Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Σοκ και δέος από Gentiloni: Πλησιάζουμε στη μεγαλύτερη κρίση χρέους στην Ιστορία - Στο χείλος του γκρεμού η οικονομία

Σοκ και δέος από Gentiloni: Πλησιάζουμε στη μεγαλύτερη κρίση χρέους στην Ιστορία - Στο χείλος του γκρεμού η οικονομία
Τα διογκούμενα χρέη και οι αβέβαιες προοπτικές σπρώχνουν τα κράτη και τις αγορές σε μια επικίνδυνη ζώνη μηδενικών αντοχών…
Το εφιαλτικό σενάριο πρωτοφανούς οικονομικής ασφυξίας φέρνει στο προσκήνιο η ηχηρή παρέμβαση μέσω Project Syndicate του πρώην Ευρωπαίου Επίτροπου Οικονομίας και νυν μέλος ομάδας εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για το χρέος, Paolo Gentiloni.
Τα διογκούμενα χρέη και οι αβέβαιες προοπτικές σπρώχνουν τα κράτη και τις αγορές σε μια επικίνδυνη ζώνη μηδενικών αντοχών.
Μπροστά στο φάσμα μιας ιστορικής κατάρρευσης, τα περιθώρια στενεύουν και η ανάγκη για άμεση αλλαγή πορείας γίνεται πλέον ζήτημα επιβίωσης.
Σύμφωνα με τον Gentiloni, ο κόσμος πλησιάζει όλο και περισσότερο σε μια παγκόσμια κρίση χρέους.
Ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να αποτέλεσε τη σπίθα, όμως η εύφλεκτη ύλη συσσωρευόταν εδώ και αρκετό καιρό.
Έπειτα από μια δεκαετία συσσώρευσης χρέους, τα υψηλότερα επιτόκια και οι αυξανόμενες ανάγκες αναχρηματοδότησης έχουν καταστήσει την παγκόσμια οικονομία ολοένα πιο ευάλωτη σε κλυδωνισμούς.
Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις ωθούν προς τα πάνω τις τιμές στην Ενέργεια, ενώ οι νέες πληθωριστικές πιέσεις δοκιμάζουν τα όρια της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής του χρέους.
Οι προοπτικές είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές για τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου το δημόσιο χρέος ανήλθε συνολικά σε 35 τρισ. δολάρια το 2025, σημειώνοντας αύξηση 10,5% μέσα σε έναν χρόνο.
Σύμφωνα με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη, «η διάμεση αναπτυσσόμενη χώρα δαπανά πλέον περίπου το 9,5% των κρατικών εσόδων της για την καταβολή τόκων, το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων 25 ετών».
Τριάντα δύο χώρες χαμηλού εισοδήματος βρίσκονται ήδη σε κατάσταση υπερχρέωσης ή αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο να περιέλθουν σε αυτήν.
Ωστόσο, οι αναδιαρθρώσεις χρέους με ιδιώτες πιστωτές διαρκούν κατά μέσο όρο 2,5 χρόνια, δηλαδή διπλάσιο χρόνο σε σύγκριση με τη διαδικασία πριν από την πανδημία.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι το ύψος των οφειλών των χωρών, αλλά το κόστος και η έλλειψη πρόσβασης σε νέα χρηματοδότηση.
Το πραγματικό κόστος των τόκων αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα πολλών χωρών να εξυπηρετούν τα χρέη τους μέσω των εξαγωγικών εσόδων και των δημοσιονομικών τους πόρων, ενώ αυτή η απόκλιση ενδέχεται να διευρυνθεί περαιτέρω.
Ακόμη και χώρες των οποίων οι βασικοί δείκτες χρέους προς ΑΕΠ έχουν σταθεροποιηθεί μπορεί να αντιμετωπίσουν σοβαρές πιέσεις ρευστότητας, εάν αναγκαστούν να αναχρηματοδοτήσουν μεγάλους όγκους χρέους με πολύ υψηλότερα επιτόκια.
Το πρόβλημα αυτό δεν περιορίζεται στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Οι συνολικές δαπάνες τόκων των χωρών του ΟΟΣΑ έχουν ξεπεράσει τα 2 τρισ. δολάρια.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απορροφούν τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων μέσω της αυξανόμενης προσφυγής τους στον δημόσιο δανεισμό, ενώ οι γιγαντιαίες εταιρείες υποδομών τεχνητής νοημοσύνης (AI hyperscalers) στρέφονται όλο και περισσότερο και οι ίδιες στις αγορές ομολόγων.
Την ίδια στιγμή, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες και οι μεγάλες νέες δημοσιονομικές δεσμεύσεις απειλούν να εντείνουν περαιτέρω τις ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια.
Όταν ο μεγαλύτερος δανειολήπτης στον κόσμο δανείζεται σχεδόν χωρίς περιορισμούς, οι χώρες με πολύ μικρότερες χρηματοδοτικές ανάγκες μπορεί να καταλήγουν να πληρώνουν το τίμημα.
Αυτό το χαρακτηριστικό της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής του χρέους είναι άδικο και μη βιώσιμο.
Οι χώρες που δανείστηκαν με σύνεση μπορούν και πάλι να βρεθούν υπό ασφυκτική πίεση εξαιτίας αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού.
Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα αδιέξοδο δίλημμα: είτε να πληρώνουν περισσότερα για να αναχρηματοδοτούν το υφιστάμενο χρέος τους είτε να περικόπτουν τις δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση, τις υποδομές και τις παραγωγικές επενδύσεις.
Η λύση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά η πολιτική λιτότητας.
Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται τελικά από την παραγωγική ικανότητα που δημιουργεί την ανάπτυξη, τα έσοδα και τα συναλλαγματικά αποθέματα του αύριο.
Η δημοσιονομική πειθαρχία έχει σημασία, εξίσου σημαντική όμως είναι και η προστασία των δημόσιων επενδύσεων που απαιτούνται για να καταστεί το χρέος βιώσιμο.

Τα καλά και τα… κακά νέα

Τα καλά νέα είναι ότι η διεθνής κοινότητα δεν ξεκινά από το μηδέν, σημειώνει ο πρώην επίτροπος.
Αρκετές μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν πέρυσι στη Σεβίλλη, στην 4η Διεθνή Διάσκεψη για τη Χρηματοδότηση της Ανάπτυξης, έχουν ήδη αποδείξει στην πράξη τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους.
Οι ρήτρες αναστολής εξυπηρέτησης του χρέους τυποποιούνται• έχουν δοκιμαστεί καινοτόμες ανταλλαγές χρέους χάριν αναπτυξιακής χρηματοδότησης• το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα μόλις ενέκριναν αλλαγές στο πλαίσιο αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους τους• οι ρήτρες συλλογικής δράσης εφαρμόζονται όλο και ευρύτερα• και μια νέα Πλατφόρμα Δανειοληπτών δίνει στις χώρες-οφειλέτες ισχυρότερη φωνή.
Οι αγορές αρχίζουν να δίνουν προσοχή στις εξελίξεις αυτές.
Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s θεωρεί πλέον τη δυνατότητα αναστολής της εξυπηρέτησης του χρέους θετική για την πιστοληπτική αξιολόγηση, υποδεικνύοντας ότι η ενεργοποίηση μιας συμβατικής ρήτρας αναστολής δεν θα αντιμετωπίζεται ως αθέτηση υποχρεώσεων.
Με αυτή και μόνο την αλλαγή εξαλείφθηκε ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δίσταζαν να κάνουν χρήση τέτοιων ρητρών.
Ωστόσο, η δική μας ομάδα εμπειρογνωμόνων έχει εντοπίσει ένα κρίσιμο κενό στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της Σεβίλλης: τα απαραίτητα εργαλεία υπάρχουν, αλλά δεν αποτελούν ακόμη καθιερωμένη πρακτική, όπως αναλύεται στην έκθεση εφαρμογής του Οκτωβρίου 2026 της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων για το Χρέος.
Αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σοβαρό πρόβλημα, δεδομένων των σημερινών μακροοικονομικών συνθηκών.
Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, οι χώρες δεν μπορούν να περιμένουν χρόνια μέχρι να ενσωματωθούν νέες διατάξεις στις συμβάσεις ή στη νομοθεσία.
Χρειάζονται επειγόντως μια διαδικασία προσωρινής αναστολής της εξυπηρέτησης του χρέους, κατά το πρότυπο της Πρωτοβουλίας Αναστολής Εξυπηρέτησης Χρέους (DSSI) της G20, η οποία θεσπίστηκε κατά την πανδημία.
Αυτή η δυνατότητα θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλες τις χώρες που αντιμετωπίζουν οξείες χρηματοδοτικές πιέσεις, ενώ θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών (MDBs).
Παρέχοντας άμεση ανακούφιση ως προς τη ρευστότητα, μπορούμε να αποτρέψουμε τη μετατροπή του σημερινού προβλήματος αναχρηματοδότησης σε αυριανή κρίση φερεγγυότητας.
Ταυτόχρονα, η χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους πρέπει να αυξηθεί σημαντικά και να καταστεί πιο προβλέψιμη.
Δεδομένου ότι οι πρόσθετες πηγές δανεισμού και αναχρηματοδότησης αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα του χρέους, οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες θα πρέπει να αυξήσουν τους πόρους που διαθέτουν για χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους, τις εγγυήσεις και τη χρηματοδότηση που αντισταθμίζει τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου.
Θα πρέπει επίσης να κινητοποιηθεί το ευρύτερο δίκτυο δημόσιων αναπτυξιακών τραπεζών, οι οποίες είναι πλέον ενωμένες στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Finance in Common, ώστε να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κατάστασης.
Όπου και όποτε αυτό είναι εφικτό, οι χώρες θα πρέπει επίσης να διαφοροποιούν τα νομίσματα στα οποία δανείζονται, να ενισχύουν τη διαχείριση του δημόσιου χρέους σε εθνικό επίπεδο και τα αποθέματα ρευστότητας ασφαλείας, καθώς και να αναπτύσσουν στρατηγικές χρηματοδότησης που λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τους συναλλαγματικούς κινδύνους και τους κινδύνους αναχρηματοδότησης.
Τέλος, οι αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους πρέπει να διακρίνουν τις πιέσεις ρευστότητας από την αφερεγγυότητα και να συνυπολογίζουν τα υψηλότερα επιτόκια που διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τις ασταθείς εξαγωγικές εισπράξεις, τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, καθώς και την αξία των επενδύσεων που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την παραγωγική ικανότητα.
Σύμφωνα με τον Gentiloni, η πρόσφατα εγκεκριμένη αναθεώρηση του Πλαισίου Ανάλυσης Βιωσιμότητας του Χρέους για τις Χώρες Χαμηλού Εισοδήματος (LIC-DSF) του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Θα ωθήσει και τους δύο οργανισμούς να υιοθετήσουν αξιολογήσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, θα εντάξει το εγχώριο χρέος στην ανάλυση και θα εισαγάγει δείκτες ρευστότητας —τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες και τις πληρωμές τόκων ως ποσοστό των εσόδων— ώστε να διαχωρίζονται οι ενδείξεις πιέσεων ρευστότητας από εκείνες της αφερεγγυότητας.
Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές θα τεθούν σε εφαρμογή μόλις από τα μέσα του 2027 και δεν θα καλύπτουν τις χώρες που έχουν συνήθως πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Αυτό σημαίνει ότι οι θεσμοί που είναι αρμόδιοι για την προώθηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων βρίσκονται μπροστά σε μια επιλογή.
Η G20, ιδίως υπό την προεδρία του Ηνωμένου Βασιλείου το επόμενο έτος, μπορεί να μετατρέψει τη δηλωμένη δέσμευσή της για τη διευκόλυνση του συντονισμού μεταξύ των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος όσον αφορά το χρέος τους σε πρακτικές μεταρρυθμίσεις του Κοινού Πλαισίου για την Αντιμετώπιση του Χρέους (Common Framework for Debt Treatments).
Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα μπορούν να επιταχύνουν την εφαρμογή του αναθεωρημένου LIC-DSF και να επεκτείνουν την εφαρμογή του στις χώρες που έχουν πρόσβαση στις αγορές.
Οι πιστωτές και οι δανειολήπτες μπορούν να μετατρέψουν τις ανταλλαγές χρέους από μεμονωμένες καινοτόμες πρωτοβουλίες σε επαναλαμβανόμενα και ευρέως εφαρμόσιμα εργαλεία.
Και οι δανειολήπτριες χώρες μπορούν να εξελίξουν την Πλατφόρμα Δανειοληπτών σε έναν σταθερό και διαρκή θεσμό.
Η αρχιτεκτονική που συμφωνήθηκε στη Σεβίλλη σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει παγκόσμιους κλυδωνισμούς.
Οι κλυδωνισμοί έχουν πλέον φτάσει, αλλά η εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων δεν έχει προχωρήσει αντίστοιχα.
Οι χώρες που ήδη επωμίζονται τα μεγαλύτερα βάρη χρηματοδότησης δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν μέχρι να προλάβουν οι μεταρρυθμίσεις τις εξελίξεις, καταλήγει ο πρώην επίτροπος.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης