Γράφει ο Νικόλαος Γεωργικόπουλος, Καθηγητής στο Rutgers Business School, USA. Ερευνητικός Συνεργάτης στο Stern School of Business – NYU (USA). Πρόεδρος Επιτροπής στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ). Σύμβουλος Αναπτυξιακής Πολιτικής της Δημάρχου Πεντέλης και Συνεργάτης του Δημάρχου Αμαρουσίου
Ρευστότητα, πιστωτική επέκταση και ο μετασχηματισμός του αναπτυξιακού υποδείγματος
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εισέρχεται σε μια νέα φάση ωρίμανσης. Μετά από μια μακρά περίοδο κατά την οποία η συζήτηση επικεντρωνόταν πρωτίστως στην εξυγίανση των ισολογισμών, στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον σε ένα διαφορετικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό ένα ισχυρότερο και περισσότερο ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα μπορεί να μετατρέψει τη διαθέσιμη ρευστότητα σε παραγωγική χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας;
Τα στοιχεία του εννεαμήνου του 2026 αποτυπώνουν μια σαφώς βελτιωμένη εικόνα. Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών ενισχύθηκε περαιτέρω, η κεφαλαιακή τους επάρκεια και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα και η ρευστότητα παρέμεινε υψηλότερη από τον μέσο όρο της Τραπεζικής Ένωσης.
Παράλληλα, οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης και των προοπτικών των τραπεζών σηματοδοτούν μια ουσιαστικότερη αποκατάσταση της πρόσβασής τους στις αγορές.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης.
Η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
Η μακροοικονομική της αξία εξαρτάται τελικά από την ικανότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να διοχετεύουν αποταμιευτικούς πόρους σε βιώσιμες επενδύσεις, επιτυγχάνοντας αποτελεσματική κατανομή του κεφαλαίου με επαρκή τιμολόγηση και διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου.
Η ρευστότητα ως στρατηγικό πλεονέκτημα
Η διάρθρωση των πηγών χρηματοδότησης των τραπεζών είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.
Κατά το εννεάμηνο του 2026, οι καταθέσεις και οι συμφωνίες επαναγοράς (repos) από νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 16,8 δισ. ευρώ ή 6,8%. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμβολή των καταθέσεων όψεως.
Πρόκειται για σχετικά χαμηλού κόστους χρηματοδότηση για τις τράπεζες, η οποία συγκρατεί το μέσο κόστος παθητικού και, υπό προϋποθέσεις, υποστηρίζει το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο.
Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές τράπεζες άντλησαν επιπλέον 4 δισ. ευρώ, αύξηση 16,9%, από τις εγχώριες και διεθνείς αγορές μέσω εκδόσεων χρεογράφων.
Παράλληλα, οι υποχρεώσεις έναντι λοιπών νομισματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αυξήθηκαν κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 13,1%.
Η σημασία των παραπάνω δεν περιορίζεται στο απόλυτο ύψος της διαθέσιμης ρευστότητας. Αφορά και τη διαφοροποίηση της χρηματοδοτικής βάσης των τραπεζών.
Ένα πιστωτικό ίδρυμα που στηρίζεται στις καταθέσεις, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και στη διατραπεζική χρηματοδότηση βρίσκεται, ceteris paribus, σε καλύτερη θέση να απορροφήσει εξωγενείς διαταραχές χρηματοδότησης. Αυτό αποτελεί μια ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες περιόδους της ελληνικής τραπεζικής ιστορίας.
Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο την επάρκεια ρευστότητας αλλά και την ποιότητα, το κόστος και τη διαφοροποίηση των πηγών της.
Από τη ρευστότητα στην πιστωτική διαμεσολάβηση
Η ύπαρξη πλεονάζουσας ρευστότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποτελεσματική πιστωτική επέκταση.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο για την οικονομική ανάλυση της σημερινής συγκυρίας.
Η μετάδοση της τραπεζικής ρευστότητας στην πραγματική οικονομία εξαρτάται από τη ζήτηση για χρηματοδότηση, την πιστοληπτική ποιότητα των υποψήφιων δανειοληπτών, το κόστος κεφαλαίου, τις απαιτήσεις των τραπεζών ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο και, κυρίως, την ύπαρξη επενδυτικών σχεδίων με θετική αναμενόμενη καθαρή παρούσα αξία.
Στο επίπεδο των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, η τραπεζική χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων επιβραδύνθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, διατηρήθηκε όμως σε υψηλά επίπεδα. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η αλληλεπίδραση τραπεζικών κεφαλαίων και δημόσιων ή ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Προγράμματα συγχρηματοδότησης, εγγυοδοτικοί μηχανισμοί και κυρίως τα δάνεια του Recovery and Resilience Facility (RRF) λειτουργούν ως καταλύτες για την αύξηση της προσφοράς επιχειρηματικής πίστης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τράπεζες δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως αυτόνομοι χρηματοδότες. Μετατρέπονται, σε σημαντικό βαθμό, σε κόμβους ενός ευρύτερου χρηματοδοτικού οικοσυστήματος στο οποίο συνυπάρχουν ιδιωτικοί τραπεζικοί πόροι, ευρωπαϊκά κεφάλαια, εγγυήσεις και ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων.
Η μόχλευση του RRF και το επενδυτικό αποτέλεσμα
Από μακροοικονομική σκοπιά, το πλέον ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του RRF είναι ακριβώς η δυνατότητα μόχλευσης ιδιωτικών πόρων.
Για την περίοδο 2022-2026, οι πόροι του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» ανέρχονται συνολικά σε 36 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,3 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 17,7 δισ. ευρώ δάνεια. Στο δανειακό σκέλος, οι συμβάσεις που είχαν υπογραφεί έως την καταληκτική ημερομηνία της 29ης Μαΐου 2026 αντιστοιχούσαν σε επενδύσεις συνολικού προϋπολογισμού 29,2 δισ. ευρώ. Από αυτά, 13,2 δισ. ευρώ προέρχονται από δάνεια RRF, 9,4 δισ. ευρώ από τραπεζικό δανεισμό και 6,6 δισ. ευρώ από ίδια συμμετοχή των επενδυτών.
Η διάρθρωση αυτή αποκαλύπτει τον πραγματικό οικονομικό μηχανισμό του προγράμματος.
Το RRF δεν υποκαθιστά την τραπεζική πίστη. Τη μοχλεύει. Δημιουργεί μια κατανομή χρηματοδότησης στην οποία ο δημόσιος-ευρωπαϊκός πόρος λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον τραπεζικό δανεισμό και την ιδιωτική συμμετοχή.
Από τη σκοπιά της θεωρίας της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, το μοντέλο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή μπορεί να περιορίζει μέρος των χρηματοδοτικών περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και ταυτόχρονα διατηρεί τον τραπεζικό μηχανισμό αξιολόγησης και παρακολούθησης του πιστωτικού κινδύνου.
Και η επίδρασή του δεν ολοκληρώνεται με τη λήξη του κύκλου υπογραφής νέων συμβάσεων.
Οι εκταμιεύσεις συναρτώνται με την πρόοδο των επενδυτικών σχεδίων και προβλέπεται να συνεχιστούν έως το 2029.
Συνεπώς, υπάρχει μια χρονική υστέρηση μεταξύ συμβασιοποίησης, εκταμίευσης, πραγματοποίησης της επένδυσης και τελικής μακροοικονομικής επίδρασης.
Η κρίσιμη διάσταση των ΜΜΕ
Η συμβολή των αναπτυξιακών χρηματοδοτικών εργαλείων γίνεται ακόμη σημαντικότερη όταν η ανάλυση μεταφέρεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το 2025 οι εκταμιεύσεις επιχειρηματικών τραπεζικών δανείων που υποστηρίχθηκαν από εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων πλησίασαν τα 4 δισ. ευρώ, έναντι 3,6 δισ. το 2024 και 2 δισ. το 2023.
Το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 20% των νέων τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις, αλλά περίπου στο 40% των νέων δανείων προς ΜΜΕ.
Η διαφορά είναι οικονομικά κρίσιμη. Υποδηλώνει ότι τα χρηματοδοτικά εργαλεία έχουν ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στο τμήμα της επιχειρηματικής οικονομίας στο οποίο οι περιορισμοί χρηματοδότησης τείνουν να είναι εντονότεροι.
Οι ΜΜΕ διαθέτουν συνήθως μικρότερη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές και συνεπώς η τραπεζική διαμεσολάβηση παραμένει καθοριστική για τη χρηματοδότησή τους.
Σε αυτό το επίπεδο θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό και η αναπτυξιακή αποτελεσματικότητα του νέου χρηματοδοτικού περιβάλλοντος: όχι απλώς στην αύξηση του συνολικού όγκου των πιστώσεων, αλλά στην ικανότητα διοχέτευσης πόρων προς παραγωγικές, εξωστρεφείς και καινοτόμες επενδύσεις.
Η κεφαλαιαγορά ως συμπληρωματικός μηχανισμός χρηματοδότησης
Παράλληλα με τις τράπεζες, ενισχύεται σταδιακά και η χρηματοδότηση μέσω εταιρικών ομολόγων.
Από την αρχή του 2026 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν εννέα εταιρικές εκδόσεις συνολικού ύψους 2,4 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη είναι σημαντική διότι ένα αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι σκόπιμο να εξαρτάται αποκλειστικά από τις τράπεζες.
Η ανάπτυξη βαθύτερων αγορών εταιρικού χρέους προσφέρει στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις εναλλακτικές πηγές άντλησης κεφαλαίων και μπορεί, μεσοπρόθεσμα, να περιορίζει τον βαθμό τραπεζοκεντρικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται και η εξάρτηση της ελληνικής χρηματοδότησης από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Μετά την πτωτική πορεία του 2025 και των αρχών του 2026, οι αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων αυξήθηκαν έπειτα από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ακολουθώντας την ευρύτερη ανοδική κίνηση των διεθνών ομολογιακών αποδόσεων.
Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης επομένως δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Μεταβάλλει τη φύση του και τους μηχανισμούς μετάδοσής του.
Η πρόκληση για τα νοικοκυριά
Η ισχυρή τραπεζική ρευστότητα δημιουργεί επίσης δυνατότητες επανενεργοποίησης της χρηματοδότησης των νοικοκυριών, ιδιαίτερα μέσω στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων.
Εδώ, όμως, απαιτείται μεγαλύτερη αναλυτική προσοχή.
Η αύξηση της προσφοράς πιστώσεων από μόνη της δεν αρκεί για την ανάπτυξη μιας υγιούς αγοράς στεγαστικής πίστης. Η μακροχρόνια βιωσιμότητά της προϋποθέτει συμβατότητα μεταξύ τιμών ακινήτων, διαθέσιμου εισοδήματος, επιτοκίων, δανειακής επιβάρυνσης και πιστοληπτικής ικανότητας των νοικοκυριών.
Με άλλα λόγια, η πρόκληση δεν είναι η επιστροφή σε ένα υπόδειγμα μεγιστοποίησης του όγκου της πίστωσης. Είναι η επίτευξη βιώσιμης πιστωτικής εμβάθυνσης, με χρηματοδότηση που δεν οδηγεί σε υπερβολική μόχλευση του ιδιωτικού τομέα.
Οι εξωτερικοί κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί
Η ισχυρότερη θέση του τραπεζικού συστήματος δεν συνεπάγεται ότι η ελληνική οικονομία λειτουργεί σε περιβάλλον χαμηλού κινδύνου.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι πιθανές διαταραχές στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να επηρεάσουν ταυτόχρονα το κόστος παραγωγής, την εξωτερική ζήτηση και τις επενδυτικές αποφάσεις.
Από τραπεζική άποψη, υπάρχει ένας επιπλέον μηχανισμός μετάδοσης.
Μια σοβαρή μακροοικονομική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών και, μέσω αυτής, την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.
Επομένως, η σημερινή βελτιωμένη εικόνα της ποιότητας ενεργητικού πρέπει να αντιμετωπίζεται δυναμικά και όχι στατικά.
Η ανθεκτικότητα ενός τραπεζικού συστήματος αποδεικνύεται τελικά όχι μόνο από τους δείκτες του σε περιόδους ανάπτυξης αλλά κυρίως από την ικανότητά του να απορροφά διαταραχές χωρίς να ενισχύει έναν αρνητικό πιστωτικό κύκλο.
Το πραγματικό στοίχημα: η ποιότητα της χρηματοδότησης
Η ανάλυση των δεδομένων οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα για την ελληνική οικονομία.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η ποσότητα του διαθέσιμου κεφαλαίου. Είναι η αποτελεσματικότητα της κατανομής του. Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισχυρότερη ρευστότητα, μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές και ένα σαφώς βελτιωμένο περιβάλλον χρηματοδότησης.
Παράλληλα, το RRF, οι αναπτυξιακές τράπεζες και τα ευρωπαϊκά εγγυοδοτικά εργαλεία έχουν δημιουργήσει έναν ενισχυμένο μηχανισμό κινητοποίησης πόρων.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτοί οι πόροι θα οδηγήσουν σε αύξηση του δυνητικού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας. Η διάκριση έχει πρωτεύουσα σημασία.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει πιστωτική επέκταση χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας. Μπορεί επίσης να καταγράφει υψηλές επενδύσεις σε ονομαστικούς όρους χωρίς ανάλογη βελτίωση της παραγωγικής της δυναμικότητας.
Συνεπώς, η αξιολόγηση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια δεν πρέπει να περιοριστεί στον ρυθμό αύξησης του τραπεζικού δανεισμού. Χρειάζεται να εξετάσουμε την κλαδική κατανομή της πίστωσης, την παραγωγικότητα των χρηματοδοτούμενων επενδύσεων, τη δυνατότητα των ΜΜΕ να αποκτήσουν πρόσβαση σε κεφάλαια, τον βαθμό καινοτομίας και εξωστρέφειας των επενδύσεων και την επίδρασή τους στο δυνητικό ΑΕΠ.
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα του 2026 βρίσκεται σε αισθητά διαφορετική θέση από εκείνη στην οποία βρισκόταν όταν το κυρίαρχο πρόβλημα ήταν η διαχείριση συσσωρευμένων προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Σήμερα, η ισχυρή ρευστότητα, η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης, η πρόσβαση στις αγορές και η αξιοποίηση του RRF δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια πιο ενεργή συμβολή των τραπεζών στην επενδυτική διαδικασία.
Ακριβώς όμως επειδή ο χρηματοδοτικός περιορισμός έχει αμβλυνθεί, το ερώτημα γίνεται περισσότερο απαιτητικό.
Η επόμενη δοκιμασία για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι απλώς εάν μπορεί να χορηγήσει περισσότερη πίστωση, αλλά εάν μπορεί να κατανείμει αποτελεσματικά το κεφάλαιο προς τις επενδύσεις με την υψηλότερη οικονομική και παραγωγική απόδοση.
Αυτή είναι, τελικά, η μετάβαση από την τραπεζική εξυγίανση στην αναπτυξιακή τραπεζική διαμεσολάβηση.
Και πιθανότατα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν όχι μόνο τον ρυθμό, αλλά κυρίως την ποιότητα της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας την επόμενη περίοδο.
www.bankingnews.gr
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εισέρχεται σε μια νέα φάση ωρίμανσης. Μετά από μια μακρά περίοδο κατά την οποία η συζήτηση επικεντρωνόταν πρωτίστως στην εξυγίανση των ισολογισμών, στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον σε ένα διαφορετικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό ένα ισχυρότερο και περισσότερο ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα μπορεί να μετατρέψει τη διαθέσιμη ρευστότητα σε παραγωγική χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας;
Τα στοιχεία του εννεαμήνου του 2026 αποτυπώνουν μια σαφώς βελτιωμένη εικόνα. Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών ενισχύθηκε περαιτέρω, η κεφαλαιακή τους επάρκεια και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα και η ρευστότητα παρέμεινε υψηλότερη από τον μέσο όρο της Τραπεζικής Ένωσης.
Παράλληλα, οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης και των προοπτικών των τραπεζών σηματοδοτούν μια ουσιαστικότερη αποκατάσταση της πρόσβασής τους στις αγορές.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης.
Η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
Η μακροοικονομική της αξία εξαρτάται τελικά από την ικανότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να διοχετεύουν αποταμιευτικούς πόρους σε βιώσιμες επενδύσεις, επιτυγχάνοντας αποτελεσματική κατανομή του κεφαλαίου με επαρκή τιμολόγηση και διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου.
Η ρευστότητα ως στρατηγικό πλεονέκτημα
Η διάρθρωση των πηγών χρηματοδότησης των τραπεζών είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.
Κατά το εννεάμηνο του 2026, οι καταθέσεις και οι συμφωνίες επαναγοράς (repos) από νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 16,8 δισ. ευρώ ή 6,8%. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμβολή των καταθέσεων όψεως.
Πρόκειται για σχετικά χαμηλού κόστους χρηματοδότηση για τις τράπεζες, η οποία συγκρατεί το μέσο κόστος παθητικού και, υπό προϋποθέσεις, υποστηρίζει το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο.
Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές τράπεζες άντλησαν επιπλέον 4 δισ. ευρώ, αύξηση 16,9%, από τις εγχώριες και διεθνείς αγορές μέσω εκδόσεων χρεογράφων.
Παράλληλα, οι υποχρεώσεις έναντι λοιπών νομισματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αυξήθηκαν κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 13,1%.
Η σημασία των παραπάνω δεν περιορίζεται στο απόλυτο ύψος της διαθέσιμης ρευστότητας. Αφορά και τη διαφοροποίηση της χρηματοδοτικής βάσης των τραπεζών.
Ένα πιστωτικό ίδρυμα που στηρίζεται στις καταθέσεις, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και στη διατραπεζική χρηματοδότηση βρίσκεται, ceteris paribus, σε καλύτερη θέση να απορροφήσει εξωγενείς διαταραχές χρηματοδότησης. Αυτό αποτελεί μια ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες περιόδους της ελληνικής τραπεζικής ιστορίας.
Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο την επάρκεια ρευστότητας αλλά και την ποιότητα, το κόστος και τη διαφοροποίηση των πηγών της.
Από τη ρευστότητα στην πιστωτική διαμεσολάβηση
Η ύπαρξη πλεονάζουσας ρευστότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποτελεσματική πιστωτική επέκταση.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο για την οικονομική ανάλυση της σημερινής συγκυρίας.
Η μετάδοση της τραπεζικής ρευστότητας στην πραγματική οικονομία εξαρτάται από τη ζήτηση για χρηματοδότηση, την πιστοληπτική ποιότητα των υποψήφιων δανειοληπτών, το κόστος κεφαλαίου, τις απαιτήσεις των τραπεζών ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο και, κυρίως, την ύπαρξη επενδυτικών σχεδίων με θετική αναμενόμενη καθαρή παρούσα αξία.
Στο επίπεδο των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, η τραπεζική χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων επιβραδύνθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, διατηρήθηκε όμως σε υψηλά επίπεδα. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η αλληλεπίδραση τραπεζικών κεφαλαίων και δημόσιων ή ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Προγράμματα συγχρηματοδότησης, εγγυοδοτικοί μηχανισμοί και κυρίως τα δάνεια του Recovery and Resilience Facility (RRF) λειτουργούν ως καταλύτες για την αύξηση της προσφοράς επιχειρηματικής πίστης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τράπεζες δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως αυτόνομοι χρηματοδότες. Μετατρέπονται, σε σημαντικό βαθμό, σε κόμβους ενός ευρύτερου χρηματοδοτικού οικοσυστήματος στο οποίο συνυπάρχουν ιδιωτικοί τραπεζικοί πόροι, ευρωπαϊκά κεφάλαια, εγγυήσεις και ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων.
Η μόχλευση του RRF και το επενδυτικό αποτέλεσμα
Από μακροοικονομική σκοπιά, το πλέον ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του RRF είναι ακριβώς η δυνατότητα μόχλευσης ιδιωτικών πόρων.
Για την περίοδο 2022-2026, οι πόροι του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» ανέρχονται συνολικά σε 36 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,3 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 17,7 δισ. ευρώ δάνεια. Στο δανειακό σκέλος, οι συμβάσεις που είχαν υπογραφεί έως την καταληκτική ημερομηνία της 29ης Μαΐου 2026 αντιστοιχούσαν σε επενδύσεις συνολικού προϋπολογισμού 29,2 δισ. ευρώ. Από αυτά, 13,2 δισ. ευρώ προέρχονται από δάνεια RRF, 9,4 δισ. ευρώ από τραπεζικό δανεισμό και 6,6 δισ. ευρώ από ίδια συμμετοχή των επενδυτών.
Η διάρθρωση αυτή αποκαλύπτει τον πραγματικό οικονομικό μηχανισμό του προγράμματος.
Το RRF δεν υποκαθιστά την τραπεζική πίστη. Τη μοχλεύει. Δημιουργεί μια κατανομή χρηματοδότησης στην οποία ο δημόσιος-ευρωπαϊκός πόρος λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον τραπεζικό δανεισμό και την ιδιωτική συμμετοχή.
Από τη σκοπιά της θεωρίας της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, το μοντέλο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή μπορεί να περιορίζει μέρος των χρηματοδοτικών περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και ταυτόχρονα διατηρεί τον τραπεζικό μηχανισμό αξιολόγησης και παρακολούθησης του πιστωτικού κινδύνου.
Και η επίδρασή του δεν ολοκληρώνεται με τη λήξη του κύκλου υπογραφής νέων συμβάσεων.
Οι εκταμιεύσεις συναρτώνται με την πρόοδο των επενδυτικών σχεδίων και προβλέπεται να συνεχιστούν έως το 2029.
Συνεπώς, υπάρχει μια χρονική υστέρηση μεταξύ συμβασιοποίησης, εκταμίευσης, πραγματοποίησης της επένδυσης και τελικής μακροοικονομικής επίδρασης.
Η κρίσιμη διάσταση των ΜΜΕ
Η συμβολή των αναπτυξιακών χρηματοδοτικών εργαλείων γίνεται ακόμη σημαντικότερη όταν η ανάλυση μεταφέρεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το 2025 οι εκταμιεύσεις επιχειρηματικών τραπεζικών δανείων που υποστηρίχθηκαν από εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων πλησίασαν τα 4 δισ. ευρώ, έναντι 3,6 δισ. το 2024 και 2 δισ. το 2023.
Το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 20% των νέων τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις, αλλά περίπου στο 40% των νέων δανείων προς ΜΜΕ.
Η διαφορά είναι οικονομικά κρίσιμη. Υποδηλώνει ότι τα χρηματοδοτικά εργαλεία έχουν ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στο τμήμα της επιχειρηματικής οικονομίας στο οποίο οι περιορισμοί χρηματοδότησης τείνουν να είναι εντονότεροι.
Οι ΜΜΕ διαθέτουν συνήθως μικρότερη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές και συνεπώς η τραπεζική διαμεσολάβηση παραμένει καθοριστική για τη χρηματοδότησή τους.
Σε αυτό το επίπεδο θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό και η αναπτυξιακή αποτελεσματικότητα του νέου χρηματοδοτικού περιβάλλοντος: όχι απλώς στην αύξηση του συνολικού όγκου των πιστώσεων, αλλά στην ικανότητα διοχέτευσης πόρων προς παραγωγικές, εξωστρεφείς και καινοτόμες επενδύσεις.
Η κεφαλαιαγορά ως συμπληρωματικός μηχανισμός χρηματοδότησης
Παράλληλα με τις τράπεζες, ενισχύεται σταδιακά και η χρηματοδότηση μέσω εταιρικών ομολόγων.
Από την αρχή του 2026 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν εννέα εταιρικές εκδόσεις συνολικού ύψους 2,4 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη είναι σημαντική διότι ένα αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι σκόπιμο να εξαρτάται αποκλειστικά από τις τράπεζες.
Η ανάπτυξη βαθύτερων αγορών εταιρικού χρέους προσφέρει στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις εναλλακτικές πηγές άντλησης κεφαλαίων και μπορεί, μεσοπρόθεσμα, να περιορίζει τον βαθμό τραπεζοκεντρικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται και η εξάρτηση της ελληνικής χρηματοδότησης από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Μετά την πτωτική πορεία του 2025 και των αρχών του 2026, οι αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων αυξήθηκαν έπειτα από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ακολουθώντας την ευρύτερη ανοδική κίνηση των διεθνών ομολογιακών αποδόσεων.
Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης επομένως δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Μεταβάλλει τη φύση του και τους μηχανισμούς μετάδοσής του.
Η πρόκληση για τα νοικοκυριά
Η ισχυρή τραπεζική ρευστότητα δημιουργεί επίσης δυνατότητες επανενεργοποίησης της χρηματοδότησης των νοικοκυριών, ιδιαίτερα μέσω στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων.
Εδώ, όμως, απαιτείται μεγαλύτερη αναλυτική προσοχή.
Η αύξηση της προσφοράς πιστώσεων από μόνη της δεν αρκεί για την ανάπτυξη μιας υγιούς αγοράς στεγαστικής πίστης. Η μακροχρόνια βιωσιμότητά της προϋποθέτει συμβατότητα μεταξύ τιμών ακινήτων, διαθέσιμου εισοδήματος, επιτοκίων, δανειακής επιβάρυνσης και πιστοληπτικής ικανότητας των νοικοκυριών.
Με άλλα λόγια, η πρόκληση δεν είναι η επιστροφή σε ένα υπόδειγμα μεγιστοποίησης του όγκου της πίστωσης. Είναι η επίτευξη βιώσιμης πιστωτικής εμβάθυνσης, με χρηματοδότηση που δεν οδηγεί σε υπερβολική μόχλευση του ιδιωτικού τομέα.
Οι εξωτερικοί κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί
Η ισχυρότερη θέση του τραπεζικού συστήματος δεν συνεπάγεται ότι η ελληνική οικονομία λειτουργεί σε περιβάλλον χαμηλού κινδύνου.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι πιθανές διαταραχές στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να επηρεάσουν ταυτόχρονα το κόστος παραγωγής, την εξωτερική ζήτηση και τις επενδυτικές αποφάσεις.
Από τραπεζική άποψη, υπάρχει ένας επιπλέον μηχανισμός μετάδοσης.
Μια σοβαρή μακροοικονομική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών και, μέσω αυτής, την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.
Επομένως, η σημερινή βελτιωμένη εικόνα της ποιότητας ενεργητικού πρέπει να αντιμετωπίζεται δυναμικά και όχι στατικά.
Η ανθεκτικότητα ενός τραπεζικού συστήματος αποδεικνύεται τελικά όχι μόνο από τους δείκτες του σε περιόδους ανάπτυξης αλλά κυρίως από την ικανότητά του να απορροφά διαταραχές χωρίς να ενισχύει έναν αρνητικό πιστωτικό κύκλο.
Το πραγματικό στοίχημα: η ποιότητα της χρηματοδότησης
Η ανάλυση των δεδομένων οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα για την ελληνική οικονομία.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η ποσότητα του διαθέσιμου κεφαλαίου. Είναι η αποτελεσματικότητα της κατανομής του. Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισχυρότερη ρευστότητα, μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές και ένα σαφώς βελτιωμένο περιβάλλον χρηματοδότησης.
Παράλληλα, το RRF, οι αναπτυξιακές τράπεζες και τα ευρωπαϊκά εγγυοδοτικά εργαλεία έχουν δημιουργήσει έναν ενισχυμένο μηχανισμό κινητοποίησης πόρων.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτοί οι πόροι θα οδηγήσουν σε αύξηση του δυνητικού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας. Η διάκριση έχει πρωτεύουσα σημασία.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει πιστωτική επέκταση χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας. Μπορεί επίσης να καταγράφει υψηλές επενδύσεις σε ονομαστικούς όρους χωρίς ανάλογη βελτίωση της παραγωγικής της δυναμικότητας.
Συνεπώς, η αξιολόγηση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια δεν πρέπει να περιοριστεί στον ρυθμό αύξησης του τραπεζικού δανεισμού. Χρειάζεται να εξετάσουμε την κλαδική κατανομή της πίστωσης, την παραγωγικότητα των χρηματοδοτούμενων επενδύσεων, τη δυνατότητα των ΜΜΕ να αποκτήσουν πρόσβαση σε κεφάλαια, τον βαθμό καινοτομίας και εξωστρέφειας των επενδύσεων και την επίδρασή τους στο δυνητικό ΑΕΠ.
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα του 2026 βρίσκεται σε αισθητά διαφορετική θέση από εκείνη στην οποία βρισκόταν όταν το κυρίαρχο πρόβλημα ήταν η διαχείριση συσσωρευμένων προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Σήμερα, η ισχυρή ρευστότητα, η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης, η πρόσβαση στις αγορές και η αξιοποίηση του RRF δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια πιο ενεργή συμβολή των τραπεζών στην επενδυτική διαδικασία.
Ακριβώς όμως επειδή ο χρηματοδοτικός περιορισμός έχει αμβλυνθεί, το ερώτημα γίνεται περισσότερο απαιτητικό.
Η επόμενη δοκιμασία για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι απλώς εάν μπορεί να χορηγήσει περισσότερη πίστωση, αλλά εάν μπορεί να κατανείμει αποτελεσματικά το κεφάλαιο προς τις επενδύσεις με την υψηλότερη οικονομική και παραγωγική απόδοση.
Αυτή είναι, τελικά, η μετάβαση από την τραπεζική εξυγίανση στην αναπτυξιακή τραπεζική διαμεσολάβηση.
Και πιθανότατα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν όχι μόνο τον ρυθμό, αλλά κυρίως την ποιότητα της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας την επόμενη περίοδο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών