Εντείνονται οι συζητήσεις στις ΗΠΑ για την αντοχή των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών και για το κατά πόσο οι συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις επιβαρύνουν τις διαθέσιμες ποσότητες κρίσιμων οπλικών συστημάτων
Η Ουάσιγκτον προχωρά σε μια από τις μεγαλύτερες κινήσεις ενίσχυσης της αμερικανικής παραγωγής πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, καθώς το αμερικανικό Ναυτικό ανέθεσε στη Raytheon, θυγατρική της RTX, σύμβαση ύψους 22,9 δισ. δολαρίων για την επιτάχυνση της παραγωγής πυραύλων Tomahawk.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνονται οι συζητήσεις για την αντοχή των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών και για το κατά πόσο οι συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις επιβαρύνουν τις διαθέσιμες ποσότητες κρίσιμων οπλικών συστημάτων.
Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ανακοινώθηκε την ίδια ημέρα που ο Donald Trump επιχείρησε να υποβαθμίσει τις ανησυχίες για πιθανή εξάντληση ή υπερβολική καταπόνηση των αμερικανικών αποθεμάτων εξαιτίας της σύγκρουσης με το Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι όσα όπλα έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος των συνολικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι αυτά που έχουν δαπανηθεί είναι «ασήμαντη ποσότητα» σε σχέση με τα διαθέσιμα μέσα.
Ωστόσο, η ίδια η έκταση της νέας σύμβασης δείχνει ότι το Πεντάγωνο αντιμετωπίζει την αναπλήρωση και διεύρυνση των αποθεμάτων ως στρατηγική προτεραιότητα.
Ο στόχος δεν περιορίζεται στην αγορά πρόσθετων Tomahawk, αλλά αφορά τη δημιουργία μιας παραγωγικής βάσης ικανής να υποστηρίξει πολύ υψηλότερους ρυθμούς κατασκευής σε βάθος χρόνου.
Η συμφωνία προβλέπεται να δώσει στην RTX μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα ώστε να επεκτείνει το εργατικό της δυναμικό, να αυξήσει τις γραμμές παραγωγής και να ενισχύσει τις αλυσίδες εφοδιασμού. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν επιχειρεί μόνο να καλύψει άμεσες ανάγκες, αλλά να αναδιαμορφώσει συνολικά την παραγωγική ικανότητα της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας για ένα περιβάλλον παρατεταμένων και ενδεχομένως ταυτόχρονων στρατιωτικών κρίσεων.
Οι Tomahawk έχουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το πλαίσιο, καθώς αποτελούν βασικό όπλο πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς και επιτρέπουν στις αμερικανικές δυνάμεις να προσβάλλουν στόχους σε μεγάλη απόσταση χωρίς να απαιτείται η άμεση έκθεση επανδρωμένων αεροσκαφών.
Κατά συνέπεια, η διαθεσιμότητα μεγάλων ποσοτήτων τέτοιων πυραύλων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρήσουν παρατεταμένες επιχειρήσεις υψηλής έντασης.
H ρητορική και η πραγματικότητα
Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία έχει άλλωστε καταστήσει σαφές ότι επιδιώκει σημαντική αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών.
Όπως υπογράμμισε ο αρμόδιος υφυπουργός για θέματα εξοπλισμών και υποστήριξης Michael Duffey, το υπουργείο έχει ζητήσει από την αμυντική βιομηχανία να αυξήσει την παραγωγή και η νέα συμφωνία για τους Tomahawk εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Η εξέλιξη αναδεικνύει μια εμφανή αντίθεση μεταξύ της πολιτικής ρητορικής και του στρατιωτικού σχεδιασμού.
Από τη μία πλευρά, ο Trump απορρίπτει τις εκτιμήσεις ότι τα αμερικανικά αποθέματα βρίσκονται υπό σοβαρή πίεση
Από την άλλη, το Πεντάγωνο διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στην επιτάχυνση της παραγωγής κρίσιμων πυραυλικών συστημάτων, γεγονός που δείχνει ότι η διατήρηση επαρκών αποθεμάτων αποτελεί πραγματική επιχειρησιακή ανησυχία.
Το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τη σύγκρουση με το Ιράν.
Τα τελευταία χρόνια, η Ουάσιγκτον καλείται να διατηρεί υψηλή ετοιμότητα σε πολλαπλά μέτωπα, ενώ παράλληλα έχει διαθέσει μεγάλες ποσότητες οπλικών συστημάτων σε συμμάχους και εταίρους.
Αυτό έχει επαναφέρει στο επίκεντρο τη δυνατότητα της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας να αντικαθιστά γρήγορα όσα πυρομαχικά καταναλώνονται ή μεταφέρονται στο εξωτερικό.
Η νέα σύμβαση για τους Tomahawk αποτελεί επομένως περισσότερο από μια απλή αγορά πυραύλων.
Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επανεξοπλισμού και επέκτασης της αμερικανικής πολεμικής παραγωγής, ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν να διατηρήσουν υψηλό ρυθμό επιχειρήσεων ακόμη και σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης.
Στην πράξη, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί δημόσια να καθησυχάσει ότι τα αμερικανικά αποθέματα παραμένουν ισχυρά, οι αποφάσεις του Πενταγώνου δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για ένα περιβάλλον στο οποίο η κατανάλωση προηγμένων πυρομαχικών μπορεί να παραμείνει αυξημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η σύμβαση των 22,9 δισ. δολαρίων για τους Tomahawk είναι έτσι και μήνυμα στρατιωτικής προετοιμασίας: οι ΗΠΑ θέλουν να διασφαλίσουν ότι θα διαθέτουν το βιομηχανικό βάθος και τα αποθέματα που απαιτούνται για τη συνέχιση επιχειρήσεων υψηλής έντασης χωρίς περιορισμούς που θα μπορούσαν να επιβάλουν οι ίδιες οι ελλείψεις πυρομαχικών.
www.bankingnews.gr
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνονται οι συζητήσεις για την αντοχή των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών και για το κατά πόσο οι συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις επιβαρύνουν τις διαθέσιμες ποσότητες κρίσιμων οπλικών συστημάτων.
Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ανακοινώθηκε την ίδια ημέρα που ο Donald Trump επιχείρησε να υποβαθμίσει τις ανησυχίες για πιθανή εξάντληση ή υπερβολική καταπόνηση των αμερικανικών αποθεμάτων εξαιτίας της σύγκρουσης με το Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι όσα όπλα έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος των συνολικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι αυτά που έχουν δαπανηθεί είναι «ασήμαντη ποσότητα» σε σχέση με τα διαθέσιμα μέσα.
Ωστόσο, η ίδια η έκταση της νέας σύμβασης δείχνει ότι το Πεντάγωνο αντιμετωπίζει την αναπλήρωση και διεύρυνση των αποθεμάτων ως στρατηγική προτεραιότητα.
Ο στόχος δεν περιορίζεται στην αγορά πρόσθετων Tomahawk, αλλά αφορά τη δημιουργία μιας παραγωγικής βάσης ικανής να υποστηρίξει πολύ υψηλότερους ρυθμούς κατασκευής σε βάθος χρόνου.
Η συμφωνία προβλέπεται να δώσει στην RTX μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα ώστε να επεκτείνει το εργατικό της δυναμικό, να αυξήσει τις γραμμές παραγωγής και να ενισχύσει τις αλυσίδες εφοδιασμού. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν επιχειρεί μόνο να καλύψει άμεσες ανάγκες, αλλά να αναδιαμορφώσει συνολικά την παραγωγική ικανότητα της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας για ένα περιβάλλον παρατεταμένων και ενδεχομένως ταυτόχρονων στρατιωτικών κρίσεων.
Οι Tomahawk έχουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το πλαίσιο, καθώς αποτελούν βασικό όπλο πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς και επιτρέπουν στις αμερικανικές δυνάμεις να προσβάλλουν στόχους σε μεγάλη απόσταση χωρίς να απαιτείται η άμεση έκθεση επανδρωμένων αεροσκαφών.
Κατά συνέπεια, η διαθεσιμότητα μεγάλων ποσοτήτων τέτοιων πυραύλων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρήσουν παρατεταμένες επιχειρήσεις υψηλής έντασης.
H ρητορική και η πραγματικότητα
Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία έχει άλλωστε καταστήσει σαφές ότι επιδιώκει σημαντική αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών.
Όπως υπογράμμισε ο αρμόδιος υφυπουργός για θέματα εξοπλισμών και υποστήριξης Michael Duffey, το υπουργείο έχει ζητήσει από την αμυντική βιομηχανία να αυξήσει την παραγωγή και η νέα συμφωνία για τους Tomahawk εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Η εξέλιξη αναδεικνύει μια εμφανή αντίθεση μεταξύ της πολιτικής ρητορικής και του στρατιωτικού σχεδιασμού.
Από τη μία πλευρά, ο Trump απορρίπτει τις εκτιμήσεις ότι τα αμερικανικά αποθέματα βρίσκονται υπό σοβαρή πίεση
Από την άλλη, το Πεντάγωνο διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στην επιτάχυνση της παραγωγής κρίσιμων πυραυλικών συστημάτων, γεγονός που δείχνει ότι η διατήρηση επαρκών αποθεμάτων αποτελεί πραγματική επιχειρησιακή ανησυχία.
Το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τη σύγκρουση με το Ιράν.
Τα τελευταία χρόνια, η Ουάσιγκτον καλείται να διατηρεί υψηλή ετοιμότητα σε πολλαπλά μέτωπα, ενώ παράλληλα έχει διαθέσει μεγάλες ποσότητες οπλικών συστημάτων σε συμμάχους και εταίρους.
Αυτό έχει επαναφέρει στο επίκεντρο τη δυνατότητα της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας να αντικαθιστά γρήγορα όσα πυρομαχικά καταναλώνονται ή μεταφέρονται στο εξωτερικό.
Η νέα σύμβαση για τους Tomahawk αποτελεί επομένως περισσότερο από μια απλή αγορά πυραύλων.
Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επανεξοπλισμού και επέκτασης της αμερικανικής πολεμικής παραγωγής, ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν να διατηρήσουν υψηλό ρυθμό επιχειρήσεων ακόμη και σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης.
Στην πράξη, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί δημόσια να καθησυχάσει ότι τα αμερικανικά αποθέματα παραμένουν ισχυρά, οι αποφάσεις του Πενταγώνου δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για ένα περιβάλλον στο οποίο η κατανάλωση προηγμένων πυρομαχικών μπορεί να παραμείνει αυξημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η σύμβαση των 22,9 δισ. δολαρίων για τους Tomahawk είναι έτσι και μήνυμα στρατιωτικής προετοιμασίας: οι ΗΠΑ θέλουν να διασφαλίσουν ότι θα διαθέτουν το βιομηχανικό βάθος και τα αποθέματα που απαιτούνται για τη συνέχιση επιχειρήσεων υψηλής έντασης χωρίς περιορισμούς που θα μπορούσαν να επιβάλουν οι ίδιες οι ελλείψεις πυρομαχικών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών