Θέτει ξανά στο επίκεντρο το ζήτημα των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη
Ιστορικής σημασίας απόφαση εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταδικάζοντας την Τουρκία για την υπόθεση δύο κληρικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίοι είχαν αποκλειστεί από τη διοίκηση μειονοτικών ιδρυμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη.
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Τουρκία παραβίασε τόσο την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι όσο και τη θρησκευτική ελευθερία των δύο προσφευγόντων, καθώς οι τουρκικές αρχές τούς εμπόδισαν να συμμετάσχουν στη διοίκηση βακουφίων λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας.
Η υπόθεση που έφτασε στο Στρασβούργο
Η υπόθεση αφορά τους Έλληνες Ορθόδοξους κληρικούς Νικόλαο Μαυράκη, με κληρικό όνομα Γεννάδιος, και Γεώργιο Κασάπογλου, οι οποίοι είχαν εκλεγεί το 2011 σε διοικητικά συμβούλια μειονοτικών ιδρυμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας.
Οι δύο κληρικοί είχαν εκλεγεί στο ίδρυμα της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας της Αναλήψεως Υψωμαθείων.
Το σχετικό πρακτικό εκλογής υποβλήθηκε στη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ωστόσο, στις 5 Μαρτίου 2012, η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων αποφάσισε να τους διαγράψει από τα διοικητικά όργανα, με την αιτιολογία ότι ως κληρικοί δεν μπορούσαν να κατέχουν διοικητικές θέσεις σε τέτοιου είδους ιδρύματα.
Η τουρκική ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης
Η τουρκική πλευρά επικαλέστηκε τη Συνθήκη της Λωζάνης, υποστηρίζοντας ότι οι κληρικοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν έχουν δικαίωμα ανάληψης διοικητικών καθηκόντων στα μειονοτικά ιδρύματα.
Η πρακτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται δικαίωμα συμμετοχής και εκλογής μόνο σε λαϊκά μέλη της ελληνορθόδοξης κοινότητας, όχι όμως και σε κληρικούς.
Οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν στα τουρκικά δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι ο Κανονισμός Βακουφίων δεν περιείχε καμία ρητή απαγόρευση συμμετοχής κληρικών στα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων.
Δεκαετής δικαστική περιπέτεια στην Τουρκία
Σε πρώτο βαθμό, τα τουρκικά δικαστήρια δικαίωσαν τους δύο κληρικούς, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε νομική βάση για τον αποκλεισμό τους.
Η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, όμως, άσκησε έφεση και η υπόθεση οδηγήθηκε στο τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι αρμόδια ήταν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια.
Ακολούθησε πολυετής δικαστική διαμάχη, που διήρκεσε περίπου μία δεκαετία.
Η υπόθεση έφτασε και στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας, το οποίο το 2024 αναγνώρισε παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι λόγω των υπερβολικών καθυστερήσεων, αλλά δεν μπήκε στην ουσία του ζητήματος.
Τι αποφάσισε το ΕΔΑΔ
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε στις 25 Μαΐου 2026 ότι υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της θρησκευτικής ελευθερίας των δύο κληρικών.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τουρκικές αρχές δεν παρουσίασαν επαρκή, σαφή και προβλέψιμη νομική βάση για τον αποκλεισμό τους.
Σύμφωνα με την απόφαση, «δεν υπήρχε σαφής, προσβάσιμη και προβλέψιμη νομική βάση που να μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση» της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων.
Το ΕΔΑΔ αποφάσισε επίσης την καταβολή αποζημίωσης ύψους 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα, καθώς και την κάλυψη των δικαστικών εξόδων από την Τουρκία.
Γιατί η απόφαση θεωρείται ιστορική
Ο νομικός σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συνήγορος των δύο κληρικών, Πάρις Ασανάκης, χαρακτήρισε την απόφαση «ιστορικής σημασίας».
Όπως εξήγησε, η υπόθεση δεν αφορά μόνο τους δύο συγκεκριμένους κληρικούς, αλλά αγγίζει μια πρακτική σχεδόν 100 ετών, με βάση την οποία οι τουρκικές αρχές ερμήνευαν περιοριστικά τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των κληρικών του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η τουρκική πλευρά θεωρούσε ότι επειδή το Πατριαρχείο παραμένει στην Κωνσταντινούπολη υπό τον όρο ότι θα περιορίζεται στα πνευματικά του καθήκοντα, οι ιερείς και τα μέλη του δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στα κοινά της ελληνορθόδοξης κοινότητας.
Ο κ. Ασανάκης υπογραμμίζει ότι αυτή η ερμηνεία δεν είχε νομικό έρεισμα.
Παραβίαση θρησκευτικής ελευθερίας
Η μεγάλη τομή της απόφασης είναι ότι το ΕΔΑΔ δεν αντιμετώπισε την υπόθεση μόνο ως διοικητική διαφορά ή ως ζήτημα μειονοτικών ιδρυμάτων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποκλεισμός των κληρικών λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας συνιστά παρέμβαση στον πυρήνα της θρησκευτικής τους ελευθερίας.
Με απλά λόγια, το ΕΔΑΔ αναγνωρίζει ότι ένας κληρικός δεν χάνει τα δικαιώματά του ως πολίτης και ως μέλος μιας κοινότητας επειδή είναι ιερωμένος.
Η θρησκευτική ιδιότητα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως λόγος αποκλεισμού από τη διοίκηση εκκλησιαστικών και κοινοτικών ιδρυμάτων.
Πλήγμα στην τουρκική πρακτική αποκλεισμών
Η απόφαση έχει άμεση πρακτική σημασία για την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, καθώς ανοίγει τον δρόμο ώστε στις επόμενες εκλογές των ομογενειακών ιδρυμάτων να μπορούν να εκλέγονται και κληρικοί.
Παράλληλα, δημιουργεί σημαντικό προηγούμενο για παρόμοιες υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τον κ. Ασανάκη, στο Στρασβούργο υπάρχουν ήδη νέες προσφυγές κληρικών με αντίστοιχο πλαίσιο επιχειρημάτων, για τις οποίες αναμένεται ανάλογη κρίση.
Το μήνυμα του ΕΔΑΔ για τον πλουραλισμό
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του Δικαστηρίου στον ρόλο των μειονοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Το ΕΔΑΔ σημειώνει ότι ο πλουραλισμός προϋποθέτει ουσιαστική αναγνώριση και σεβασμό της πολιτισμικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ποικιλομορφίας.
Υπογραμμίζει επίσης ότι οι ενώσεις που δημιουργούνται για τη διατήρηση πολιτιστικής ή πνευματικής κληρονομιάς, τη διδασκαλία μιας θρησκείας ή την υπεράσπιση μειονοτικής ταυτότητας, διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Δικαίωση με ευρύτερη σημασία
Η απόφαση του ΕΔΑΔ συνιστά σημαντική δικαίωση για τους δύο κληρικούς, αλλά και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης.
Δεν περιορίζεται στην καταδίκη της Τουρκίας για μια μεμονωμένη διοικητική πράξη, αλλά αμφισβητεί μια μακρόχρονη πρακτική αποκλεισμού κληρικών από τη διοίκηση μειονοτικών ιδρυμάτων.
Το μήνυμα του Στρασβούργου είναι σαφές: η θρησκευτική ιδιότητα δεν μπορεί να αποτελεί λόγο περιορισμού πολιτικών, κοινοτικών και συνεταιριστικών δικαιωμάτων.
Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η απόφαση αυτή ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις με τις τουρκικές αρχές και θέτει ξανά στο επίκεντρο το ζήτημα των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη.
www.bankingnews.gr
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Τουρκία παραβίασε τόσο την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι όσο και τη θρησκευτική ελευθερία των δύο προσφευγόντων, καθώς οι τουρκικές αρχές τούς εμπόδισαν να συμμετάσχουν στη διοίκηση βακουφίων λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας.
Η υπόθεση που έφτασε στο Στρασβούργο
Η υπόθεση αφορά τους Έλληνες Ορθόδοξους κληρικούς Νικόλαο Μαυράκη, με κληρικό όνομα Γεννάδιος, και Γεώργιο Κασάπογλου, οι οποίοι είχαν εκλεγεί το 2011 σε διοικητικά συμβούλια μειονοτικών ιδρυμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας.
Οι δύο κληρικοί είχαν εκλεγεί στο ίδρυμα της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας της Αναλήψεως Υψωμαθείων.
Το σχετικό πρακτικό εκλογής υποβλήθηκε στη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ωστόσο, στις 5 Μαρτίου 2012, η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων αποφάσισε να τους διαγράψει από τα διοικητικά όργανα, με την αιτιολογία ότι ως κληρικοί δεν μπορούσαν να κατέχουν διοικητικές θέσεις σε τέτοιου είδους ιδρύματα.
Η τουρκική ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης
Η τουρκική πλευρά επικαλέστηκε τη Συνθήκη της Λωζάνης, υποστηρίζοντας ότι οι κληρικοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν έχουν δικαίωμα ανάληψης διοικητικών καθηκόντων στα μειονοτικά ιδρύματα.
Η πρακτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται δικαίωμα συμμετοχής και εκλογής μόνο σε λαϊκά μέλη της ελληνορθόδοξης κοινότητας, όχι όμως και σε κληρικούς.
Οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν στα τουρκικά δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι ο Κανονισμός Βακουφίων δεν περιείχε καμία ρητή απαγόρευση συμμετοχής κληρικών στα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων.
Δεκαετής δικαστική περιπέτεια στην Τουρκία
Σε πρώτο βαθμό, τα τουρκικά δικαστήρια δικαίωσαν τους δύο κληρικούς, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε νομική βάση για τον αποκλεισμό τους.
Η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, όμως, άσκησε έφεση και η υπόθεση οδηγήθηκε στο τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι αρμόδια ήταν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια.
Ακολούθησε πολυετής δικαστική διαμάχη, που διήρκεσε περίπου μία δεκαετία.
Η υπόθεση έφτασε και στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας, το οποίο το 2024 αναγνώρισε παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι λόγω των υπερβολικών καθυστερήσεων, αλλά δεν μπήκε στην ουσία του ζητήματος.
Τι αποφάσισε το ΕΔΑΔ
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε στις 25 Μαΐου 2026 ότι υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της θρησκευτικής ελευθερίας των δύο κληρικών.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τουρκικές αρχές δεν παρουσίασαν επαρκή, σαφή και προβλέψιμη νομική βάση για τον αποκλεισμό τους.
Σύμφωνα με την απόφαση, «δεν υπήρχε σαφής, προσβάσιμη και προβλέψιμη νομική βάση που να μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση» της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων.
Το ΕΔΑΔ αποφάσισε επίσης την καταβολή αποζημίωσης ύψους 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα, καθώς και την κάλυψη των δικαστικών εξόδων από την Τουρκία.
Γιατί η απόφαση θεωρείται ιστορική
Ο νομικός σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συνήγορος των δύο κληρικών, Πάρις Ασανάκης, χαρακτήρισε την απόφαση «ιστορικής σημασίας».
Όπως εξήγησε, η υπόθεση δεν αφορά μόνο τους δύο συγκεκριμένους κληρικούς, αλλά αγγίζει μια πρακτική σχεδόν 100 ετών, με βάση την οποία οι τουρκικές αρχές ερμήνευαν περιοριστικά τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των κληρικών του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η τουρκική πλευρά θεωρούσε ότι επειδή το Πατριαρχείο παραμένει στην Κωνσταντινούπολη υπό τον όρο ότι θα περιορίζεται στα πνευματικά του καθήκοντα, οι ιερείς και τα μέλη του δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στα κοινά της ελληνορθόδοξης κοινότητας.
Ο κ. Ασανάκης υπογραμμίζει ότι αυτή η ερμηνεία δεν είχε νομικό έρεισμα.
Παραβίαση θρησκευτικής ελευθερίας
Η μεγάλη τομή της απόφασης είναι ότι το ΕΔΑΔ δεν αντιμετώπισε την υπόθεση μόνο ως διοικητική διαφορά ή ως ζήτημα μειονοτικών ιδρυμάτων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποκλεισμός των κληρικών λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας συνιστά παρέμβαση στον πυρήνα της θρησκευτικής τους ελευθερίας.
Με απλά λόγια, το ΕΔΑΔ αναγνωρίζει ότι ένας κληρικός δεν χάνει τα δικαιώματά του ως πολίτης και ως μέλος μιας κοινότητας επειδή είναι ιερωμένος.
Η θρησκευτική ιδιότητα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως λόγος αποκλεισμού από τη διοίκηση εκκλησιαστικών και κοινοτικών ιδρυμάτων.
Πλήγμα στην τουρκική πρακτική αποκλεισμών
Η απόφαση έχει άμεση πρακτική σημασία για την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, καθώς ανοίγει τον δρόμο ώστε στις επόμενες εκλογές των ομογενειακών ιδρυμάτων να μπορούν να εκλέγονται και κληρικοί.
Παράλληλα, δημιουργεί σημαντικό προηγούμενο για παρόμοιες υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τον κ. Ασανάκη, στο Στρασβούργο υπάρχουν ήδη νέες προσφυγές κληρικών με αντίστοιχο πλαίσιο επιχειρημάτων, για τις οποίες αναμένεται ανάλογη κρίση.
Το μήνυμα του ΕΔΑΔ για τον πλουραλισμό
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του Δικαστηρίου στον ρόλο των μειονοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Το ΕΔΑΔ σημειώνει ότι ο πλουραλισμός προϋποθέτει ουσιαστική αναγνώριση και σεβασμό της πολιτισμικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ποικιλομορφίας.
Υπογραμμίζει επίσης ότι οι ενώσεις που δημιουργούνται για τη διατήρηση πολιτιστικής ή πνευματικής κληρονομιάς, τη διδασκαλία μιας θρησκείας ή την υπεράσπιση μειονοτικής ταυτότητας, διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Δικαίωση με ευρύτερη σημασία
Η απόφαση του ΕΔΑΔ συνιστά σημαντική δικαίωση για τους δύο κληρικούς, αλλά και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης.
Δεν περιορίζεται στην καταδίκη της Τουρκίας για μια μεμονωμένη διοικητική πράξη, αλλά αμφισβητεί μια μακρόχρονη πρακτική αποκλεισμού κληρικών από τη διοίκηση μειονοτικών ιδρυμάτων.
Το μήνυμα του Στρασβούργου είναι σαφές: η θρησκευτική ιδιότητα δεν μπορεί να αποτελεί λόγο περιορισμού πολιτικών, κοινοτικών και συνεταιριστικών δικαιωμάτων.
Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η απόφαση αυτή ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις με τις τουρκικές αρχές και θέτει ξανά στο επίκεντρο το ζήτημα των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών