράτη υψηλότερης αξιολόγησης.
Η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους της Scope δείχνει συνεχή και ανθεκτική αποκλιμάκωση του δείκτη, με τη στήριξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων που προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2031, της ευνοϊκής δυναμικής ανάπτυξης και επιτοκίων και της ευνοϊκής διάρθρωσης του χρέους.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει από 145,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 110% το 2031. Ωστόσο, η Scope αναμένει ότι ο ρυθμός αποκλιμάκωσης θα επιβραδυνθεί σταδιακά, καθώς θα μετριαστεί η ονομαστική ανάπτυξη, θα εξομαλυνθεί το κόστος δανεισμού και θα ενταθούν οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο του χρέους αναμένεται να παραμείνει υψηλό σε σχέση με άλλες χώρες για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας τη δημοσιονομική ευελιξία και καθιστώντας την Ελλάδα περισσότερο ευάλωτη σε δυσμενείς οικονομικές διαταραχές.
Ένας ακόμη περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση είναι το μέτριο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας, το οποίο εκτιμάται περίπου στο 1,3%. Η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή παραγωγικότητα, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Παρά την επιτάχυνση των επενδύσεων, που υποστηρίζεται από ευρωπαϊκά προγράμματα, την αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, απαιτούνται περαιτέρω ενδείξεις ότι οι επενδύσεις αυτές θα οδηγήσουν σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και υψηλότερο αναπτυξιακό δυναμικό.
Τέλος, η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει σημαντικά ασθενέστερη από εκείνη των περισσότερων ομολόγων της και εξακολουθεί να περιορίζει την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.
Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνουν υψηλά, περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, αντανακλώντας τις διαρθρωτικά χαμηλές εγχώριες αποταμιεύσεις, την ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές που συνδέεται με τις επενδύσεις και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια.
Ως αποτέλεσμα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας (NIIP) παραμένει μεταξύ των ασθενέστερων στη ζώνη του ευρώ, στο -142% του ΑΕΠ το 2025, αντανακλώντας το υψηλό απόθεμα εξωτερικών υποχρεώσεων.
Η κατάσταση αυτή καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο εξαρτημένη από την εξωτερική χρηματοδότηση και ευάλωτη σε δυσμενείς μεταβολές των συνθηκών χρηματοδότησης σε σχέση με κράτη υψηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης. Μια διαρκής μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και σταδιακή βελτίωση της NIIP θα ενίσχυαν την εξωτερική ανθεκτικότητα της Ελλάδας και θα στήριζαν ένα ισχυρότερο πιστωτικό προφίλ μεσοπρόθεσμα.

Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την αξιολόγηση

Οι σταθερές προοπτικές αντανακλούν την εκτίμηση της Scope ότι οι κίνδυνοι για την αξιολόγηση κατά τους επόμενους 12 έως 18 μήνες είναι ισορροπημένοι.
Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θετική εξέλιξη της αξιολόγησης είναι, μεταξύ άλλων:

- Η διαρθρωτική ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ελλάδας μέσω βιώσιμης εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, ισχυρότερων επενδύσεων και αύξησης της παραγωγικότητας.
- Η διαρκής βελτίωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.
- Η διατηρήσιμη βελτίωση των βασικών δημοσιονομικών μεγεθών, η οποία θα οδηγούσε σε σημαντικά χαμηλότερο βάρος δημόσιου χρέους.

Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αρνητική εξέλιξη της αξιολόγησης είναι:

- Σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών, με αποτέλεσμα διαρκή απόκλιση από την προβλεπόμενη πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους και επιδείνωση των δεικτών βιωσιμότητάς του.
- Διαρκής αποδυνάμωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των αναπτυξιακών προοπτικών, μέσω αντιστροφής της προόδου στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, χαμηλότερων επενδύσεων και επιβράδυνσης της παραγωγικότητας.
- Επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.
- Κυρίαρχο Ποσοτικό Μοντέλο και Ποιοτικός Πίνακας Βαθμολογίας

Το Κυρίαρχο Ποσοτικό Μοντέλο (SQM) της Scope, το οποίο αξιολογεί τα βασικά θεμελιώδη πιστωτικά μεγέθη της χώρας, έδωσε μια αρχική ενδεικτική πιστοληπτική αξιολόγηση «bbb» για την Ελλάδα, η οποία εγκρίθηκε από την επιτροπή αξιολόγησης.
Με βάση τη μεθοδολογία της Scope, η ενδεικτική αξιολόγηση λαμβάνει θετική προσαρμογή μίας βαθμίδας λόγω της μεθοδολογικής προσαρμογής του αποθεματικού νομίσματος και καμία αρνητική προσαρμογή λόγω του πολιτικού κινδύνου. Ως αποτέλεσμα, η τελική ποσοτική αξιολόγηση SQM διαμορφώνεται σε «bbb+» και εξετάζεται από τον Ποιοτικό Πίνακα Βαθμολογίας (QS), ο οποίος μπορεί να μεταβάλει την αξιολόγηση έως και τρεις βαθμίδες, ανάλογα με τα ποιοτικά πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα της Ελλάδας σε σύγκριση με μια ομάδα κρατών-ομολόγων.
Η Scope εντόπισε ως βασικά πιστωτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας στο πλαίσιο του QS το δημοσιονομικό πλαίσιο, το προφίλ του χρέους και την επενδυτική βάση, τη διάρθρωση του εξωτερικού χρέους και τους παράγοντες διακυβέρνησης.
Αντίθετα, ως βασικές αδυναμίες καταγράφηκαν το αναπτυξιακό δυναμικό και οι προοπτικές, η μακροοικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα, η ανθεκτικότητα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες.
Συνολικά, το QS δεν επέφερε καμία προσαρμογή στην πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας, με αποτέλεσμα η τελική μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του εκδότη να διαμορφωθεί σε BBB+.
Η επιτροπή αξιολόγησης συζήτησε και επιβεβαίωσε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και διακυβερνητικοί παράγοντες

Η Scope ενσωματώνει ρητά τους παράγοντες ESG στη διαδικασία αξιολόγησης, μέσω του αυτόνομου πυλώνα ESG που αφορά στον κίνδυνο ελλείμματος στη μεθοδολογία αξιολόγησης κρατών. Ο πυλώνας αυτός έχει σημαντική στάθμιση 20% τόσο στο ποσοτικό μοντέλο (SQM) όσο και στην ποιοτική αξιολόγηση (QS).
Λόγω της υψηλής περιβαλλοντικής ευπάθειας της χώρας και των σημαντικών επενδύσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των κινδύνων μετάβασης και των φυσικών κινδύνων, η Scope αξιολογεί τους περιβαλλοντικούς παράγοντες ως «Αδύναμους».
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, κυρίως πετρέλαιο και φυσικό αέριο, γεγονός που την εκθέτει σε κινδύνους ενεργειακής ασφάλειας και σε κινδύνους που συνδέονται με την ενεργειακή μετάβαση. Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει αυξημένη έκθεση σε φυσικούς κλιματικούς κινδύνους, όπως πυρκαγιές, καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες, οι οποίοι δημιουργούν ολοένα μεγαλύτερες προκλήσεις για τις υποδομές, τον τουρισμό, τη γεωργία και τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανθεκτικότητα.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει ενισχύσει το θεσμικό πλαίσιο για το κλίμα μέσω του Κλιματικού Νόμου και του επικαιροποιημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), τα οποία θέτουν φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στηρίζουν τη συνεχιζόμενη απανθρακοποίηση της οικονομίας.

Παρά τη σημαντική πρόοδο στη μείωση των εκπομπών και στην αύξηση της δυναμικότητας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές ανάγκες προσαρμογής και επενδύσεων.
Η Scope αξιολογεί τους κοινωνικούς κινδύνους και τις πολιτικές αντιδράσεις στην Ελλάδα ως γενικά ισορροπημένους, αποδίδοντας «Ουδέτερη» αξιολόγηση. Η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό παραμένει μέτρια σε σύγκριση με ορισμένες άλλες χώρες της ευρωζώνης, ενώ εξακολουθούν να υφίστανται κοινωνικές ανισότητες μεταξύ συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων.
Οι προκλήσεις αυτές αντισταθμίζονται από γενικά επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ άλλων στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας, καθώς και από μέτρα πολιτικής που αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινωνικής ένταξης και στην αντιμετώπιση των περιορισμών της αγοράς εργασίας.
Τέλος, η Scope αξιολογεί τους παράγοντες διακυβέρνησης ως «Ισχυρούς», αντανακλώντας το ισχυρό θεσμικό πλαίσιο της Ελλάδας, τη συνεχιζόμενη μεταρρυθμιστική πορεία και την ευνοϊκή κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής.

Η Ελλάδα επωφελείται από ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον και από την ισχυρή θεσμική της ενσωμάτωση στη ζώνη του ευρώ. Τα τελευταία χρόνια έχει διατηρήσει τη δυναμική των μεταρρυθμίσεων, μεταξύ άλλων στη δημόσια διοίκηση, την είσπραξη φόρων, την ψηφιοποίηση και την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα. Οι εξελίξεις αυτές έχουν ενισχύσει την ικανότητα εφαρμογής πολιτικών και την αποτελεσματικότητα των θεσμών.

Σύμφωνα με τη Scope, οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την προβλεψιμότητα της πολιτικής, την αποτελεσματική οικονομική διαχείριση και την ικανότητα της κυβέρνησης να εφαρμόζει διαρθρωτικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις όταν απαιτείται.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης