Η τρέχουσα πορεία των γεγονότων των τελευταίων τεσσάρων ετών οδηγεί «με προβλέψιμο τρόπο σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρωσία», και αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει επιστροφή, λένε οι αναλυτές Karaganov, Diesen και Sachs
Οι κορυφαίοι αναλυτές Karaganov, Sachs και Diesen προειδοποιούν του κινδύνου για την επερχόμενη πυρηνική σύγκρουση στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Με την ιστορική μνήμη να έχει σβήσει και τις δυτικές ελίτ να επιδεικνύουν εγκληματική αφέλεια, η Μόσχα ετοιμάζεται πλέον για το τελειωτικό πλήγμα που θα συντρίψει την παλιά τάξη πραγμάτων.
Το σημείο χωρίς επιστροφή έχει ξεπεραστεί και ο εφιάλτης μιας ολοκληρωτικής καταστροφής βρίσκεται προ των πυλών.
Ειδικότερα, ο Επίτιμος Πρόεδρος του Προεδρείου του Συμβουλίου Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής (HRC), διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών και οικονομολόγος Sergei Karaganov, είναι εδώ και χρόνια γνωστός στη Δύση ως το ρωσικό «γεράκι».
Το 2023 η Ευρωπαϊκή Ένωση του επέβαλε κυρώσεις, ενώ αργότερα ακολούθησε και η Αυστραλία.
Στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, ο Karaganov πρότεινε ένα προληπτικό πυρηνικό πλήγμα κατά της Πολωνίας.
Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο ανάλογη μοίρα να έχουν και η Γερμανία, η Ρουμανία, καθώς και οι χώρες της Βαλτικής.
«Δεν επιθυμώ σε καμία περίπτωση ένα πυρηνικό χτύπημα, όμως ίσως αποδειχθεί απολύτως αναγκαίο…
Θα μπορούσε να προκύψει μια κατάσταση στην οποία να αναγκαστούμε να το κάνουμε.
Πρώτον, για να αφυπνίσουμε τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς.
Και δεύτερον, για να αποτρέψουμε την ολίσθηση του κόσμου προς έναν παγκόσμιο πόλεμο», δήλωσε σε συνέντευξή του τον Μάιο του 2024.
Έκτοτε, η κλιμάκωση έχει λάβει ακόμη πιο επικίνδυνες διαστάσεις, φέρνοντας την ευρωπαϊκή ήπειρο κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή.
Η ΕΕ και η Βρετανία εμπλέκονται πλέον ανοιχτά στη σύγκρουση στην Ουκρανία και έχουν διακηρύξει ξεκάθαρα τον στόχο τους: την ήττα και τη συντριβή της Ρωσίας.
«Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι έχουμε απέναντί μας έναν αδυσώπητο, απελπισμένο και παράφρονα εχθρό, ο οποίος είτε πρέπει να απωθηθεί είτε να καταστραφεί.
Φυσικά, θα προτιμούσαμε να τον απωθήσουμε. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει να του εμπνεύσουμε φόβο».
«Έχουν χάσει τον φόβο του θανάτου, από ανοησία. Έχουν ξεχάσει τη φρικτή ιστορία τους και σπεύδουν προς έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο.
Κι όμως συνεχίζουν να λένε ότι οι Ρώσοι δεν θα χρησιμοποιήσουν ποτέ πυρηνικά όπλα.
Είμαστε εν μέρει υπεύθυνοι γι’ αυτή την αντίληψη, επειδή κι εμείς οι ίδιοι εμφανιζόμαστε διστακτικοί και αδύναμοι», επανέλαβε ο Karaganov σε συνέντευξή του τον Μάιο του 2026.
Λίγες ημέρες αργότερα, συνομίλησε με τον Glenn Diesen, καθηγητή στο Τμήμα Οικονομικών, Ιστορίας και Κοινωνικών Επιστημών της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου της Νοτιοανατολικής Νορβηγίας.
Οι εκτιμήσεις του Karaganov ήταν ακόμη πιο σκληρές, αλλά ταυτόχρονα και πιο επίκαιρες — ιδιαίτερα υπό το φως της αιφνιδιαστικής επίσκεψης του Γερμανού υπουργού Άμυνας Boris Pistorius στην Ουκρανία, με στόχο την «επέκταση της συνεργασίας στον τομέα των εξοπλισμών».
Η συζήτηση
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από εκείνη τη συζήτηση, τα οποία θεωρούμε ότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες μας.
«Εδώ και καιρό ασκώ κριτική στην κυβέρνηση επειδή ανέχθηκε επί τόσο μεγάλο διάστημα την επιθετικότητα της Δύσης, ελπίζοντας σε μια διπλωματική λύση.
Σήμερα, όμως, καμία λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Γι’ αυτό προτείνω να επιστρέψουμε σε όσα είχα εισηγηθεί το 2023 και το 2024.
Ελπίζω ότι αυτήν τη φορά οι προτάσεις μου θα εφαρμοστούν, έστω και όχι στο σύνολό τους».
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά συστημική μεταβολή της παγκόσμιας τάξης, σε κλίμακα που θυμίζει την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, βγήκαμε από την αδράνεια και ανακτήσαμε την ψυχή και την τιμή μας.
Αρχίσαμε ξανά να εκτιμούμε εκείνους που πραγματικά έχουν σημασία για τη χώρα: τους αξιωματικούς, τους επιστήμονες, τους γιατρούς.
Η χώρα γίνεται πιο υγιής. Όμως το τίμημα είναι βαρύ: πάρα πολλές ανθρώπινες ζωές.
Γι’ αυτό και η συμβουλή μου προς την κυβέρνηση είναι να σταματήσει τον υποβόσκοντα πόλεμο με την Ευρώπη, ανεβαίνοντας αποφασιστικά την κλίμακα της κλιμάκωσης.
Πρώτα, να πληγούν με συμβατικά όπλα συγκεκριμένοι στόχοι —υλικοτεχνικοί ή καθαρά συμβολικοί— σε επιλεγμένα σημεία.
Αν δεν υπάρξει υποχώρηση, τότε να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα, ύστερα από σαφές τελεσίγραφο.
Αν και πάλι δεν υπάρξει αντίδραση, τότε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες θα καταστραφούν.
Είμαι άνθρωπος με πίστη και προσεύχομαι στον Θεό να μη συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο.
Ωστόσο, πιστεύω πως όσοι κυβερνούν σήμερα την Ευρώπη έχουν χάσει τη λογική τους και κάθε αίσθηση της ιστορικής ευθύνης. Πρέπει να λογοδοτήσουν.
Αναφέρομαι σε εγκλήματα που έχουν ήδη διαπραχθεί — εγκλήματα που ούτε στα πιο σκοτεινά χρόνια του Ψυχρού Πολέμου δεν είχαν συμβεί.
Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να τιμωρηθούν.
Όταν πρωτοδιατύπωσα αυτή την άποψη πριν από τρία χρόνια, αποτελούσα μια μικρή μειοψηφία.
Σήμερα, όμως, εκφράζω τη συντριπτική πλειονότητα — στον στρατό, στους πολιτικούς κύκλους και στην κοινωνία.
Παρ’ όλα αυτά, επαναλαμβάνω: δεν υποστηρίζω μαζικά πυρηνικά πλήγματα, επειδή θα αφάνιζαν αθώους ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Ο πόλεμος έχει ήδη εξαπλωθεί στη Νότια και Νοτιοδυτική Ασία, γεγονός που σημαίνει ότι εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο παγκόσμιας αστάθειας, ιδιαίτερα στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.
Ο πόλεμος πρέπει να σταματήσει, τουλάχιστον στην Ευρώπη.
Η ιστορική Δύση, που χάνει σταδιακά την κυριαρχία της στον πολιτισμό, την οικονομία και την πολιτική, αναζητά πλέον εκδίκηση.
Στην αρχή δεν καταλαβαίναμε τι είδους σύγκρουση αντιμετωπίζαμε. Πίστευα ότι επρόκειτο μόνο για την Ουκρανία.
Όλο αυτό το διάστημα αναζητούσαμε τρόπους να αποφύγουμε τη σύγκρουση, να καταλήξουμε σε συμφωνία, να βρούμε κάποια λύση.
Περάσαμε τρία χρόνια απορροφημένοι από τη διαδικασία του Minsk, και αυτό αποδείχθηκε λάθος.
Φυσικά, κάποια στιγμή ίσως υπάρξει συμφωνία για εκεχειρία ή κάποια μορφή κατάπαυσης του πυρός.
Όμως αυτό δεν θα σημαίνει ειρήνη. Ειρήνη μπορεί να υπάρξει μόνο όταν οι ευρωπαϊκές ελίτ, που οδηγούν τον κόσμο προς έναν μεγάλο πόλεμο, απορριφθούν από τους ίδιους τους λαούς τους και από τα λεγόμενα «βαθιά κράτη» τους.
Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η παλιά Δύση θα καταστραφεί.
Γίνεται τώρα λόγος για το «πνεύμα της Αλάσκας».
Αν όμως καταλήξουμε έστω και σε μια συμφωνία που να μοιάζει ελάχιστα με εκείνη που πρότεινε ο Πρόεδρος Donald Trump, τότε μέσα σε έναν χρόνο —ίσως και νωρίτερα— ο πόλεμος θα ξεσπάσει ξανά.
Και αυτή τη φορά σε πλήρη κλίμακα, με χρήση πυρηνικών όπλων.
Γι’ αυτό δεν εμπιστεύομαι το λεγόμενο «πνεύμα της Αλάσκας», αν και ελπίζω ότι Αμερικανοί και Ρώσοι θα καταφέρουν τελικά να συμφωνήσουν σε ορισμένους κανόνες συνύπαρξης.
Οι Ευρωπαίοι, όμως, δεν θα συμμετάσχουν πραγματικά σε αυτό το παιχνίδι.
Θέλω να το ξεκαθαρίσω: δεν χρειαζόμαστε ούτε μια σπιθαμή ευρωπαϊκού εδάφους.
Αντίθετα, θέλουμε να βρισκόμαστε όσο το δυνατόν πιο μακριά από αυτή την Ευρώπη.
Πρώτα, όμως, πρέπει να συντριβεί το σημερινό καθεστώς του Κιέβου.
Χωρίς πυρηνική κλιμάκωση, αυτό φαίνεται είτε αδύνατο είτε υπερβολικά δαπανηρό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον δικό μας λαό και τους μαχητές μας.
Γι’ αυτό υποστηρίζω πλήρως την πρόταση να αυξηθεί η πίεση.
Αρχικά, με συμβατικά πλήγματα εναντίον συμβολικών αλλά κρίσιμων στόχων, κέντρων logistics και στρατιωτικών βάσεων.
Και αν αυτό δεν αποδώσει, τότε να ακολουθήσουν περιορισμένα πυρηνικά πλήγματα.
Λέγεται συχνά ότι σε έναν πυρηνικό πόλεμο δεν μπορεί να υπάρξει νικητής. Δεν συμφωνώ.
Ακόμη και σε έναν πόλεμο με χρήση πυρηνικών όπλων μπορούν να υπάρξουν νικητές.
Προσεύχομαι στον Θεό να μη ζήσει ποτέ η Ευρώπη μια τέτοια καταστροφή.
Πιστεύω ότι κάποια στιγμή ίσως χρειαστεί να απευθύνουμε τελεσίγραφο σε ορισμένους Ευρωπαίους γείτονές μας.
Πριν από αυτό, όμως, ίσως θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλες μορφές «πειθούς».
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε κουραστεί να θυσιάζουμε τον λαό μας για αυτή την αδιέξοδη κατάσταση που ονομάζεται Ευρώπη.
Σοκάρουν οι τοποθετήσεις Glenn Diesen και Jeffrey Sachs
Την ίδια στιγμή, οι πρόσφατες δηλώσεις του Glenn Diesen επαναφέρουν στο προσκήνιο τα πιο ακραία σενάρια κλιμάκωσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, με επίκεντρο ακόμη και την πιθανότητα πυρηνικής σύρραξης.
Ο Glenn Diesen, αναφερόμενος στην πορεία της σύγκρουσης και στη στρατηγική της Μόσχας, υποστήριξε ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές στη ρωσική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης του δόγματος χρήσης πυρηνικών όπλων.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, «αν δεχθούμε επίθεση από μια ομάδα χωρών που υπερτερούν οικονομικά, τεχνολογικά και δημογραφικά, όχι μόνο έχουμε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να χρησιμοποιήσουμε πυρηνικά όπλα», προκαλώντας έντονο προβληματισμό για την κατεύθυνση της ρητορικής αποτροπής.
Σε ακόμη πιο σκοτεινό τόνο, ανέφερε πως η Ευρώπη «επιστρέφει στη φυσική της κατάσταση», υπενθυμίζοντας, όπως είπε, ότι υπήρξε ιστορικά πηγή μεγάλων πολέμων και γενοκτονιών, εκφράζοντας την ελπίδα να αποφευχθεί ένα τέτοιο σενάριο «χωρίς να εξαφανιστεί η ήπειρος».
Σε δεύτερη παρέμβασή του, ο Diesen υπογράμμισε ότι η τρέχουσα πορεία των γεγονότων των τελευταίων τεσσάρων ετών οδηγεί «με προβλέψιμο τρόπο σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρωσία», ενώ κατηγόρησε τις δυτικές κοινωνίες για πλήρη ευθυγράμμιση σε μία και μοναδική αφήγηση, όπου κάθε αντίθετη άποψη απορρίπτεται ή στιγματίζεται.
Η εικόνα που περιγράφει είναι μιας Ευρώπης εγκλωβισμένης σε στρατηγικές επιλογές χωρίς διέξοδο αποκλιμάκωσης, με τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης να παραμένει, κατά τον ίδιο, απολύτως υπαρκτός.
Στο ίδιο πλαίσιο έντονων τοποθετήσεων, ο Jeffrey Sachs αποδίδει σημαντικό μέρος της ευθύνης για τον πόλεμο στην Ουκρανία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και σε ευρωπαϊκές δυνάμεις, κυρίως τη Γερμανία και τη Βρετανία.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν τον πόλεμο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι Ευρωπαίοι συμμετείχαν ενεργά στην κλιμάκωση, με τη Βρετανία να παίζει –όπως είπε– ιδιαίτερα επιθετικό ρόλο στην ιστορική υποκίνηση συγκρούσεων στην Ευρώπη.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η συνεχιζόμενη στρατιωτικοποίηση της Γερμανίας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, σημειώνοντας πως η επιδίωξη για τον ισχυρότερο στρατό στην Ευρώπη θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αποσταθεροποίηση της ηπείρου.
Από την πλευρά Diesen, επιχειρείται ταυτόχρονα η αποδόμηση των φόβων περί ρωσικής επέκτασης προς τη Δύση.
Όπως τόνισε, «δεν πρόκειται να εισβάλουμε στην Ευρώπη», υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα δεν έχει στρατηγικό ενδιαφέρον για ευρωπαϊκά εδάφη.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, εξαπολύει σκληρή κριτική κατά των ευρωπαϊκών ελίτ, τις οποίες κατηγορεί για επιθετικότητα και ιστορική τύφλωση, καλώντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να αντιδράσουν πολιτικά πριν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «χαθεί κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης».
Οι τοποθετήσεις των δύο ακαδημαϊκών και αναλυτών αποτυπώνουν το βαθύ ρήγμα στη διεθνή συζήτηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σχέση Ρωσίας–Δύσης. Από τη μία πλευρά, σενάρια πυρηνικής αποτροπής και ιστορικών αναλογιών που προκαλούν ανησυχία• από την άλλη, κατηγορίες για ευθύνη της Δύσης στην κλιμάκωση και προειδοποιήσεις για μια Ευρώπη που κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής αστάθειας.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ρητορική της έντασης ενισχύεται, την ώρα που τα περιθώρια διπλωματικής αποκλιμάκωσης μοιάζουν ολοένα και πιο στενά.
www.bankingnews.gr
Με την ιστορική μνήμη να έχει σβήσει και τις δυτικές ελίτ να επιδεικνύουν εγκληματική αφέλεια, η Μόσχα ετοιμάζεται πλέον για το τελειωτικό πλήγμα που θα συντρίψει την παλιά τάξη πραγμάτων.
Το σημείο χωρίς επιστροφή έχει ξεπεραστεί και ο εφιάλτης μιας ολοκληρωτικής καταστροφής βρίσκεται προ των πυλών.
Ειδικότερα, ο Επίτιμος Πρόεδρος του Προεδρείου του Συμβουλίου Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής (HRC), διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών και οικονομολόγος Sergei Karaganov, είναι εδώ και χρόνια γνωστός στη Δύση ως το ρωσικό «γεράκι».
Το 2023 η Ευρωπαϊκή Ένωση του επέβαλε κυρώσεις, ενώ αργότερα ακολούθησε και η Αυστραλία.
Στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, ο Karaganov πρότεινε ένα προληπτικό πυρηνικό πλήγμα κατά της Πολωνίας.
Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο ανάλογη μοίρα να έχουν και η Γερμανία, η Ρουμανία, καθώς και οι χώρες της Βαλτικής.
«Δεν επιθυμώ σε καμία περίπτωση ένα πυρηνικό χτύπημα, όμως ίσως αποδειχθεί απολύτως αναγκαίο…
Θα μπορούσε να προκύψει μια κατάσταση στην οποία να αναγκαστούμε να το κάνουμε.
Πρώτον, για να αφυπνίσουμε τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς.
Και δεύτερον, για να αποτρέψουμε την ολίσθηση του κόσμου προς έναν παγκόσμιο πόλεμο», δήλωσε σε συνέντευξή του τον Μάιο του 2024.
Έκτοτε, η κλιμάκωση έχει λάβει ακόμη πιο επικίνδυνες διαστάσεις, φέρνοντας την ευρωπαϊκή ήπειρο κοντά σε σημείο χωρίς επιστροφή.
Η ΕΕ και η Βρετανία εμπλέκονται πλέον ανοιχτά στη σύγκρουση στην Ουκρανία και έχουν διακηρύξει ξεκάθαρα τον στόχο τους: την ήττα και τη συντριβή της Ρωσίας.
«Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι έχουμε απέναντί μας έναν αδυσώπητο, απελπισμένο και παράφρονα εχθρό, ο οποίος είτε πρέπει να απωθηθεί είτε να καταστραφεί.
Φυσικά, θα προτιμούσαμε να τον απωθήσουμε. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει να του εμπνεύσουμε φόβο».
«Έχουν χάσει τον φόβο του θανάτου, από ανοησία. Έχουν ξεχάσει τη φρικτή ιστορία τους και σπεύδουν προς έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο.
Κι όμως συνεχίζουν να λένε ότι οι Ρώσοι δεν θα χρησιμοποιήσουν ποτέ πυρηνικά όπλα.
Είμαστε εν μέρει υπεύθυνοι γι’ αυτή την αντίληψη, επειδή κι εμείς οι ίδιοι εμφανιζόμαστε διστακτικοί και αδύναμοι», επανέλαβε ο Karaganov σε συνέντευξή του τον Μάιο του 2026.
Λίγες ημέρες αργότερα, συνομίλησε με τον Glenn Diesen, καθηγητή στο Τμήμα Οικονομικών, Ιστορίας και Κοινωνικών Επιστημών της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου της Νοτιοανατολικής Νορβηγίας.
Οι εκτιμήσεις του Karaganov ήταν ακόμη πιο σκληρές, αλλά ταυτόχρονα και πιο επίκαιρες — ιδιαίτερα υπό το φως της αιφνιδιαστικής επίσκεψης του Γερμανού υπουργού Άμυνας Boris Pistorius στην Ουκρανία, με στόχο την «επέκταση της συνεργασίας στον τομέα των εξοπλισμών».
Η συζήτηση
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από εκείνη τη συζήτηση, τα οποία θεωρούμε ότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες μας.
«Εδώ και καιρό ασκώ κριτική στην κυβέρνηση επειδή ανέχθηκε επί τόσο μεγάλο διάστημα την επιθετικότητα της Δύσης, ελπίζοντας σε μια διπλωματική λύση.
Σήμερα, όμως, καμία λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Γι’ αυτό προτείνω να επιστρέψουμε σε όσα είχα εισηγηθεί το 2023 και το 2024.
Ελπίζω ότι αυτήν τη φορά οι προτάσεις μου θα εφαρμοστούν, έστω και όχι στο σύνολό τους».
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά συστημική μεταβολή της παγκόσμιας τάξης, σε κλίμακα που θυμίζει την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, βγήκαμε από την αδράνεια και ανακτήσαμε την ψυχή και την τιμή μας.
Αρχίσαμε ξανά να εκτιμούμε εκείνους που πραγματικά έχουν σημασία για τη χώρα: τους αξιωματικούς, τους επιστήμονες, τους γιατρούς.
Η χώρα γίνεται πιο υγιής. Όμως το τίμημα είναι βαρύ: πάρα πολλές ανθρώπινες ζωές.
Γι’ αυτό και η συμβουλή μου προς την κυβέρνηση είναι να σταματήσει τον υποβόσκοντα πόλεμο με την Ευρώπη, ανεβαίνοντας αποφασιστικά την κλίμακα της κλιμάκωσης.
Πρώτα, να πληγούν με συμβατικά όπλα συγκεκριμένοι στόχοι —υλικοτεχνικοί ή καθαρά συμβολικοί— σε επιλεγμένα σημεία.
Αν δεν υπάρξει υποχώρηση, τότε να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα, ύστερα από σαφές τελεσίγραφο.
Αν και πάλι δεν υπάρξει αντίδραση, τότε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες θα καταστραφούν.
Είμαι άνθρωπος με πίστη και προσεύχομαι στον Θεό να μη συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο.
Ωστόσο, πιστεύω πως όσοι κυβερνούν σήμερα την Ευρώπη έχουν χάσει τη λογική τους και κάθε αίσθηση της ιστορικής ευθύνης. Πρέπει να λογοδοτήσουν.
Αναφέρομαι σε εγκλήματα που έχουν ήδη διαπραχθεί — εγκλήματα που ούτε στα πιο σκοτεινά χρόνια του Ψυχρού Πολέμου δεν είχαν συμβεί.
Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να τιμωρηθούν.
Όταν πρωτοδιατύπωσα αυτή την άποψη πριν από τρία χρόνια, αποτελούσα μια μικρή μειοψηφία.
Σήμερα, όμως, εκφράζω τη συντριπτική πλειονότητα — στον στρατό, στους πολιτικούς κύκλους και στην κοινωνία.
Παρ’ όλα αυτά, επαναλαμβάνω: δεν υποστηρίζω μαζικά πυρηνικά πλήγματα, επειδή θα αφάνιζαν αθώους ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Ο πόλεμος έχει ήδη εξαπλωθεί στη Νότια και Νοτιοδυτική Ασία, γεγονός που σημαίνει ότι εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο παγκόσμιας αστάθειας, ιδιαίτερα στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.
Ο πόλεμος πρέπει να σταματήσει, τουλάχιστον στην Ευρώπη.
Η ιστορική Δύση, που χάνει σταδιακά την κυριαρχία της στον πολιτισμό, την οικονομία και την πολιτική, αναζητά πλέον εκδίκηση.
Στην αρχή δεν καταλαβαίναμε τι είδους σύγκρουση αντιμετωπίζαμε. Πίστευα ότι επρόκειτο μόνο για την Ουκρανία.
Όλο αυτό το διάστημα αναζητούσαμε τρόπους να αποφύγουμε τη σύγκρουση, να καταλήξουμε σε συμφωνία, να βρούμε κάποια λύση.
Περάσαμε τρία χρόνια απορροφημένοι από τη διαδικασία του Minsk, και αυτό αποδείχθηκε λάθος.
Φυσικά, κάποια στιγμή ίσως υπάρξει συμφωνία για εκεχειρία ή κάποια μορφή κατάπαυσης του πυρός.
Όμως αυτό δεν θα σημαίνει ειρήνη. Ειρήνη μπορεί να υπάρξει μόνο όταν οι ευρωπαϊκές ελίτ, που οδηγούν τον κόσμο προς έναν μεγάλο πόλεμο, απορριφθούν από τους ίδιους τους λαούς τους και από τα λεγόμενα «βαθιά κράτη» τους.
Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η παλιά Δύση θα καταστραφεί.
Γίνεται τώρα λόγος για το «πνεύμα της Αλάσκας».
Αν όμως καταλήξουμε έστω και σε μια συμφωνία που να μοιάζει ελάχιστα με εκείνη που πρότεινε ο Πρόεδρος Donald Trump, τότε μέσα σε έναν χρόνο —ίσως και νωρίτερα— ο πόλεμος θα ξεσπάσει ξανά.
Και αυτή τη φορά σε πλήρη κλίμακα, με χρήση πυρηνικών όπλων.
Γι’ αυτό δεν εμπιστεύομαι το λεγόμενο «πνεύμα της Αλάσκας», αν και ελπίζω ότι Αμερικανοί και Ρώσοι θα καταφέρουν τελικά να συμφωνήσουν σε ορισμένους κανόνες συνύπαρξης.
Οι Ευρωπαίοι, όμως, δεν θα συμμετάσχουν πραγματικά σε αυτό το παιχνίδι.
Θέλω να το ξεκαθαρίσω: δεν χρειαζόμαστε ούτε μια σπιθαμή ευρωπαϊκού εδάφους.
Αντίθετα, θέλουμε να βρισκόμαστε όσο το δυνατόν πιο μακριά από αυτή την Ευρώπη.
Πρώτα, όμως, πρέπει να συντριβεί το σημερινό καθεστώς του Κιέβου.
Χωρίς πυρηνική κλιμάκωση, αυτό φαίνεται είτε αδύνατο είτε υπερβολικά δαπανηρό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον δικό μας λαό και τους μαχητές μας.
Γι’ αυτό υποστηρίζω πλήρως την πρόταση να αυξηθεί η πίεση.
Αρχικά, με συμβατικά πλήγματα εναντίον συμβολικών αλλά κρίσιμων στόχων, κέντρων logistics και στρατιωτικών βάσεων.
Και αν αυτό δεν αποδώσει, τότε να ακολουθήσουν περιορισμένα πυρηνικά πλήγματα.
Λέγεται συχνά ότι σε έναν πυρηνικό πόλεμο δεν μπορεί να υπάρξει νικητής. Δεν συμφωνώ.
Ακόμη και σε έναν πόλεμο με χρήση πυρηνικών όπλων μπορούν να υπάρξουν νικητές.
Προσεύχομαι στον Θεό να μη ζήσει ποτέ η Ευρώπη μια τέτοια καταστροφή.
Πιστεύω ότι κάποια στιγμή ίσως χρειαστεί να απευθύνουμε τελεσίγραφο σε ορισμένους Ευρωπαίους γείτονές μας.
Πριν από αυτό, όμως, ίσως θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλες μορφές «πειθούς».
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε κουραστεί να θυσιάζουμε τον λαό μας για αυτή την αδιέξοδη κατάσταση που ονομάζεται Ευρώπη.
Σοκάρουν οι τοποθετήσεις Glenn Diesen και Jeffrey Sachs
Την ίδια στιγμή, οι πρόσφατες δηλώσεις του Glenn Diesen επαναφέρουν στο προσκήνιο τα πιο ακραία σενάρια κλιμάκωσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, με επίκεντρο ακόμη και την πιθανότητα πυρηνικής σύρραξης.
Ο Glenn Diesen, αναφερόμενος στην πορεία της σύγκρουσης και στη στρατηγική της Μόσχας, υποστήριξε ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές στη ρωσική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης του δόγματος χρήσης πυρηνικών όπλων.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, «αν δεχθούμε επίθεση από μια ομάδα χωρών που υπερτερούν οικονομικά, τεχνολογικά και δημογραφικά, όχι μόνο έχουμε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να χρησιμοποιήσουμε πυρηνικά όπλα», προκαλώντας έντονο προβληματισμό για την κατεύθυνση της ρητορικής αποτροπής.
Σε ακόμη πιο σκοτεινό τόνο, ανέφερε πως η Ευρώπη «επιστρέφει στη φυσική της κατάσταση», υπενθυμίζοντας, όπως είπε, ότι υπήρξε ιστορικά πηγή μεγάλων πολέμων και γενοκτονιών, εκφράζοντας την ελπίδα να αποφευχθεί ένα τέτοιο σενάριο «χωρίς να εξαφανιστεί η ήπειρος».
Σε δεύτερη παρέμβασή του, ο Diesen υπογράμμισε ότι η τρέχουσα πορεία των γεγονότων των τελευταίων τεσσάρων ετών οδηγεί «με προβλέψιμο τρόπο σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρωσία», ενώ κατηγόρησε τις δυτικές κοινωνίες για πλήρη ευθυγράμμιση σε μία και μοναδική αφήγηση, όπου κάθε αντίθετη άποψη απορρίπτεται ή στιγματίζεται.
Η εικόνα που περιγράφει είναι μιας Ευρώπης εγκλωβισμένης σε στρατηγικές επιλογές χωρίς διέξοδο αποκλιμάκωσης, με τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης να παραμένει, κατά τον ίδιο, απολύτως υπαρκτός.
Στο ίδιο πλαίσιο έντονων τοποθετήσεων, ο Jeffrey Sachs αποδίδει σημαντικό μέρος της ευθύνης για τον πόλεμο στην Ουκρανία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και σε ευρωπαϊκές δυνάμεις, κυρίως τη Γερμανία και τη Βρετανία.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν τον πόλεμο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι Ευρωπαίοι συμμετείχαν ενεργά στην κλιμάκωση, με τη Βρετανία να παίζει –όπως είπε– ιδιαίτερα επιθετικό ρόλο στην ιστορική υποκίνηση συγκρούσεων στην Ευρώπη.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η συνεχιζόμενη στρατιωτικοποίηση της Γερμανίας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, σημειώνοντας πως η επιδίωξη για τον ισχυρότερο στρατό στην Ευρώπη θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αποσταθεροποίηση της ηπείρου.
Από την πλευρά Diesen, επιχειρείται ταυτόχρονα η αποδόμηση των φόβων περί ρωσικής επέκτασης προς τη Δύση.
Όπως τόνισε, «δεν πρόκειται να εισβάλουμε στην Ευρώπη», υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα δεν έχει στρατηγικό ενδιαφέρον για ευρωπαϊκά εδάφη.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, εξαπολύει σκληρή κριτική κατά των ευρωπαϊκών ελίτ, τις οποίες κατηγορεί για επιθετικότητα και ιστορική τύφλωση, καλώντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να αντιδράσουν πολιτικά πριν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «χαθεί κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης».
Οι τοποθετήσεις των δύο ακαδημαϊκών και αναλυτών αποτυπώνουν το βαθύ ρήγμα στη διεθνή συζήτηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σχέση Ρωσίας–Δύσης. Από τη μία πλευρά, σενάρια πυρηνικής αποτροπής και ιστορικών αναλογιών που προκαλούν ανησυχία• από την άλλη, κατηγορίες για ευθύνη της Δύσης στην κλιμάκωση και προειδοποιήσεις για μια Ευρώπη που κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής αστάθειας.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ρητορική της έντασης ενισχύεται, την ώρα που τα περιθώρια διπλωματικής αποκλιμάκωσης μοιάζουν ολοένα και πιο στενά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών